Κι έμειναν τα δάχτυλα κιτρινισμένα και το μαλλί τρυφό
δίχως να θυμάμαι το πότε,
πόσος καιρός πέρασε από τότε
όπου όλα ήταν ανθισμένα, όλα ήταν ανθηρά.
Tσιγάρα στα κορμιά σβησμένα, ξύπνημα μπρούμυτα, ήλιος ανάσκελα
την ηδονή της ζωής αναζητώ, της νύχτας τη μέθη, του πρωινού το κάλεσμα
την ηδονή της ζωής αναζητώ, της νύχτας τη μέθη, του πρωινού το κάλεσμα
το απόσταγμα το ερωτικό ξεχειλίζει, η υπερφίαλη σκέψη μου πονά
δεν αισθάνομαι άνθρωπος μα πιο πολύ Θεός
πλαστός,
μεθώ σα Διόνυσος και σα Δίας φέρομαι
από έρωτα κι ομορφιά μαζί
δεν αισθάνομαι άνθρωπος μα πιο πολύ Θεός
πλαστός,
μεθώ σα Διόνυσος και σα Δίας φέρομαι
από έρωτα κι ομορφιά μαζί
Μα εσύ,
που έγδυσες για μια ακόμη φορά τη γυμνή μου ανάγκη
κρύωνα και δεν είχα ρούχο να ντυθώ
ονειρευόμουν, γιατί δεν υπήρχε άλλη ζωή να ζήσω
κρύωνα και δεν είχα ρούχο να ντυθώ
ονειρευόμουν, γιατί δεν υπήρχε άλλη ζωή να ζήσω
Εσύ,
το στερνό ίχνος της ανορθόγραφης συγνώμης ανάμεσά μας
η τελευταία γουλιά, στυγνή και απεγνωσμένη
το στερνό ίχνος της ανορθόγραφης συγνώμης ανάμεσά μας
η τελευταία γουλιά, στυγνή και απεγνωσμένη
που ο θάνατος
που η μοναξιά
που η σιωπή
την καρτερούν σε μια σκηνή μελλούμενη και προδιαγεγραμμένη.
την καρτερούν σε μια σκηνή μελλούμενη και προδιαγεγραμμένη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου