Τετάρτη, 11 Οκτωβρίου 2017

Όνειρεύομαι τους μαθητές μου

Νασρίν, Φατιμά, Ισμαήλ...
Κολύμπα ρε! Μπες μέσα και κολύμπα!
Αραμιλέ, αραμιλέ
κύκλο λοιπόν και ζίμπολε
Σειρά
Σειρά
ΣΕΙΡΑ!
Μάι-Νέιμ-Ιζ-Παύλος-Γουάτ-Ιζ-Γιουρ-Νέιμ;
Δευτέρα, Τρίτη, Τετάρτη, Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο...
Κυριακή!
Κυριακή Κυριακή έχασες Κυριακή ναι έξω έλα Κυριακή δεν πειράζει ίσως την επόμενη φορά;
Μπα που θα νικήσει πάλι ο Αλί δηλαδή
είναι φοβερός ο Αλί στο Δευτέρα, Τρίτη
αλλά τώρα είναι στη Γερμανία πάει και αυτός τη κωλογιούνισεφ
μου μέσα
με τα τετράδια και τα διαφημιστικά της.
και τις κωλοσυμβάσεις της ειδικά αυτές
που ωχριούν μπροστά στις δικές μου
ποιητικές
πεζές γιατί κοινότοπες
συμβάσεις

Τα μαύρα μάτια σου.
Τις παντόφλες σου
Τα παπούτσια με τα πέντε ευρώ για να παίξουμε μπάλα
Τις μαντίλες σας
πλουμιστές Μίνα, μονόχρωμες Μπασίρα, χαλαρές Αϊνάζ, σφιχτές, πολύ σφιχτές όσο περνάει ο καιρός γιατί Χαμίντε;, μαντίλες Μίτρα όσο περνάει ο καιρός μη μαντίλες...
Πού θα σας βρω;
Ονειρεύομαι τους μαθητές μου
Διάολε
Και τους βρίσκω στα πιο ακατάλληλα μέρη
Σε χαμαιτυπεία που πηγαίνω σπάνια, τουλάχιστον δεν πίνουν
Σε πλατείες που βρωμάνε χόρτο, τουλάχιστον δεν την πίνουν
Με βλέπουν και τρελαίνονται και χαίρονται και χάνονται
για μισό λεφτό,
άι σι γιου ιν μάι ντριμς, άι χολντ γιου ιν μάι ντριμς
δεν πάτε πουθενά ρε, σας κρατώ στο χέρι απ' το ρεφραίν
Πού να 'ναι ο Πάο άραγε απ' το Λα Βίρχεν;

Εύχομαι να μην με ξεχάσουν
γαμώ τον Αλλάχ τους γαμώ
πάνω που με αλλαξοπίστησαν να με ξεχάσουν, δεν είναι δίκαιο
Η αγάπη είναι περίεργη και εκφράζεται με μούτζες
με πρόγκα με μισαλλοδοξία
με μπούλινγκ γαμώ την ορθότητα
και με Πόλοκ.
πολύ Μπόλοκ.
Ήθελα να με θυμούνται σαν ξέρωγω κανά Φρενέ
σαν κανά μέγα παιδαγωγό που τους συγκλόνισε
χα! ούτε στα όνειρά μου
Γιατί είναι ακόμα καλλίτερα
Γιατί δέχτηκα να γίνω δάσκαλος;
Παραληρώ και βλέπω οράματα
Ονειρεύομαι τους μαθητές μου
κι ονειρεύομαι και σένα, ε ναι, σιγά
σιγά μην δεν το 'γραφα αυτό

Πέμπτη, 13 Απριλίου 2017

Φωτιά στο πάνω δώμα της συγγρού 171

Το πιο ωραίο πράγμα χθες
Εδώ και καιρό εδωπέρα
-εκτός της αδάμαστης σελήνης που ορθώνεται απόψε θέλοντας να υπονομεύσει αυτό το ποστ-
Ήταν το πυρανάλωμα στ’ απέναντι πάνω δώμα
Που από εδώ στο 226, απ’ το παράθυρο,
Έμοιαζε με μινιόν γκαλερί φλαμπέ
που 'χε έκθεμα το ίδιο το θέαμα
Ενός καμβά με είκοσι –πόσο να ‘ναι οι δυο μαζί λωρίδες της λεωφόρου- τριάντα; πόδια βάθος
με δυναμική
με τακλητό
Με μοντέρ τον πυροσβέστη
Τον καλέσαμε, ήμασταν παρεμβατικοί, σκηνοθέτες
Κανονικοί Μπρεχτ, «βρεχτ’» του φωνάζαν’ όλοι
Και την βρέξανε και την σβήσανε
Και τι κατάλαβαν;
Τι μας λένε οι σβησμένες εικόνες;
Τι μας λένε τα παράθυρα;
Τι μας λένε οι πίνακες;
Ξεχνάμε ότι η φωτιά μας έδωσε τα πάντα:
Πολιτισμό, γραφή, ζωγραφική
Γιατί θυμόμαστε μόνο τα κακά;
«Βρέχτ’» ο χορός...
Και θα βγει άσπρος καπνός, σκέτη ομίχλη
Και θα χάσουμε το φεγγάρι -χθες ουχί σήμερα-
και κανείς δεν θα αναδυθεί απ' τα κακάσχημα κτήρια του νέου κόσμου τελετουργικά
τα αποκαϊδια του σκατόκρουνου βλέπετε, πρόλαβαν και κάλυψαν τη στρέψη

Τετάρτη, 12 Απριλίου 2017

Ο Νερούδα δεν έγραφε μόνο στιχάκια μελαγχολικά*


*γράφοντας για τον Νερούδα του Πάμπλο Λαραΐν.

Ένα απ' τα πιο περιβόητα ποιήματα του Νερούδα, ποίημα που διαβάζεται και κατά τη διάρκεια της ταινίας μάλιστα, και μάλιστα παραπάνω από μία φορές απ' τον ίδιο τον Νερούδα (του Λαραΐν βέβαια τον Νερούδα, τον Λουίς Γκνέκο) χαλαρά ή στιβαρά, με στόμφο ή ψιθυριστά, με θεατρικότητα ή μ' απλότητα, τυγχάνει και μιας απ' τις πιο ωραίες μελοποιημένες απαγγελίες στο γιουτιούμπ. Με Άντι Γκαρσία στην μεταφρασμένη απαγγελία και το θέμα -τι ταιριαστό!- του Ταχυδρόμου στη μουσική υπόκρουση και από κάτω, απ' το βίντεο, ένα σούπερ σχόλιο, πάνω πάνω, πρώτο, που λέει στο περίπου ότι αυτό το ηχητικό (Γκαρσία-Ταχυδρόμος) είναι ωτοργασμικό, δηλαδή ότι ο προαναφερθέν συνδυασμός φέρνει οργασμό στα αυτιά. Κι όσο υπερβολική κι αν είναι αυτή η κατάθεση, αλλά τόσο υπερβολικά πολλές είναι και οι αντανακλάσεις του Νερούδα στη ποπ κουλτούρα: Νερούδα ο κανονικός (πολιτικός ή ποιητικός), Νερούδα ο εξόριστος (Ταχυδρόμος), Νερούδα ο φυγάς (του Λαραΐν), Νερούδα ο ωτοργασμικός (του Άντι Γκαρσία), Νερούδα άλλοι χίλιοι.

Σε αντίθεση με την απαγγελία στο διαδίκτυο, την οποία σχεδόν την ψιθυρίζει ερωτικά στα αυτιά μας, ο καθολικά αντίθετος στον κομμουνισμό και στην επανάσταση της Κούβας και στον Στάλιν, Άντι Γκαρσία, πιθανώς ακόμη γιορτάζει βροντόφωνα τον θάνατο του Κάστρο, πολιτικού σίγουρα πολύ πιο μετριοπαθή απ' τον Στάλιν, ηγέτη που παρεμπιπτόντως ο Νερούδα θαύμαζε επίσης. Είναι ο Νερούδα υπεράνω κριτικής επειδή ήταν και ποιητής και έτυχε να αρέσει στον Άντι; Ή μήπως είναι ο Άντι υποκριτής; Πόσα πρόσωπα δικαιούται να έχει ένας άνθρωπος; Πόσα πρόσωπα υποχρεούται να θαυμάζει ο Γκαρσία; Αποπλαισιώνεται το έργο του ποιητή από τον ίδιο τον ποιητή και αν ναι, αυτό είναι πολιτική θέση ή αθώα επιλογή; Ήταν ο Πικάσο μόνο σουρεαλιστής ζωγράφος; Ήταν ο Λειβαδίτης και ο Νερούδα μόνο ερωτικοί ποιητές; Και αντίστροφα ήταν ο Βάρναλης μόνο κομμουνιστής και στρατευμένος;

Βρισκόμαστε στη Χιλή του 1948. Η αμερικανόφιλη κυβέρνηση του Βιντέλα βγάζει εκτός νόμου το κομμουνιστικό κόμμα, μέλος του οποίου είναι και ο γερουσιαστής Πάμπλο Νερούδα. Ο Νερούδα καταδικάζεται ερήμην και καταζητείται και ο αστυνομικός επιθεωρητής Όσκαρ Πελουσονό αναλαμβάνει την αποστολή να συλλάβει τον ποιητή. Ο Νερούδα προσπαθεί να φύγει από τη χώρα με τη γυναίκα του, αλλά τελικά δεν τα καταφέρνουν και αναγκάζονται να κρυφτούν στην ενδοχώρα. Σε σπίτια κοντινών φίλων ή όχι και τόσο, σε προβλέψιμες κρυψώνες ή σε απόμερα καταφύγια μέσα στο χιόνι, αφήνοντας ίχνη και πυροδοτώντας τον κατατρεγμό, παίζοντας το ποντίκι με τη γάτα, Νερούδα και Πελουσονό αναμετριούνται με τις ανθρώπινες και ηρωικές τους πιθανότητες, αντιστοίχως.

Κυνήγησέ με επιθεωρητή. Ο Λαραΐν ως άλλος Ουγκό, βάζει τον Νερούδα στη θέση του Αγιάννη να τρέχει και να τρέχει και να ξεφεύγει και μέσω της τροχιάς αυτής και της φυγής να ετεροκαθορίζεται και να επαναφεύρει τον εαυτό του, έχοντας τον Πελουσονό ως διώκτη, και κάτι παραπάνω από Ιαβέρη του, από εξάρτηση και ναρκωτικό του, ως νέμεση της κομμουνιστικής ύβρης του.
Κυνήγησέ με προλετάρια. “Σύντροφε”, του λέει μια γυναίκα σε ένα γλέντι, “αν ποτέ πάμε στην κοινωνία που υπόσχεσαι θα ζούμε όλοι πλουσιοπάροχα σαν εσένα ή σαν εμένα που καθαρίζω μια ζωή τα σκατά των αστών;”. Ο Νερούδα απαντά σκυφτά και μουρμουράει κάτι που δεν το πιστεύει.
Κυνήγησέ με ερινύα. Ο Νερούδα δεν παρουσιάζεται επουδενί εξωραϊσμένος. Αντιπροσωπευτικός ή όχι, είναι αληθοφανής. Πολύπλευρος και πολυμορφικός, αυτάρεσκος και ενοχικός, πολιτικός και ποιητικός, έκρυθμος και εσωτερικός, στρατευμένος και αδέσμευτος, συνεπής και αντιφατικός, ατρόμητος και φοβισμένος, Νερούδα και Πελουσονό.

Στο “Νο” του 2012 , o Λαραΐν χρησιμοποιεί τη τεχνική U-matic και δένει αρμονικά το αρχειακό υλικό με το πρωτογενές μυθιστορηματικό, παραδίδοντάς μας ατμόσφαιρα βιντεοκασέτας της δεκαετίας του 80. Εδώ επιλέγει κλασική ψηφιακή φωτογραφία με φίλτρα που παραπέμπουν στη δεκαετία του 40. Μία πολύ ισχνή κριτική που μπορεί να αρθρωθεί εδώ και τη συναντάμε και σε όσες ταινίες καταπιάνονται με την απεικόνιση πιο περασμένων δεκαετιών είναι η με σύγχρονους όρους αψεγάδιαστη αναπαράσταση που εκβιάζεται αναφορικά με το τεχνικό κομμάτι, της φωτογραφίας, των κοστουμιών και πάει λέγοντας. Είναι πάντα τόσο ραφιναρισμένα όλα, τόσο ατσαλάκωτα τα κουστούμια, τόσο ασκόνιστα τα σκηνικά και τόσο καλοφωτισμένη η εικόνα, που το αποτέλεσμα μοιάζει σχεδόν αναληθοφανές. Νοσταλγικό και καλλωπισμένο. Αυτή η εντύπωση ακόμα και αν είναι επιφύλαξη της μειοψηφίας, και ψιλά γράμματα εδώ που τα λέμε, τελικά τροχοπεδεί την κατάβαση του θεατή στη καρδιά του έργου. Το παρελθόν μοιάζει τόσο με πολύ με το βίντατζ παρόν, η χρονολόγηση είναι θολή, η τηλεμεταφορά μερική, το μυαλό σου δεν μπορεί να διεισδύσει στη κινηματογραφική συνθήκη.

Αυτή φυσικά η προβληματική, μαζί και με όποια άνευρα διαλογικά κομμάτια κατά το πρώτο μισό, ναι μεν δημιουργούν μικρές κοιλιές ή παροδικό αποσυντονισμό, αλλά συνιστούν πολύ ευκαταφρόνητα ελαττώματα σε σχέση με τις αρετές της ταινίας. Η μη συμβατική προσέγγιση, το κλείσιμο του ματιού στον φανταστικό ρεαλισμό, η κορύφωση της εξέλιξης της που σημαίνει και τη ταυτόχρονη αποσύνθεσή της, η υπέροχη λειτουργικότητα της επιλογής τόσο των εσωτερικών χώρων (άντρα που παραθέτονται διαστρωματικά ραβαΐσια, οίκοι ανοχής όπου κατέρχεται ο Νερούδα για να συναστραφεί τους αμαρτωλούς, καταφύγια όπου εξυπηρετούν την στροφή του ήρωα προς τη μοναχικότητα και τον αναμορφωτισμό), όσο και εξωτερικών (ιδίως στο ύστερο μέρος της ταινίας, ιδίως στα κατάλευκα μονοπάτια της καταδίωξης, της εξιλέωσης), οι εξαιρετικές ερμηνείες των πρωταγωνιστών, το πολυεπίπεδο σενάριο του Γκιγιέρμο Καλντερόν, όλα συνηγορούν περισσότερο σ' ένα αποκύημα παρά σε μια βιογραφία, σε μια καλλιτεχνική δημιουργία πάνω στη βιογραφία ενός καλλιτέχνη παρά σε μια μυθοπλασία που μιλάει απλά για τη καλλιτεχνική δημιουργία, σε μια δραματουργία, σε μια τραγωδία αριστοτελική, όπου φυλά όμως για τον ήρωά της καταρχάς και μετά για τους θεατές, τη μίμηση, την περιπέτεια, την αγωνία, τον αγώνα για να παραμείνει κανείς αμφίσημος, ελαττωματικός, με σκοπό την υπέρβαση και τελικά τη κάθαρση. Την ύπαρξη. Όσο υπάρχουν τα ποιήματα του Νερούδα υπήρξε και αυτός, όσο υπήρξαν οι γυναίκες του Νερούδα υπήρξε και αυτός, όσο υπήρξε ο γερουσιαστής Νερούδα, άλλο τόσο υπήρξε και ο νομπελίστας Νερούδα, όσο υπήρξε περιβόητος άλλο τόσο συνυπήρξε και διαβόητος ο Νερούδα, όσο υπήρξε ο Ρικάρδο Νεφταλί Ρέγιες Μπασοάλτο υπήρξε και ο Πάμπλο Νερούδα, όσο υπήρξε ο Πάμπλο Νερούδα, άλλο τόσο υπήρξε και ο Όσκαρ Πελουσονό.

Δευτέρα, 6 Φεβρουαρίου 2017

Without title



to Marta

When Vicky broke the news that Jerome said keep just one, so the rest of us could leave, so I could leave as well, well, I didn't run the floor, I flew!, yeah, indeed, for real, ok maybe not for real, it's an expression, you know, but you had to see me, ha!, I didn't even look back to say goodnight to Alex, to say goodnight to anyone, I don't anyway, but even if I used to, I wouldn't then, you see, then there was only time to evacuate, to escape, so I grabbed my belongings, I shut down the computer from the power button, even if I wanted so badly to cut off the power completely instead, even if I wanted just to hold the wires with my one hand and chop them from the root with the other one instead, yes!, like I wouldn't dare such an atrocity!, maybe another day, adios, for now, one, two, three, black screen?, I spin, I am gone, I run, I am not even here, and what now?, I don't have a bike today, who is going to give me a lift?, I don't turn, I don't ask, asking leads to procrastination, asking leads to more time inside that bloody office, and after all, even without a bike, without an immediate escape, hejira is hejira, under any circumstances, don't you think?, that was what I was thinking while I was closing the door behind me, thinking that was taking place inside the building in which I didn't want to spend another bloody second, and the next second fortunately, and most unexpectedly I chanced upon Kelly while I was ice-skating the corridor, he was at the sink, washing out his mag, Kelly is the best, I am telling you, Kelly looks ahead, because if you fix a nescafé in a mug, always a smudge coffee ring remains on the inner wall of the mug and if you just leave it on the desk, on the next day it has to get drenched in order to come off, from Eleni, and that's an additional trouble for her, that's what I mean, when I am saying that Kelly is the best, even if that's completely off topic, even if this whole delirium is completely off topic, because, what were you thinking; deliriums of course have their own form, style and topic and mine, at that specific time, it had to be, the topic I mean, fast, fast, fast and home, sweet home, because in ten, in twelve minutes or something similar, or something close to that, or not at all, but anyway, the topic was that in x minutes I had to be back, away from here, there, home.

All the way to the car he kept explaining me why I shouldn't pay that much for getting my bicycle fixed even if I attempted a million times to rebut that I simply don't have the tools, so if I don't have any tools, I cannot fix myself nothing and if I cannot avoid that, then in any case I will have to pay, a price well, of what height?, that's the question ok, but the most goes to the spare parts anyway, which cost is mostly fixed, and the remaining to the service which is not much, but no, he wouldn't understand, he was insisting that he is able to find me a solution that will save me from five to ten euros, thank you mate!, but you know, you don't understand, he didn't understand that I didn't doubt his claim or intention and actually the issue is that actually I really wanted to give out these extra euros to the guy, as much wasteful as it sounds, however even with this additional paranoiac explanation, or because of it, he was still under the impression that the fee for the service was inexcusably expensive, and you know what, he was right, but all I was trying to say to him, in a non adequate way, obviously, and possibly in the most non adequate way, is that sometimes, you do not want to make the best deal, out of everything, the best deal is not always the urge that motivates all person under all conditions, sometimes yes, you want not to win, is that strange?, sometimes you just want to support a friend, or a person that is not your friend but you empathize, or a professional craftsman who struggles to make ends meet, and Kelly, to cut the story short, there is no cherry on this tourt.

Haha, hoho and something like that, we got on his car, he drove me home, well, close enough, to let you understand I will give you a figure, an estimation, from the spot he left me, from Zan Moreas street, it was olny 5 min walking distance, so he left me, so I walked and deliberately instead of turning the corner, I passed by the big sycamore across the renovated neoclassical duplex which is not the direct and the fastest way, but I rather go from there sometimes because the narrow street that starts from there, Galinou, is one of my favourite, it is surrounded by humble but impressive houses, all from the same decade, 40's?, 50's?, sometime around, anyway, they give you this predictable but irresistible nostalgic impression that you live in another era, but ok enough with the banalities, enough with the melodrama, I turned again to reach my street, one street down, and right there, five meters in front of me, a guy was limping along, talking to himself and suddenly I got panicked, I don't know why, without reason?, I passed him using my brisk pace, hopping at the same time that he is not going to address me and regardless of what I was hopping, upon the prospect of talking to me, got panicked even more, you see, I didn't want that to happen, not in the least, no no, get back, don't do it, please, pretty please?, I would rather stay in the office than exchanging the slightest utterance with him, Kelly, Kelly where are you?, take me back, why all the haste?, why the roundabout, is this karma?, this encounter, don't talk to me, por favor, parakalo?, I will be good from now on, I mean, no mean thoughts, no malicious reflections, nothing, two steps away, one, I passed him, he is behind, he is not talking, he is talking, but not to me, I am reaching the doorstep, hell yeah, I escaped, again, twice today, not bad, not bad?, excellent!, I am unlocking, I am getting in, I am in, I am closing the door, the guy is walking without even looking at my direction, now he is five feet away, six, seven, thank god, now I feel relieved, now I feel safe, now I feel, pause, well, not so good, not so good at all, on the contrary, so petty, so selfish, so everything I am trying to avoid, everything I fight not to become, this moment, now, I am embodying whatever goes bad for humanity, the vice, every one, was me, at that moment, and the next moment I was shivering from the discovery, from the degradation of my being, ok, ok, that was kind of phony, I get it, I got it, I realized, all of a sudden that I had to move eventually, from the glass door, my body and my thoughts, away, along with my lifeless gaze, and at the end I did moved, probably because my paternal instinct aroused from Nina's ravenous meow and most likely because I wanted to go inside, and bloody write something after so long, after so many months, after so many glasses of wine, after so many attempts, after so many mistakes and solecisms, here it is, instead of explaining you the reasoning behind of what made me deleting the facebook account I used to have seven years ago or trying to pitch you the reusage of your whatsapp, at almost 4am, no, instead take the most incomprehensible, phony and superficial sample of prose you will encounter this year... 

Τετάρτη, 30 Νοεμβρίου 2016

Η διάσωση του Ράιαν από σιρια(λ της Μπάρμπι Ματέλ)


Στη διάσωση του στρατιώτη Ράιν, ο Σπίλμπεργκ στέλνει το καστ του στη ζώνη των πρόσω του Β' Παγκοσμίου για να βρει έναν απλό στρατιώτη, άσημο και της σειράς, ονόματι (το προδίδει και ο τίτλος) Ράιαν, και να τον φέρει πίσω στη μάνα του, μάνα των τεσσάρων αδερφών Ράιαν, η οποία μόλις είχε πληροφορηθεί την απώλεια των τριών απ' τους τέσσερις γιους της, ε και θα ήταν πολύ κρίμα και άδικο να χάσει και τον τέταρτο πριν το τέλος του πολέμου, τέλος του πολέμου που σε κείνο το σημείο μάλιστα, διαφαινόταν κοντά. Το στήσιμο του Σπίλμπεργκ πάνω σε αυτή τη δέση είναι μεγαλειώδες και φαίνεται ότι οι παραγωγοί (ή μήπως υπερπαραγωγοί;) έδωσαν στον Σπίλμπεργκ όσα λεφτά είχε ζητήσει, γιατί ίσως τους άρεσε το στόρυ, γιατί ίσως ο Σπίλμπεργκ είναι Εβραίος, γιατί ίσως και πιο πολύ πόνταραν σε μια (ανταποδοτική) μπίζνα που ήτανε λογική και ορθολογική και σύννομη και σύμφωνα με τους νόμους της αγοράς, καθώς ο Σπίλμπεργκ είναι γνωστό πως εκτός από Εβραίος, είναι και ικανός διεκπεραιωτής, αλλά και αποδοτικός σκηνοθέτης και έτσι σίγουρα θα τους έφερνε τα τριπλά χρήματα πίσω· απ' τη μία αυτό· απ' την άλλη όμως, αν εντάξει η χολιγουντιανή βιομηχανία επιτρέπεται να κάνει ανταποδοτικές ή ζημιογόνες, εβραιόφιλες επενδύσεις πάνω σε ηθικά ή όχι διλήμματα, πόσο επιτρεπτό ηθικά και οικονομικά συνεπές είναι για τη πολεμική βιομηχανία της εποχής, μιας χώρας, να σπαταλάει ανθρώπινους και οικονομικούς πόρους για την διάσωση του Ράιαν, ενός Ράιαν, ενός ταπεινού στρατιώτη, που ακόμα και ο όρος διάσωση πάσχει πραγματολογικά, δεν είναι ακριβής, τη διάσωση την χρησιμοποιούμε για κάποιον που κινδυνεύει, που χρειάζεται σώσιμο, βοήθεια, ζωτικού είδους αρωγή, κινδυνεύει όμως ο στρατιώτης πρώτης γραμμής;, στα μάτια μας μπορεί, ναι, αλλά όχι στα δικά του, όταν αντικρύζεις τον κίνδυνο κατάματα καθημερινά, δεν κινδυνεύεις, όταν είσαι ειδικά οπλισμένος μέσα σε μια άρτια εκπαιδευμένη διμοιρία δεν κινδυνεύεις, όταν πας εκεί και ξέρεις ότι κινδυνεύεις και πράγματι και φυσικά και κινδυνεύεις κάθε μέρα, αλλά το ξέρεις, ε ο κίνδυνος παύει τότε να συνοδεύεται απ' τον φόβο, και άρα να είναι μη κίνδυνος, γιατί κίνδυνος για τον στρατιώτη είναι η μειονεκτική θέση απέναντι στον εχθρό, είναι η αιχμαλωσία, τότε υπάρχει κίνδυνος ναι, τότε υπάρχει λόγος διάσωσης, όταν όμως βρίσκεσαι απλά εκεί και στρατοπεδεύεις, ε δεν νοείται διάσωση, ναι μπορεί να περάσει αδόκητα ένα αεροπλάνο και να σε βομβαρδίσει, αλλά αυτό είναι εξαίρεση, ίδιας πιθανότητας με το να μπλεχτείς σ' ένα τροχαίο, με το να σε πατήσει αμάξι, άρα λοιπόν με την αίρεση ότι δεν συμβεί κάτι τόσο συνταρακτικό, αν απλά στέκεσαι μέσα σε ένα όρυγμα, κινδυνεύεις όσο και αν περπατάς σ' έναν ελληνικό δρόμο, άρα δεν κινδυνεύεις, ή μάλλον κινδυνεύεις διαρκώς, κινδυνεύεις πάντα, κινδυνεύεις όχι με την στενή αλλά με την ευρεία έννοια, ε και όταν δεν κινδυνεύεις με την στενή, διάσωση δεν προβλέπεται· ενώ στον αντίποδα ο άοπλος κινδυνεύει, ο άμαχος κινδυνεύει, ο περιχαρακωμένος κινδυνεύει, αυτός που δεν το περιμένει, αυτός που χτυπιέται απ' το τυχαίο, απ' το αβέβαιο, κινδυνεύει. Και χρειάζεται συνεπώς διάσωση. Όχι ο Ράιαν.



Στη διάσωση του κούκλου Ράιαν τώρα, ένας καλόβουλος ακροδεξιός ιστότοπος έστειλε τον Κεν όχι για να σώσει τον Ράιαν, αλλά μαζί με τον Ράιαν τους έστειλε στη Σιρία, στη Σειρία, στο Σείριο, τελος πάντων όχι στη Συρία, αυτό είναι σίγουρο, και μετά, πάλι πίσω, από τον πόλεμο στην ειρήνη, από την ανορθογραφία στη λαθρομετανάστευση κι από την χώρα των αγνώριστων στις προθήκες των καταστημάτων, όπου από εκεί πια, καμαρωτοί και μανεκέν, σκέτοι φασιονύστας, οι δύσοσμοι μετανάστες, οι κούκλες-αθύρματα του εξαποδώ, οι μαριονέτες της Νέας Τάξης, τα ανδρείκελα του αφελληνισμού, που αγκιτάρουν και παίρνουν τα μυαλά των κοριτσιών μας, σε κοινή θέα, επιδεικτικά, καλλιεργώντας τους όχι πια το σαγηνευτικό πρότυπο του αμερικανοτσολιά Ράιαν, αλλά ακόμη χειρότερα του πρόσφυγα σίριου Ράιαν, γιατί έτσι πάει, μία η Νέα Τάξη θα ποντάρει πάνω στον Ματ Ντέιμον και τον Εβραίο Στίβεν Σπίλμπεργκ για να επιβάλλει τα κρέντο της, μία πάνω στους λαθροεισβολείς, πλαστικούς και μινιόν μνηστήρες της Μπάρμπι απ' τη Σιρία, οι οποίοι πια είναι εξώφθαλμο και κραυγαλέο ότι αποτελούν μια ασύμμετρη απειλή για τη χώρα μας, ένας καινοφανής κίνδυνος στον οποίο όχι μόνο δεν υπάρχει προηγούμενο, αλλά ούτε και απάντηση, κάποια άμυνα, διάσωση;, πολλά ζητάω, είμαστε καταδικασμένοι, ποιος θα μας σώσει απ' αυτούς;, εδώ είναι όλα αντεστραμμένα, στην ιστορία του Ράιαν απ' την Αμερική, η μάνα του ζήτησε να τον φέρουν πίσω για να τον σώσουν, στην ιστορία του Ράιαν απ' την Σιρία, οι μανάδες αγοράζουν στις κόρες τους τις σατανικές κούκλες που οι ίδιες ζητάνε, στη μία περίπτωση δηλαδή η μάνα σώζει το γιο της, ενώ στην άλλη η μάνα καταστρέφει ή μάλλον σωστότερα συντελεί στην καταστροφή της κόρης της, και το δεχόμαστε αυτό!, στη μία περίπτωση η μάνα βγάζει το γιο της απ' τον κίνδυνο, στην άλλη οι μανάδες θέτουν τις κόρες τους προ του κινδύνου, προ του αλλοδαπού, του βιαστή, του κλέφτη, του τζιχαντιστή, του "πρόσφυγα", του "διασωζόμενου", φτάνει πια, όχι άλλη διάσωση στους Ράιαν, Αμερικάνους ή Σίριους, εμείς είμαστε αυτοί που χρειαζόμαστε διάσωση απέναντι σε αυτή την επαπειλούμενη επειδημία, όχι οι λάθρο, όχι οι προπαγανδιστές, αρκετά με την θυματοποίηση, ήρθαν εδώ, γελαστοί και αθώοι, τους σπιτώσαμε, τους ταΐσαμε, τους δώσαμε πρώτα σωσίβια και μετά ρούχα και εφόδια, ε δεν θα πάρουν και τις δουλειές μας, τις κούκλες μας, τα πρότυπα μας, ας αφήσει η Νέα Τάξη και κάτι απείραχτο, και κάτι ανόθευτο, ας αφήσει τα πράγματα όπως ήταν πριν, όπως τα βρήκαμε εμείς και οι προηγούμενοι, Ράιαν από την Αμερική κι όχι απ' την Σιρία, θεία από το Σικάγο κι όχι απ' τη Ράκα, πράγματα εισαγώμενα μεν, από την Αμερική δε, και αν είναι οι γυναίκες μας να παίρνουν τους ξένους, ας παίρνουν Αμερικάνους, αυτοί τουλάχιστον έχουν λεφτά και τον ίδιο θεό με μας, αν είναι η Μπάρμπι να πάρει κάποιον ξένο, ας πάρει κάποιον συντοπίτη της, γιατί πρέπει να είναι σίριος;, επειδή έτσι θέλει η Νέα Τάξη;, επειδή έτσι επιτάσσει η μόδα;, αφήστε τους Ράιαν από τη Σιρία να αραχνιάσουν στις βιτρίνες, σπάστε τις βιτρίνες και τα μαγαζιά που τους φιλοξενούν, κάντε τις βιτρίνες γυαλιά-καρφιά, κάντε νύχτες κρυστάλλων, κάντε κάτι, κάντε δικές σας κούκλες, ελληνικές, εβραϊκές, δεν έχει σημασία, φωνάξτε τον Σπίλμπεργκ τον ίδιο να συνδράμει, να σκηνοθετήσει, να πραγματοποιήσει τη διάσωση της Μπάρμπι, της κάθε μπάρμπι, των Ελληνίδων, των κοριτσιών μας, των παιδιών μας, από τους σίριους Ράιαν, τους βρόμικους, δήθεν πρόσφυγες που έχουν εμφιλοχωρήσει πια, το βλέπετε άλλωστε με οφθαλμοφανή ντοκουμέντα, παντού.

Πέμπτη, 10 Νοεμβρίου 2016

Ουκ επιθυμήσεις την εγγονή -και όχι τη κόρη- του σωτήρα σου*

*βλέποντας τα Μανταρίνια του Ζάζα Ουρουσάντζε στη νεοσύστατη Κινηματογραφική Λέσχη Αιγίου και τελικά γράφοντας και για όλα αυτά.



Ο Ίβο (Λεμπίτ Ούλφσακ) πάνω στο τζάκι του έχει μια κορνίζα με τη φωτογραφία της εγγονής του. Ο Άχμεντ (Γκιόργκι Νακασίτζε) στην πρώτη γνωριμία του με τον Ίβο, πριν το μακελειό, όντας εύρωστος και έχοντας σώας τα φρένας θα την περάσει για κόρη του Ίβο. Θα μπορούσε. Δεν λες δηλαδή ότι το κάνει για κολακεία. Επ' ουδενί. Είναι αδρός και θερμοκέφαλος, αλλά ντόμπρος και διαυγής. Εμφανισιακά βγαίνει εξάλλου, η εικονιζόμενη άνετα θα μπορούσε να είναι και κόρη του Ίβο. Αλλά τελοσπάντων δεν είναι. Είναι κόρη της κόρης του. Ωραία πάμε παρακάτω. Και πάμε, και να σου που δεν πρόκειται για παράλογο παραρμήνευμα του Άχμεντ, αφού και ο Νίκα (Μίσα Μέσκι) την πατάει, ο οποίος χωρίς να είναι συνεννοημένος με τον Άχμεντ, και μάλλον εξαιτίας αυτού, που δεν είναι συνεννοημένος δηλαδή, αλλιώς σιγά μην συμφωνούσε, μόνο και μόνο απ' αντίδραση θα πήγαινε κόντρα, έρχεται είκοσι κινηματογραφικά λεπτά αργότερα, έπειτα απ' τον τραυματισμό του, και όντας τραυματίας και λιγάκι ζαλισμένος, συνηγορεί πάραυτα, κάνει ακριβώς την ίδια ερώτηση: "Ίβο είναι κόρη σου αυτή στη φωτογραφία;" Και ο Ίβο αντί να το πάρει ως κομπλιμέντο ή έστω ως εξισορρόπηση των ως τότε διαμειφθέντων (δηλαδή των προσφωνήσεων "γέρο" και "ηλικιωμένε" που δίναν και παίρναν αλλά και της έκων άκων ευλαβικής στάσης που κρατούσαν οι προαναφερθέντες), δεν βαυκαλίζεται και δεν συναινεί, τους κόβει τον αέρα αντ' αυτού, μια και καλή, και τους βάζει στη θέση τους· και οι δύο λαμβάνουν την οργίλη απόκριση του Ίβο, που είναι και φαίνεται παππούς και όχι πατέρας (κι ας είναι και πατέρας, αφού το ένα για να συμβεί είναι προϋπόθεση του άλλου) και λαμβάνουν ακόμη και τον αποστομωτικό περιορισμό για οποιαδήποτε έστω και κατά φαντασία (αφού με φυσική παρουσία είναι αδύνατον) ανάμειξη με την εγγονή του, τη φωτογραφία και κατ' επέκταση με το παρελθόν του.

Και είναι αυτή η αφοπλιστική ταύτιση των δυο άσπονδων εχθρών σε ένα και μόνο πράγμα, σε μία εύλογη υπόθεση (ότι η κοπέλα στη φωτογραφία είναι κόρη του Ίβο) που γεννά με τη σειρά της άλλες υποθέσεις, λιγότερο εύλογες και πιο παρακινδυνευμένες. Γιατί μπορεί η ομογνωμία των δυο τους να μη σημαίνει τίποτα, μπορεί να είναι τελείως συμπτωματική και μονάχα σημειολογική ή αντιθέτως απόλυτα ηθελημένη και λειτουργική, αφού η απότομη απάντηση του γέρου μας δίνει να καταλάβουμε ότι κάτι τον τσιγκλάει, κάτι τον βασανίζει, κάποιον λάκκο έχει η φάβα, κάτι τον τρώει αν όχι αναφορικά με την κόρη που τελικά είναι εγγονή του, τουλάχιστον σε σχέση με την οικογένεια και το παρελθόν του, ή μπορεί πάλι, κι ας συμβαίνει δηλαδή και λειτουργεί τελικά το δεύτερο, μπορεί να λειτουργούσε ανεξάρτητα, ασύνδετα, έτσι κι αλλιώς, και να μην είχε δηλαδή κανέναν λάκκο η φάβα του σκηνοθέτη, μπορεί να είναι όλα αυτά αποκυήματα του μυαλού μου, του μυαλού ενός θεατή, το μυαλό οποιοδήποτε θεατή που αγκιστρώνεται και σκαλώνει στα πιο επουσιώδη πράγματα, και μάλιστα όχι τότε (κατά τη θέαση δηλαδή) αλλά μετά, για να δικαιολογήσει, και να προοικονομήσει εκ των υστέρων (τι αντιφατικό!) το ασυνείδητα ήδη παγιωμένο συμπέρασμα, την ήδη διαμορφωμένη άποψη, βασισμένος σε παρωνυχίδες που μπορεί τον δημιουργό να τον απασχόλησαν πέντε κλάσματα του δευτερολέπτου ή πέντε κλάσματα του καθόλου, ενώ τον θεατή εξαρτάται, από πέντε λεπτά, έως πέντε ώρες, έως ξέρω 'γω, έως τετρακόσιες πενήντα πέντε λέξεις.

***

Ο πόλεμος της Αμπχαζίας πέρα από δυσκολοπρόφερτος για το ελληνικό κοινό είναι σίγουρα και παντελώς άσημος. Περιφερειακός και δεύτερης διαλογής. Ελάσσονας. Αν υπήρχε φεστιβάλ πολέμων, αυτή η αιματηρή φιέστα σίγουρα θα είχε μικρή προβολή και τα έργα της θα έκοβαν λίγα εισιτήρια. Όπως όμως σε κάθε φεστιβάλ, όπως σε κάθε τι διαγωνιστικό βασικά, ανεξάρτητα απ' την ακτινοβολία του χάπενιγνκ, οι συμμετέχοντες είναι συμμετέχοντες και η ενασχόλησή τους παθιασμένη. Μπορεί η κατανάλωση να 'ναι, κανονικά, κυρίως εσωτερική, όμως αυτό δεν περιορίζει ούτε τον ανεξέλεγκτο πληθωρισμό ούτε τις αναπάντεχες εξαγωγές. Και κάπως έτσι φαίνεται, τούτο το μπι γουόρ, έκανε την έκπληξη και κατάφερε και μπήκε στις προθήκες του πρώτου διαγωνιστικού τμήματος, των Όσκαρ και μέσω αυτού και στις οθόνες μας και στη συλλογική μας κινηματογραφική συνείδηση. Και κατ' επέκταση και στην συλλογική μας ιστορική συνείδηση. Παρόλο που τότε σαν είδηση ούτε την παγκοσμιότητα του πολέμου του Κόλπου είχε, ούτε την πολιτική διαφάνεια του γιουγκοσλαβικού. Γεωργιανοί έναντι Αμπχαζιανών, με το ΝΑΤΟ να υποστηρίζει τους πρώτους και τους Ρώσους τους δεύτερους, αλλά ποιοι είναι αυτοί, Γεωργιανοί και Τσετσένοι και Αμπχαζιανοί και Εσθονοί και κάτι τρέχει στα γύφτικα. Δεν θα μπορούσε να 'ναι και αλλιώς ίσως. Η κλιμάκωση δεν μπορεί άλλωστε να φέρνει την ίδια ένταση ανεξαρτήτως πολιτικοοικονομικών συσχετισμών. Τότε η Ρωσία του Γιέλτσιν έτρεχε το περίφημο πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων (ή μήπως αποκρατικοποιήσεων;), έκανε το σωστό, ε μια μικρή αποκλίνουσα ανάμειξη, δεν μπορούσε να αντιμετωπιστεί απ' τη Δύση με την ίδια οξύτητα, όπως για παράδειγμα με την απόσχιση της Κριμαίας, παρόλο που η πρώτη μη σφοδρότητα έλαβε χώρα έναντι ενός αιματηρού πολέμου (Αμπχαζία), ενώ η δεύτερη υστερική αντίδραση έναντι μιας αναίμακτης προσάρτησης (Κριμαία).

Η χώρα ανήκει στην Αμπχαζία, στη Γεωργία, στη Ρωσία, στην Εσθονία. Σε όποιον τελοσπάντων προλάβει να βάλει σύνορα και να την περιφράξει. Σε όποιον έχει το ιστορικό δίκιο, το δίκιο της ισχύς, του αίματος ή του χρήματος. Ωραία, και οι μανταρινιές σε ποιον ανήκουν; Σε κάποια φάση της ταινίας, και ενώ ο Μάργκους (Έλμο Νούγκανεν) που βοηθάει τον Ίβο στην συγκομιδή των μανταρινιών (βασικά ο Μάρκους τα μαζεύει, ο Ίβο κατασκευάζει τα ξύλινα τελάρα), κι ενώ εν τω μεταξύ η απόφαση να γυρίσει πίσω στην Εσθονία μετά το σόδιασμα είναι ειλημμένη, λέει στον Ίβο ότι δεν τον πειράζει τόσο που θα χάσει λεφτά (αν τα χάσει, αν δεν βρει εργατικά χέρια εγκαίρως), όσο ότι θα πάει μια τέτοια σοδειά χαμένη. Η μανταρινιά και η γη κατ' επέκταση ανήκει σ' αυτόν που δεν την περιχαρακώνει, σε αυτόν που την καλλιεργεί, σε αυτόν που βάζει λίπασμα και δεν γίνεται ο ίδιος, σε αυτόν που στεναχωριέται όχι για τα λεφτά, αλλά για τους καρπούς που θα πάνε χαμένοι, για τις άκαρπες προσπάθειές του, για τη ματαιότητα εν γένει. Η ταινία δεν είναι απολίτικη προφανώς, όμως ούτε και αντιπολεμική (με τη κλασική μορφή), αλλά αντιματαιωτική. Όταν έχεις ζήσει τον πόλεμο στον τόπο σου και βλέπεις πόσο μάταιος είναι, όχι βολονταριστικά ή σαν θεωρητική ιδέα, αλλά πρακτικά, βιωματικά, όταν χάνεις σοδειές μανταρινιών επειδή δεν υπάρχουν χέρια, επειδή υπάρχουν κομμένα χέρια, επειδή υπάρχουν χέρια που κρατάνε όπλα και θερίζουν όχι τα σπαρτά, αλλά τα απέναντι στρατά, τότε καταλαβαίνεις τι είναι αντιπολεμικός και τι αντιματαιωτικός, ακόμα και στις περιπτώσεις που όντως στον πόλεμο, αμυντικό ή επιθετικό, υπάρχει νόημα και δίκιο και ιδανικό.

Ελάτε να παίξουμε. Εσύ θα είσαι ο Γεωργιανός και εσύ ο Τσετσένος. Θα τραυματιστείτε και θα σας περιθάλψω. Θα αναγκαστείτε να συγκατοικήσετε. Μην ανησυχείτε, δεν υπάρχουν κανόνες ούτε για το καπάκι της τουαλέτας, ούτε για τις δουλειές του σπιτιού, εγώ θα είμαι και μπάτλερ και καθαρίστρια και ιατρός και θεραπαινίδα σας. Μόνος απαράβατος όρος, πως κατά τη παραμονή σας εδώ μέσα, ισχύει εκεχειρία. Μόλις αναρρώσετε και βγείτε από 'δω έξω, και γυρίσετε στον πόλεμο, και είστε όχι δυο συγκάτοικοι, αλλά πάλι δυο εχθροί, τότε ναι, βγάλτε τα μάτια σας και τινάχτε τα μυαλά σας. Αλλά όχι εδώ μέσα. Ο πόλεμος ως συνθήκη, η παύση πυρών ως συνθήκη, η ειρήνη ως συνθήκη; Μήπως τότε και η συμφιλίωση που καλλιεργείται ανάμεσα στους άφιλους δεν είναι προϊόν τεχνάσματος ή τελοσπάντων διεργασίας; Κι αυτό είναι φυσικά θεμιτό, αλλά μήπως είναι ταυτόχρονα και αντεστραμμένη ψύχωση; Γιατί επιλέγουμε πολέμους, γιατί τους διαλέγαμε απαρχής; Μήπως τελικά η ειρήνη παρόλο που είναι ωφελιμιστική, δεν είναι καθόλου φυσική, είναι τεχνητή και αφύσικη, μήπως πρέπει να το αποδεχτούμε, μήπως πρέπει από 'δω και στο εξής να υπακούμε πιο απενοχοποιημένα στο ορμέμφυτο που μας λέει σκοτωθείτε, βρείτε πρώτα τους λόγους και τις αφορμές, αλλά σκοτωθείτε, ο πόλεμος είναι παιχνίδι, η ζωή είναι πολεμοχαρές παιχνίδι, το έχετε πάρει πολύ στα σοβαρά, γείρτε και λίγο, κοιτάχτε το και λίγο λοξά, λίγο ετερόδοξα, λίγο περισσότερο μισαλλόδοξα. Όλη η απεικόνιση του πολέμου απ' τον Ουρουσάντζε κινηματογραφείται σαφώς με στιβαρή ματιά, αλλά κατά κάποιο τρόπο, πολλές από τις σκηνές του έχουν κάτι το παιγνιώδες, κάτι το αφελές, κάτι τι υπονομευτικό: οι εχθροί που ανταλλάζουν αντί για βλήματα, δηλητηριώδη βλέμματα, και προκλητικές ατάκες, ο τρόπος που κορυφώνεται η τελευταία συμπλοκή, η υποδόρια παιδική (σαν κρυφτοκυνηγητό) σκηνή όπου αρχικά διασταυρώνονται και αλληλοσκοτώνονται, όλα αυτά συνηγορούν στην εντύπωση ότι τα παιδία παίζει, ένα παιχνίδι προφανώς με συγκεκριμένους κανόνες, και ο Ίβο ως ενήλικας, απ' τη στιγμή που τα μαντρώνει, επεμβαίνει και τους επηρεάζει τη συμπεριφορά, τους καταλαγιάζει τις εξάρσεις, και αποδομεί και την ίδια την έννοια και την συνθήκη του παιχνιδιού αυτού, την έννοια και την συνθήκη του πολέμου. Υπό άλλες συνθήκες λοιπόν θα τον αποκαλούσαμε παιχνιδοχαλαστή, εδώ απλώς μπορούμε να τον πούμε ειρηνοποιό.



Τραγική φιγούρα σε όλη την ταινία, απογυμνωμένη από οποιαδήποτε άλλη ευδιάθετη ή εναλλακτικά καλοπροαίρετη ερμηνεία, ο Μάργκους, ένα άτυχο, άμαχο θύμα του παρανοϊκού αυτού πολέμου της Αμπχαζίας, όπου πρώτα διαλύεται ο φράχτης του, έπειτα βομβαρδίζεται το σπίτι του, στη συνέχεια χάνει την όποια ελπίδα ότι θα βρεθούν χέρια για να μαζευτεί η σοδειά του, και τέλος και λίγο πριν φύγει για την Εσθονία, χάνει και την ίδια του τη ζωή. Και είναι αυτή η σπαραχτική απώλεια που σε κάνει να σκέφτεσαι και το άλλο (και τώρα αυτή η ύστατη σκέψη είναι κυριολεκτικά εκπρόθεσμη και ίσως και παράταιρη και αναιρετική) πως απ' την άλλη, κι ο Μάργκους ίσως να φταίει, δεν φταίει;, γιατί δεν γυρνούσε στη πατρίδα του μια ώρα αρχύτερα;, πριν μαζευτούν τα μανταρίνια, ποιος του είπε εξαρχής να μαζεύει μανταρίνια;, ενώ γύρω του μαινότανε πόλεμος, αυτό ήταν αυτοκτονικό, κι ο Ίβο ντάξει, πες είχε λόγο, αλλά ο Μάργκους;, όχι, μήπως πρέπει να αρχίσουμε να αναρωτιόμαστε πλέον ίσως και αυτό, αν οι παράπλευρες απώλειες έχουν ευθύνη που έγιναν τελικά απώλειες;, και ντάξει πιο πολύ για πειραματισμό, για να δω μέχρι που μπορεί να φτάσει ο ειρμός της σκέψης, το έκανα, προφανώς και ήτανε σαρκαστικό αυτό το ακροτελευταίο νήμα, αλλά και πάλι, αν μπορεί ακόμα και αυτή η αντιδραστική και ακραία σκέψη να γεννηθεί σε κάποιον, αυτό σημαίνει και αποδεικνύει πόσο καλή ταινία είναι τα Μανταρίνια, πόσο πολυεπίπεδη και πόσο απλόχερα σου κοινοκτημονεί τα πολλαπλά και εύφορα στρώματα της για να σκάψεις και να σκεφτείς και να βρεις και να καλλιεργήσεις και να σοδιάσεις, το τελοσπάντων ό,τι.



υ.γ. Καλή αρχή και καλές προβολές! (εδώ, το πρόγραμμα)

Τρίτη, 25 Οκτωβρίου 2016

αντί δώρου


στην Αγγελική



1


Αγγελική. Α, γγε, λι, κη. Άλφα, γάμα, γάμα, έψιλον, λάμδα, γιώτα, κάπα, ήτα. Το άλφα για το ανάδεμα που ένιωσα όταν σε πρωτοείδα, τα γάμα για τους αμφίποδες γάντζους σου, το έψιλον για το μονό σου στρογγυλό ενώτιο, το λι για τη παθητική λιγοθυμιά μου και το κη για τη περασμένη Δευτέρα που δεν ήσουνα ποτέ εκεί. Αγγελική, Αγγελική, Αγγελική. Αγγελική. Τρεις φορές η γλώσσα μου έρπει και μια πολιορκεί. Γλώσσα φυλακόβιος μυς, γλώσσα παλλόμενος κριός, γλώσσα που χάλαση δεν βρίσκει. Γλώσσα που κόκαλα δεν έχει κι απ' τα κόκαλα βγαλμένη. Που με βια μετράει τη γη, τη στενή, την ειρκτή, τη φυλακή της, τη στοματική μου κοιλότητα τελοσπάντων, από οδοντοστοιχία ως αμυγδαλή, αλερετούρ φυσικά, κι από αναπνοή ως πνιγμονή, ναι αλερετούρ και πάλι, που βέβαια εντάξει, εδώ που τα λέμε, λίγο αβάσιμο αυτό το τελευταίο, ιατρικά πάντα, γιατί ιατρικά άμα υπάρξει πνιγμονή, είναι πασιφανές και όλοι το ξέρουν, πως δεν υπάρχει ρετούρ, επιστροφή, πηγαιμός, παραμόνο πεθαμός και τελευτή και ακριβώς έτσι μου μπήκε η πρώτη υποψία ότι η διάγνωση δεν ήτανε απόλυτα εντάξει, που τελικά δεν ήτανε καθόλου εντάξει, το αντίθετο μάλιστα, ήταν όλα μια φενάκη, από μέρους της, από μέρους της γλώσσας, που δεν ξόφλησε, σιγά μην ξοφλούσε, τόσο εύκολα τουλάχιστον, αν δεν έφτανε ως το τέλος της, ως την εκπλήρωση, ως το να το πει, ξόφλημα δεν φάνηκε ποτέ, σας το ορκίζομαι, παρόλο που αυτή ήτανε η εντύπωση, σύμφωνα πάντα με τη γλώσσα του σώματος, τη γλώσσα του σώματος της γλώσσας, που πριν από λίγο σπαρταρούσε μες στο κοίλος του στόματός μου σα να μην υπάρχει αύριο, σαν αυτό να ήτανε, σαν να σου λέει τετέλεσται, καπούτ, κείτομαι ανάποδα άρα πάει, γλώσσα ανάποδη σημαίνει ψόφος, σπασμοί σ' όλη τη σάρκα μου σημαίνει αγλωσσιά, σημαίνει ότι δεν υπάρχει γυρισμός, σημαίνει στον αγύριστο, αλλά όχι, τσου!, αυτή το 'χε στήσει για τα καλά, είχε σκηνοθετήσει τα πάντα, το σπαρτάρισμα, τον πνιγμό, τη παραίτηση, μόνο και μόνο για να μ' εξαπατήσει, μόνο και μόνο για να με βαυκαλίσει, που θα μ' είχε ούτως ή άλλως, αυτό έλειπε, αλλ' όχι κι έτσι, τόσο εύκολα εννοώ, όχι, δίχως αντιπερισπασμό θαρρώ θα υπήρχε κάποιου είδους αντεπανάσταση, μερική αντίσταση, μια έστω απάντηση στην αντάρα της, στον ξεσηκωμό, στη διαφυγή της, γιατί αυτό έκανε εν τέλει, διέφυγε, και καλά έκανε δηλαδή, αλλά κατ' εμέ το πιο ενδιαφέρον πράγμα ήτανε το πως το έκανε, χα! αμφιρρέποντας, ανάμεσα σε μέσα υποτονικά, όπως ταχτάρισμα, υποτονθορυσμό ή παπαγαλία και σε εργαλεία ξεκάθαρα πιο ωμά, όπως έξαψη, παραλήρημα και διεμβόλιση, που μεμονωμένα, ναι, δεν δίνουν τίποτα, αλλά συνδυαστικά και προϊόντος του χρόνου μας κάνουν Άλωση και δεν είμαι υπερβολικός, καθόλου, γιατί εδώ έχουμε να κάνουμε με επικό ριφιφί, αμέ, με άνοιγμα κερκόπορτας, με ρήξη οδοντοφράγματος, με διάρρηξη του έρκους των δοντιών μου, την τελευταία έπαλξη δηλαδή πριν την άνευ όρων παράδοση, τον μπρος στα μάτια σου εξανδραποδισμό μου, την αύτανδρη ρευστοποίηση του είναι μου, πριν την ολοκληρωτική μετατροπή του έρωτα μου -και πες τον όπως θες πάθος, καύλα, καψούρα, τεπετακλάζ, τύφλα ή φώτιση- από κρυψίνους σε διαρρέον, από ρανίδα σε αναβρυτήριο κι από τριγμό σε ντάπα ντούπα και χλαλοή, σε πίδακα και σε πικάπ, σε πιδακάπ, ε δεν μπορούσα, ε όχι, μου ήταν αδύνατο, να μην ενδώσω εννοώ, σ' αυτόν τον συμφυρμό, σε αυτή τη τέλεια λεξιπλασία, που είναι τέλεια όχι επειδή είναι γουστόζικη, αλλά επειδή είναι καραπατέντα, αλλά πάλι, γιατί δεν είναι γουστόζικη;, και βέβαια είναι, μαζί ίσως και θλιβερή ή μάλλον καταρχήν θλιβερή, και σε δεύτερη, σε πολύ δεύτερη φάση γουστόζικη, αλλά τελοσπάντων τι σημασία έχει στη τελική, το πιδακάπ, πάει αυτό ας το ξεχάσουμε κι ας προχωρήσουμε, μουβ ον, ήτανε μονάχα ένα λόγου παίγνιον, μία φαρσα άνευ σημασίας, αλλά ας πάμε στα πιο σημαντικά, επιτέλους, γιατί σημασία αυτή τη στιγμή έχει, αν έχει κάτι σημασία, είναι, με μια λέξη, εγώ!, που και χειραφέτημα και άθυρμα, την ίδια στιγμή, κοίτα με, είμαι πια μια ιδιόρρυθμη μάκινα, που παράγει ακατάληπτους, καβαλιστικούς ήχους, φαινομενικά μόνο, γιατί άμα μπεις στον κόπο και κάτσεις εκεί πέρα στο θρανίο της τρελαμάρας και αποτυπώσεις αυτόν τον συρφετό ως συμφωνία σε μια παρτιτούρα, ε εκεί γίνεται το ανέλπιστο έλα να δεις, εκεί που δεν το φαντάζεσαι, αφουγκράσου, πιδακίζει ξέφρενος ένας ορμώδης και αστείρευτος χείμαρρος μυκηθμών, ένας ρόχθος, που αν τον ακούσεις προσεχτικά και δεν το βάλεις στα πόδια από δειλία, κρένει το όνομά σου Αγγελική, εις τ' όνομα τελικά του ίδιου -και εδώ νομίζω φτάνω κάπου και βλέπω φως στο τούνελ- του ανυπόληπτου εξοστρακισμού, όπου άπαξ και ήρθη, πήρε και σήκωσε και ξαπόστειλε και εγκλώβισε μέσα στο χρονοντούλαπο της ιστορίας όλα τα όστρακα που μεθοδευμένα αναγράφαν το όνομά σου, χαραγμένα από τον επάρατο οβελό των δισταγμών, της περιστροφής, της ατολμίας και μιας χριστιανικής καταγωγής αναστολής -γιατί πάντα οι αναστολές μου έχουν καταγωγή θρησκευτική- και έστειλε στο ανεπίστρεπτο εκείνη την εποχή της αφωνίας και της εγκράτειας. Την εποχή της πλάνης. Των συμβολικών αυτοχειριασμών, της σιγοβράζουσας λογοκρισίας, της λανθάνουσας ερωτοπληξίας. Η εποχή που δεν μπορούσα να το πω, πόσο μάλλον να το μουτζωρώνω τρίβοντας γραφίτη με ύφος πάνω σε σελίδα Α4 ή μπουρδουκλώνοντας τα δάκτυλά μου πάνω στο ξένο πληκτρολόγιο. Αγγελική, δες με, τώρα το μπαμπαλίζω ανερυθρίαστα.



2


Υπήρχε κάποια μήπως προηγούμενη; Και βέβαια υπήρχε. Ίσως και να μην υπήρχε μάλιστα η Αγγελική, αν τη μέρα που τη γνώρισα δεν είχα συρθεί ως τη μιλόνγκα γι' άλλον λόγο, μπας και πέσω πάνω σ' άλλη. Έτσι πάει: ο εν σπέρματι πόθος τίκτεται ακαρτέρητος μέσα στις ωοθήκες κάποιας ήδη εγκυμονούσας. Η οποία αψηφώντας την γκαστριά παρέμενε όρθια και λυγερή και λικνίζουσα και ήταν πολύ απασχολημένη όχι με τη κοινή προοπτική μας, αλλά με τις εφήμερες χαρές της λαγνουργίας και σα μαριόλα βασίλισσα ενός ζαλισμένου μελιτοφόρου σμήνους, δεχότανε και χόρευε και μειδιούσε και δε χόρταινε. Κοίτα ρε μεταβολισμό! Εν αντιθέσει με τη δύσπεπτη καθίμενη μιζέρια μου, που την ίδια ώρα παραγκώνιζε ή παρεξηγούσε τη χαρά της συντροφιάς, το παιχνίδι με τα βλέμματα, τα αγγίγματα, τα χαμουρέματα, τις κρυφές της κινήσεις· την αφοσίωση στους κηφήνες. Και το παράδοξο ήταν αυτό, ήταν ότι όλη αυτή η καταφρονημένη χασμωδία συγχρόνως υποδαύλιζε και κατασίγαζε τη διστακτική μου κάψα: διότι μπορεί το αίσθημά μου απ' τη μία να θριάμβευε με την αδιαφορία και την αδιάλλειπτη μη διαθεσιμότητά της, αλλά απ' την άλλη η αυταρέσκειά μου μαράζωνε στη σκέψη ότι άλλοι ξεζουμίζουν και επικονιάζουν το άνθος της διαδοχικά, αφήνοντάς μου στο τέλος τι;, τη καχεκτική επιλογή να αγκαλιάσω ξέρω 'γω και να ασπαστώ έναν κόμπο αγκαθιών;

Μια παρένθεση εδώ. (Και μια παρένθεση της παρένθεσης, μόνο και μόνο για να σκάψω τον λάκκο της παρένθεσης που βρίσκεται εκτός της τρέχουσας παρένθεσης και φυσικά και τον δικό μου τον λάκκο γενικότερα, γιατί εντάξει τώρα που το διπλοσκέφτομαι και το ξανακοιτώ, που εννοείται, ναι, δεν έχει!, φυσικά κι όλο αυτό έχει περάσει -παρόλο που δεν του φαίνεται- από κρησάρα κι ενδελέχεια και ξανακοίταγμα, τι;, ότι έτσι;, ότι στο πόδι, μα είναι αυτονόητο, αλλά ας χωρέσω τελοσπάντων εδώ μια αποσαφήνιση, για να μη παρεξηγούμαι, ότι όλα αυτά εδώ, τώρα, τα ένθετα, είναι εγγραφές πρόσφατης στρωματογραφίας, μεταγενέστερης, που συγκριτικά κιόλας, αναδεικνύουν και πόσο απαρχαιωμένη και πόσο κωμική είναι η αρχική σκέψη για παρένθεση, και πολύ περισσότερο μάλιστα, η επίσημη δήλωσή της, η περισπούδαστη διάκριση παρενθετικής και κύριας αφήγησης, λες και υπήρχε ή θα μπορούσε να υπάρξει υπό οποιεσδήποτε προϋποθέσεις μέσα σε αυτό το ντελίριο η παραμικρή διαφόριση μεταξύ είδησης και σχολίου, φαντασιακού και πραγματικότητας, παράθεσης και επεξήγησης) Εν πάση περιπτώσει. Το τάνγκο τελευταία ακόμα και στις πιο ελευθεριακές και απέριττες μορφές του, θυμίζει αστικό έθος, κουβαλώντας και όλα τα συμπαρομαρτούντα αυτής της μεταστροφής. Έχει διαλείμματα, ξαποστάσεις, ευγένειες, κομφορμισμό. Κανονισμούς και όρια και μη αρνήσεις. Όμως μερικές -λίγες ειν' η αλήθεια, αλλά δικό σου καθήκον να βρεις τα λημέρια όπου οι πιθανότητες καρπίζουν- φορές εκτός από μη άρνηση, άμα είσαι ανέλπιστα τυχερός, μπορεί να λάβεις και κατάφαση. Κυριολεκτική κατάφαση. Γνέψιμο κανονικό ντε. Κι εσύ τότε Αγγελική έκανες ακριβώς αυτό, μου έγνεψες θετικά. Δεν μ' αρνήθηκες. Τα θυμάμαι όλα ξεκάθαρα, όλα τα θυμάμαι. Τα μαλλιά σου ήταν πιασμένα πίσω σε κότσο ολοστρογγυλό σαν μπαλαρίνας, μπαϊλαόρας καλλίτερα, το σκουλαρίκι σου, αχ αυτός ο αθός των κοσμημάτων, θύμιζε κινέζικο ήλιο, το χαμόγελό σου ήταν σκέτη φθινοπωρινή λαμπηδόνα, τα ρούχα σου συνυφασμένα από κάποια νεφελοκοκκυγία το δίχως άλλο, και η ανάσα σου μύριζε τσίχλα-μαστίχα. Παρατρίχα. Παραλίγο να πέσουμε. Να σε ρίξω δηλαδή, όχι τ' αντίθετο, να με ρίξεις, που ακούστηκε αυτό ξανά άλλωστε, ντάμα να ρίχνει καβαλιέρο, ακόλουθος τον οδηγητή, τον λίντερ, όλα κι όλα, μπορεί ο χορός να είναι αστικός κι εξουσιαστικός και να ζέχνει πατριαρχία, αλλά το καλό είναι, αν μπορεί κάποιος να βρει καλό σε αυτή την ανισορροπία, ότι για τα λάθη και τα στραβοπατήματα και τις ανακολουθίες και τις εν γένει αστάθειες δεν φταίει η ακόλουθος, η παρτενέρ, αλλά ο Τιμονιέρης, κι αυτό ήταν που μ' ενθουσίασε πάνω σου, ότι με συμπλήρωσες δίχως να σου ζητηθεί ή ανατεθεί, δίχως να νοιάζεσαι για τους ρόλους, και πολύ καλά έκανες, γιατί το 'χες με την ισορροπία, ενώ εγώ το αντίθετο, πανθολογουμένως όχι, δεν το 'χα, αλλ' εσύ είσαι το πιο ιδανικό ταίρι, γιατί ορίστε, είχες κανονίσει ακόμα και τα της αντιρροπίας. Αλήθεια, πού το σκέφτηκες Αγγελική; Το 'χες προμελετήσει; Το 'χες μύχια προβλέψει; Που ο κρίκος σου ο περιττός στο δεξί -κι όχι στ' αριστερό- αφτί ήταν το τέλειο ζύγι, το υπερακριβές βαρίδι, που χάρις σ' αυτόν εφυήραμε εν ακαρεί το μυστικό της δικής μας στάθμισης: κάτι μεταξύ ρυθμού και (καρδιακής μου) αρυθμίας. Γιατί αυτό είναι, και το συνειδητοποίησα μόνο τότε, μόνο όταν ισορροπήσαμε, ότι η ισορροπία, δεν είναι αυθύπαρκτη, ούτε ντε φάκτο και σε καμιά περίπτωση δεν εννοείται κι ούτε καν θεωρείται πιθανή όσα καντάρια χορού κι αν ξέρεις, όσο και να σκαμπάζεις, γιατί μπορεί να είναι τόσο εύθραυστη και τόσο εξαρτημένη από απρόβλεπτους παράγοντες, όπως να, ένα περιττό σκουλαρίκι, ένα σκουλαρίκι στο δεξί, ένα στο αριστερό τι σημασία έχει, αλλά έχει και παραέχει, γιατί τελικά κάπου εκεί επιτυγχάνεται η ισορροπία, κάπου στο ενδιάμεσο, κάπου μεταξύ επιτήδευσης και οικειότητας, κάπου μεταξύ παραπατήματος και απογείωσης, κάπου μεταξύ προέλασης και συνθηκολόγησης, κάπου εκεί τελοσπάντων που νιώθεις -νιώθουμε- ανδρόγυνο, όχι δυο χωριστές και αυτόνομες οντότητες, αλλά ένα πλάσμα. Το ξέρω ότι είναι αμάρτημα, αλλά κοίτα να δεις, θαρρώ πως όταν είμαι μαζί σου συμπλεγμένος, νιώθω μια όμορφη έπαρση, Αγγελική, φιλοδοξώ την ισοθεΐα.



3


Από τότε πέρασε πολύς καιρός. Η ύβρις μου δεν έμεινε ατιμώρητη. Η τότε ενότης έγινε ασυγκόλλητο σχίσμα, η μονάδα δυάδα, η πληρότητα έλλειψη, ο χορός μας γίνηκε στοίχειωμα και το αρχικό τανγκοπιάσιμο, πια γροθιά στο στομάχι. Σ' έχασα. Και το χάσιμό σου δεν ήταν απλή απώλεια. Αλλ' ακρωτηριασμός. Κι απ' το 'να στ' άλλο βράδυ έμεινα ανάπηρος, δίποδος και μόνος. Δεν στάθηκα όμως με σταυρωμένα τα χέρια, αποπειράθηκα να αναζητήσω αλλού το άλλο μου μισό, τη προπατορική συγχώρεση. Την επανένωση. Κι έτσι έγινες ένας άπιαστος νοσταλγικός μύθος μιας άλλης θεογονίας. Κοίτα, ήτανε νομοτελειακό άλλες να πάρουν τη θέση σου, άλλα σκουλαρίκια να αγοραστούν στην εις μάτην προσπάθειά μου να αποκαταστήσω την απορριγμένη ισορροπία. Μα το σχέδιο πήγε στράφι. Παραπαίω ακόμη. Δεν μπορώ να πάρω τα πόδια μου. Κι όταν βρίσκω τον βηματισμό, κι όποτε το θυμάμαι, έρχομαι να χορέψω. Πού και πού σε πετυχαίνω κιόλας. Αραιά χορεύουμε και αραιότερα μιλάμε. Για να σπάει η σιωπή και για να μη μένει μετέωρη η αμηχανία.

Είχα συννενοηθεί με την Ελένη να έρθουμε μαζί τις προάλλες. Ήμουνα τύφλα και κατακαυλωμένος. Είχε τον τρόπο της κάθε φορά αυτή να με ανάβει. Φτηνή παραφίνη, αλλά τέτοιες ώρες συμβιβάζεται κάνεις και με υποκατάσταση. Με εύφλεκτη πρώτη ύλη που διαποτίζει το ξυλάριο των σπίρτων μου, τόσο δραστική που ακόμη και ξερός απ' το αλκοόλ να 'μαι, ή μήπως χλωρός;, αφού ποτισμένος στο οινόπνευμα, άρα νοτισμένος, άρα χλωρός;, αλλά τελοσπάντων όπως και να' ναι, ξερός ή χλωρός, ή και τα δύο μαζί, και μάλλον αυτό, το τελευταίο, ισχύει, αυτό το υπεραπλούστευμα, ότι μαζί με τα χλωρά καίγονται και τα ξερά, καίγομαι κι εγώ, η δραστικότητά της δεν αργεί να μ' αναφλέξει. Μια απλή εντριβή, μια επιφανειακή μάλαξη, ένα χάιδεμα. Ένα κωλοτρίψημο αρκεί. Και μου τα 'δωσε όλα η Ελένη. Και μετά είχα να περιφέρω μια φλεγόμενη στύση σαν λαμπάδα καθώς ζητούσα τις κοπέλες για χορό. Όχι και πολύ πρέπον εδώ που τα λέμε. Ευτυχώς όμως η έκρυθμη αυτή λαμπαδηδρομία δεν κράτησε για πολύ. Δεν με σύμφερε. Είναι δύσκολο να βαδίσεις πόσο μάλλον να χορέψεις με τρία πόδια. Δεξί, αριστερό, δεξί, μετά τι;, μεσαίο;, η ντάμα τα χάνει. Και είπαμε, δεν το 'χω που δεν το 'χω με την ισορροπία, να βάζω τρικλοποδιές στον ίδιο μου τον εαυτό με το να του προσθέτω περιττά δεκανίκια, αυτό παραπάει. Έτσι κατάβρεξα τις πυρακτωμένες στάχτες μου κι άρχισα να φέρομαι προσηκόντως. Πρώτα πήγα κι έκανα γνωριμίες. Είπαμε, η διάθεση ερωτοτροπίας στέγνωσε, όχι και η ποτισμένη μου απ' το πολύ ποτό διάχυση. Έπειτα άρχισα να χορεύω. Με το πουλέν του Ραμίρο, τη Νατάσα, έτσι για προθέρμανση, που στην αρχή την έκανα τριάντα και της το 'πα, κι αυτή τα 'χασε και μου είπε ότι πρώτη φορά της το λέν' αυτό, και ήτανε νορμάλ αυτό, εννοώ που δεν την είχαν ξαναπεράσει για τόσο, γιατί όταν έπειτα σε κάτι ότσος στριφογύρισε και αλλάξαμε θέσεις και την έλουσε το φέγγος του φανοστάτη φωτίζοντας τα ωχρά χαραχτηριστικά της, φωτίστηκε και το ολοφάνερο, ότι δηλαδή ήτανε ξεκάθαρα μικρότερη, ακόμη και μικρότερή μου, αλλά αυτή η ηλικιακή απόκλιση κάτω απ' το ύστερο φωτεινό φάσμα, αυτή η διαφορά φάσματος, δεν είχε καμία απολύτως σημασία εκείνη τη στιγμή, ούτε άλλαζε καθόλου το παραμικρό, το ότι για παράδειγμα, την έβρισκα πανέμορφη και ιδανική, γιατί ίσως ήμουνα μεθυσμένος, γιατί ίσως μου άρεσε και λίγο, γιατί ίσως με συνεπήρε που προσιδίαζε σε πρωταγωνίστρια του Ντοστογιέφσκι, με τα ωραία της παπούτσια, με το αριστοκρατικό της το φόρεμα, με το επίσημο κόσμημα γύρω απ' το λαιμό της και κατόπιν έφυγα από κει, μόλις έπεσε η κουρτίνα και πριν πέσει και με πλακώσει ο πέπλος της αυλαίας, και πήγα και ζήτησα και χόρεψα με μία άλλη παρακείμενη που ήτανε πέρα για πέρα ανομολόγητη, αλλά που δεν συγκράτησα το όνομά της, που πώς να το συγκρατήσω που δεν ρώτησα εξαρχής, που δεν κατάλαβα ποτέ τι φταίει γι' αυτή μου την ενοχλητική έξη, την έλξη μου στο ινκόγκνιτο, στη μη σύσταση άπαξ και προηγηθεί με κάποια ονοματοσεφτές, αλήθεια τι;, η όψιμη αλαζονεία μου;, κάποιο ανεπούλωτο παιδικό τραύμα;, μία κάλπικη αντίληψη περί ανωνυμίας ή τελικά κάτι αγνό και ανυπόκριτο που με οδηγεί στη συστολή αντί της σύστασης, ίσως και όλα αυτά μαζί ίσως και τίποτα απ' αυτά, γιατί ίσως σε αυτή τη περίπτωση η μη ενασχόλησή μου με χειραψίες και φιοριτούρες να προέκυψε όχι από συνήθεια αλλά από εξαίρεση, ίσως και λόγω εξαίρεσης, λόγω εξαιρετικότητας του χορού, όπου η ανεκδιηγητικότητά του, να το παραδεχτώ, ήταν εν μέρει απόρροια της επήρειας του αλκοόλ αλλά και σίγουρα απ' την άλλη, αποτέλεσμα του ψυχανεμίσματος ότι ύστερα θα σε απαντήσω και θυμάμαι ότι δεν θυμάμαι για ποιον ασυνάρτητο λόγο, αλλά σε ένα διάλειμμα καθόμουν και της έλεγα κάτι για αείρροους καταρράκτες και για μαύρα λιβάδια και για αστέρια του Δαβίδ, σε σημείο που όλο αυτό το αυθόρμητο ξέσπασμα να με μεταρσιώσει και να με οδηγήσει σε επιτόπια μέθεξη και σε μια βιαστική και επιπόλαια επίγνωση, που δεν έμεινε άρρητη, σιγά μην έμενε, της το 'πα, ότι ο χορός που μόλις έλαβε χώρα και τελείωσε και μας αφορούσε, αρκετά με τα μισόλογα, μας συναποτελούσε, και δεν ήταν ούτε ψέμα, ούτε αμετροέπεια, "ότι ήταν ο πιο όμορφος χορός που χόρεψα απόψε". Και ναι ίσχυε, αλλά έως τότε.

Γιατί μετά εκεί σε μια ανάπαυλα, σε μια παύση, σε μια ανακωχή, σε μια κανονική επίσχεση των πάντων:, χορών, κινήσεων, μουσικών, λέξεων, από ποιον;, από σένα;, με ποιον σκοπό;, την αποζημίωση;, σε τι; σε παρά;, σε είδος;, σε περιαγωγή;, σε είδα άξαφνα απ' την απέναντι πλευρά και απ' το επόμενο ψευτοδευτερόλεπτο στεκόμουνα εκεί πέρα μουγκός, ανήμπορος να αρθρώσω λέξη μπρος στην ανεκλάλητη ομορφιά σου, μπρος σε αυτή τη κατάκοπη και ιδρωμένη και αψιμυθίωτη ομορφιά σου, αλλά για μια στιγμή μόνο, έπειτα είπα, όχι, θα σε αποζημιώσω ή τουλάχιστον δεν θα σε απογοητεύσω και έτσι για πρώτη φορά στη ζωή μου, πρώτη, όχι γιατί ήταν όντως πρώτη, αλλά γιατί κάθε τέτοια φορά είναι σαν πρώτη, είπα να μην αφήσω αυτή την ευκαιρία να πάει χαμένη και έτσι κινητοποιήθηκα, τι έκανα ακριβώς δεν θυμάμαι, πως κινητοποιήθηκα εννοώ, πως κινήθηκα, τι είπα, πώς σε προσέγγισα, πώς σου πούλησα το χορό, ποιο ακριβώς ήταν το πιτς μου, έτσι το λένε, το 'ψαξα, όχι αυτά δεν μετρούσαν, απ' τη στιγμή που όντως το 'κανα, γιατί δεν σ' άφησα σ' αυτή τη σκεβρή σου τη στάση, που ίσως και να 'πρεπε, γιατί έμοιαζες ότι χρειαζόσουνα μυοχαλάρωση, ξεσκότισμα, μια παροδική αποχή έστω, αλλά ένας χορός πάνω, ένας κάτω, ε; και εδώ που τα λέμε, αυτά της μέριμνας τα σκέφτηκα εκ των υστέρων, τώρα, όχι τότε, γιατί τότε Αγγελική δεν υπήρχε σκέψη, υπήρχε μόνο ορμέμφυτο και αυθορμητισμός και σε πήρα αλά μπρατσέτα να χορέψουμε έναν μόνο μισό χορό, αφού το κομμάτι έπαιζε ήδη και δέχτηκες κατενθουσιασμένη γι' αυτή τη πρόσκληση, ίσως περισσότερο για την υπόσχεση του βραχείας διάρκειας χορού, και χορέψαμε και ο χορός αυτός, αυτά τα λίγα δευτερόλεπτα και τα ακόμα λιγότερα βήματα, δεν ήτανε τίποτα συγκρίσιμο με πριν, με οτιδήποτε, με οτιδήποτε κι αν έχω με όλες μου τις αισθήσεις ως τώρα ατελώς εντρυφύσει, όλα τα μικρά ή μεγάλα, τα επιφανειακά, τα ποιητικά, τα άδηλα ή τα περιπόθητα, τα όλα πάνω σου: οι ιδρωμένες σου μασχάλες, η ανεπαίσθητη ελιά πάνω δεξιά στο χείλος σου, τα ευωδιαστά μαλλιά σου πιασμένα σινιόν, πάντα σινιόν, το δροσερό σου πηγαίο γέλιο κι η ευσχημάτιστη πυγή σου, που ας εξηγηθώ γιατί μοιάζει ακατανόητο, τα 'βαλα μαζί, πηγαία και πυγή, που είναι ομώνυμα, αλλά όχι γι' αυτό, αλλά γιατί στο μυαλό μου παρετυμολογικά συνδέονται, αυτά τα χαρακτηριστικά, με μια ετυμολογία τόσο παράλογη, που θα ήταν καλό να μην αναφερθεί, ναι εδώ, γιατί θα περιπλέξει ανεπίστρεπτα τα πράγματα, άστο καλλίτερα, ας αφήσουμε το έτυμο και τη σύνδεση μόνο στο μυαλό μου, μόνο εκεί και έτσι, γιατί στη κανονικότητα ποτέ, αφού το πηγαίο σου γέλιο έχει αισθαντικό βάρος, ενώ η πυγή σου μονάχα ηδονοβλεπτική ελαφρότητα, πώς να συναντηθούνε;, πού να πάνε μαζί;, σε ποια ετερόκλητη λέσχη να συμφυρθούν;, ή έτσι στο αναφανδόν;, ακόμη χειρότερα, οι πυγές δεν μπορούν να τύχουν σε καμία περίπτωση εν δήμω θαυμασμού, παραμόνο ιδιωτικής κατάνυξης, γιατί για τέτοια υποκρισία μιλάμε, όχι, ο κώλος σου δεν μπορεί να εξυμνηθεί, άκυρο, βέτο, παραμόνο για άλλα πιο υψιπετή πράγματα έχω το δικαίωμα, κι ας είμαι καλλίτερα πιο προσεκτικός, θα είναι κρίμα αυτή εδώ η ωδή ύστερα μάλιστα από τόσες στροφές να περιπέσει σε ανυποληψία λόγω μομφής, από κάποια αυτόκλητη επιτροπή δεοντολογίας αν μη τι άλλο, λόγω μη έγκρισης, το κέρατό μου, όχι, δεν θα το αντέξω, να το λογοκρίνουνε και να συνεχίζει το κείμενο λειψό ξέρω 'γω, σα να μη συνέβη τίποτα από πέντε γραμμές πιο κάτω, από εκεί που αρχίζουν τα άλλα τα πιο ευπρεπή, τα πιο συνηθισμένα και κανονικά, όπως λόγου χάρην, όπως οι χορευτικές κινήσεις σου για παράδειγμα, που δεν υπονοούν τίποτα πρόστυχο, παραμόνο ενέργεια, αλλά ίσως και όχι μόνο ενέργεια, αλλά και περίγραμμα, αλλά ντάξει αυτό δεν το υπονοούν όπως την ενέργεια, αλλά το επινοούν, το διαθέτουν, το περίγραμμα, κι έτσι δηλαδή και μεταφέρονται και αποτυπώνονται εδώ, παγιωμένες και αναλλοίωτες, αμ τι νόμιζες, ότι τις περιγράφω από μνήμης;, ούτε καν!, έχουν χυθεί με τον πιο μη συγκεχυμένο τρόπο πάνω εδώ σε αυτό το χαρτί, ένας περιγεγραμμένος πολτός αυστηρά ορισμένος απ' το τσέρκι του παλπ, του παλπ φίξιον όχι των παλπ φυλλάδων, του παλπ όχι του Κόκερ αλλά του Ταραντίνο, αυτού που χάρις του χορεύεις σαν αυτήν, σαν Αυτήν, ξεκάθαρα, σαν την Μισιρλού, με τρόπο παράφορα ανατολίτικο, αλλά και μεταμοντέρνο και εκρηκτικό, και το εκρηκτικό αυτό σου το μείγμα σπάζει όλα τα τσέρκια και αφήνει πίσω φυράματα και υπολείμματα ακανόνιστα και σχήματα σουρεαλιστικά και απερίγραπτα τελικά, κι ας έλεγα πριν ότι το αντίθετο, και άρα μη σχήματα, ίσως;, και ίσως, σκέφτομαι, ότι ίσως είναι και εμπρόθετο από μέρους σου, όλο αυτό, να μην αφήνεις ίχνη δηλαδή πίσω σου, να είναι αυτός ο ρόλος σου, γενετήσιος και καταστροφικός, συγχρόνως, πρώτα να γεννάς κι έπειτα ν' αφανίζεις, πρώτα να περιγράφεις (<γράφω πέριξ) και έπειτα να μετατρέπεις σε κονιορτό τα σχήματα-κινήσεις σου, πρώτα να φυτρώνεις με τα δάχτυλά σου ρίγη κατά μήκος της ράχης μου, κι έπειτα να την ξεχορταριάζεις με ένα χραπ και να την μετατρέπεις σε στέρφα, πρώτα να κηδεύεις με το χαροπάταλο βλέμμα σου όλες μου τις ανησυχίες, κι έπειτα να ξεθάβεις δίχως προάγγελμα τη κάσα του αποχωρισμού και να μου λες στ' άξαφνα αντίο.

Τετάρτη, 22 Ιουνίου 2016

Είν' η αγάπη 7 φορές*

*αφιερωμένο στο Ορλάντο και την λοαδ κοινότητα.

Ο Μιράντα ανεβαίνει τώρα να πάρει το βραβείο καλλίτερης μουσικής σε μιούζικαλ. Είχε ανέβει κι άλλες φορές πιο πριν, είναι η βραδιά του απόψε. Όμως τώρα δεν αρκείται σ' ένα γρήγορο ευχαριστώ κι αντί να παραλάβει το βραβείο, ξεκινάει ν' απαγγέλνει ένα σονέτο. Μπορεί να το 'χει σκαρφιστεί απ' το σπίτι του, μπορεί μόλις πριν ανέβει, πάντως γεγονός είναι ότι το διαβάζει. Οπότε σίγουρα το 'χε προετοιμάσει. Λίγο ή πολύ δεν έχει σημασία. Σημασία έχει πως δεν του βγήκε εκείνη την ώρα το συναίσθημα, δεν τον συνεπήρε ο αυθορμητισμός, δεν τον έζωσε το άλγος που χτύπησε το Ορλάντο, δεν τον χτύπησε λίγο παραπάνω ο προβολέας, δεν ξεκίνησε να παραληρεί. Όχι. Το 'χε σχεδιασμένο. Μπορεί να του πήρε πέντε, τρία, μπορεί μόλις ένα λεπτό, ναι γιατί όχι, άλλωστε το κάνει βιοποριστικά αυτό το πράγμα, το στιχούργημα -και μάλιστα πολύ καλά- αλλά του πήρε, διάολε, σίγουρα έστω ένα λεπτό. Κι όταν ανέβηκε εκεί πάνω λοιπόν, ήξερε.

Και ξεκινάει να διαβάζει χαμογελώντας και δέκα στίχους πιο κάτω και είκοσι μονάχα δευτερόλεπτα αργότερα δηλαδή, ο Μιράντα με το ζόρι βαστούσε πια τα δάκρυά του. Και δεν είναι ότι υποκρίνεται. Ούτε ότι το παίζει νορμάλ. Απλά παραπαίει. Γιατί σε αντιδιαστολή με όλους τους υπόλοιπους ανθρώπους, ούτε το πλαίσιο, ούτε ο περιορισμένος χρόνος, ούτε η περισταλτική απαγγελία τον εγκλωβίζει, αλλά αντίθετα τον απελευθερώνει, τον μεταμορφώνει, τον υγροποιεί, τον μετατρέπει σε γλαφυρό κλάμα, σε ανθρώπινη τήξη, σε εκθαμβωτική μαρμαρυγή, σε απόκρημνη υπερβολή. Κι όμως. Την ίδια στιγμή, η τέχνη του σονέτου του φλερτάρει με την λαϊκότητα, οι ρίμες του ερωτοτροπούν με το χιπ-χοπ, η μανιέρα του είναι ύποπτη, τίποτα απ' όσα λέει δεν μοιάζει ξεχωριστό άμα το περάσεις απ' τη κρησάρα και δεν το ρουφήξεις σαν σφουγγάρι αποξαρχής απ' όλους σου τους πόρους -όπως δηλαδή είναι φτιαγμένο για να απορροφηθεί- εκτός· εκτός απ' το συναίσθημά του. Που είναι μοναδικό, που είναι ανθρώπινο κι όχι δημιουργικό, που είναι αυτό που είναι ο Μιράντα πάνω στη σκηνή και παντού, ένα συναισθηματικό κι όχι ένα δημιουργικό υποκείμενο, ένας κόκκος αυτοαναφλεγόμενος, μια ρινίδα ταχυκαής, μία σάρκα εύφλεκτη, μία ηριγενής αγλαή ύλη που φωτίζει τους γύρω του, μία συγκινητική υπενθύμιση που εξαίρει το ταυτόσημο, ότι η αγάπη είναι αγάπη είναι αγάπη είναι αγάπη είναι αγάπη είναι αγάπη είναι αγάπη είναι αγάπη...

Τετάρτη, 4 Μαΐου 2016

Και κανείς δεν επικράνθει

Τι διάολο τους είχε πιάσει; Ο Μορένα άλλαζε τους σταθμούς με νεύρο σα να του 'φταιγαν για κάτι οι δύσμοιροι, ενώ ο Τζόναθαν κι ο Σαντίμπ στο πίσω κάθισμα δεν έλεγαν κουβέντα, λες και δεν το δικαιούντουσαν, λες και ήτανε τίποτα παρίες, που αυτό κι αν ήταν κουφό, το πιο κουφό απ' όλα: τα πίσω στρώματα του αμαξιού δεν είναι καθόλου σαν τα αντίστοιχα μιας κοινωνίας, έχουν πάντα την πρωτοκαθεδρία στην εκπροσώπηση και προπαντός στον λόγο.

Η διαδρομή το πολύ να διαρκούσε δυο λεπτά για μένα, γιατί θα κατέβαινα στη Συγγρού στο ύψος της Καλλιρρόης. Μου την έδινε η όλη δυσθυμία της παρέας. Ε το πήρα απόφαση· θα τους την έδινα κι εγώ. Τι διάολο σε διακοπές ήμασταν -αισίως- πώς γίνεται να φέρονται έτσι. Τους εκδικήθηκα. Μέχρι να με κατεβάσει ο Μορένα απέναντι απ' το δέλτα, έκανα εσκεμμένα τον καραγκιόζη χορεύοντας απ' τη μέση και πάνω μ' ό,τι αρχιδιά έπαιζε το ράδιο, και κάνοντας λακιρντί μ' ό,τι πιο γελοίο μου κατέβαινε. Υποκρινόμουνα εν γνώσει και καθ' υπερβολή, αλλά δεν με ένοιαζε, κι ούτε είχα κάποιο λόγο να πανικοβληθώ γι' αυτή τη ταχυκαή εκζήτηση, επειδή θα έπεφτα δηλαδή νομοτελειακά σε λούπα και θα ήταν όλο αυτό κάπως αμήχανο· αυθωρεί με τη κατάβασή μου θα έληγε ο χαβαλές και μακάρι όλες οι εκθέσεις να διαρκούσαν τόσο.

Τους είπα γεια χαρά και καλή λαμπρή κι ας μην σήμαινε τίποτα αυτό για τους βάρβαρους. Εγώ το 'πα κι έφυγα. Στο φανάρι περνώντας απέναντι, πήγα να πέσω πάνω στον Μπρους και τον Γουάιτ που πέρασαν με κόκκινο και δεν σταμάτησαν ούτε πριν την διάβαση. Κι εγώ όχι μόνο δεν τους αποδοκίμασα από συνήθεια, αλλά τους χτύπησα και το τζάμι φορώντας μια γκριμάτσα ως χαιρετισμό. Συνέχισα και ανέβηκα απ' την Ζαν Μορέας προς το σπίτι. Στους δρόμους δεν περπάταγε όπως πάντα ψυχή κι όμως σήμερα διαισθανόμουνα μια διαφορετική αύρα, κάτι μεταξύ προσμονής και έξαρσης. Μπήκα στο σπίτι και έπλυνα τα πάντα: πιάτα, κατσαρολικά και φλυτζάνια τριών ημερών. Έπειτα έκατσα να γράψω λίγο. Δεν μου 'ρχοταν ούτε μια γαμημένη σκέψη, αλλά κάθισα με το στανιό μέχρι να σκαρώσω τρεις αράδες.

Ένιωσα λίγο καλλίτερα. Όλη τη προηγούμενη μέρα είχα τις μαύρες μου. Δεν έφτανε που θα δούλευα παραμονή και θα πέρναγα την αλλαγή στην Αθήνα, θα ήμουνα αποπάνω και μόνος. Όλοι την είχανε κάνει. Και απ' όσους είχανε μείνει, ούτε μέχρι το Ίλιον ήθελα να τραβηχτώ, ούτε ως το Γκύζη. Καλλίτερα μόνος στην Αρεοπαγίτου.

Είχα κανονίσει με την Ίσα, τη μοντέλα από τη Σουηδία να δώσουμε ραντεβού στο Μουσείο Ακρόπολης, για να της δείξω τι πάει να πει Πάσχα, τι πάει να πει Πάσχα κατά τα ειωθότα, τελοσπάντων. Τελευταία στιγμή μου το άλλαξε όμως και μου έλεγε να, ότι έχει κανονίσει κάτι άλλο, με κάτι άλλους και με κείνη εκεί τη Πολωνή τη φακλάνα τη φίλη της, που όλο έλεγε για τις κατακτήσεις της και τους εραστές της που ζήτημα αν το αιδοίο της το είχε αναδεύσει έστω ο αέρας. Όλο έτσι κάνει. Όπως και η Ίσα. Που με παίρνει τηλέφωνα και μου λέει πότε θα βρεθούμε και με ξελιγώνει, και στο τέλος τα γυρνάει όλα. Εκεί που θα 'ρχοτανε να με βρει και με ευγνωμονούσε για τη προσκλησή μου και που τη θυμήθηκα πασχαλιάτικα, με αντιπροσκαλεί να την ακολουθήσω σε μια εκκλησία στην Κυδαθηναίων. Όχι ρε πούστη μου. Όχι. Ούτε αν μου έδινε το πράγμα της για να κάνω Ανάσταση δεν θα πήγαινα.

Έβαλα ένα ποτήρι βότκα και το ήπια μονορούφι. Μόρφασα. Είχα καιρό να πιω. Μ' έφτιαξε όμως. Έπιασα να σιδερώνω, ενώ απέξω ακουγόντουσαν κάτι κωλόγριες να συζητάνε. Τις σιχάθηκα. Τέσσερις μήνες τώρα, δεν είχα ακούσει φωνή να 'ρχεται απ' το σπίτι αυτό, έπρεπε να 'ρθει η μεγάλη βδομάδα για να φανερωθούνε εν τω μέσω της νυχτός. Όπως κι ο νυμφίος. Κοίτα να δεις, που τελικά δεν είναι και τόσο παραβολικό αυτό. Όλη την υπόλοιπη χρονιά δεν ζούνε, το πράγμα τους έχει νεκρώσει, αλλά για τον Νυμφίο, ντύνονται, στολίζονται, φοράνε τα καλά τους και ταξιδεύουνε τη φωνή τους μες στη σιγαλιά. Και δεν θα 'χα αντίρρηση αν μαζί με όλα αυτά ο νυμφίος τους χάριζε επιτέλους και λίγη χαρά ανάμεσα στα σκέλια. Αλλά απ' την άλλη πανταχού παρών είναι ο τύπος, όχι πολλαπλόν φαλόν, πόσες να ικανοποιήσει.

Άρχισα να ντύνομαι και πια έπινα κατευθείαν απ' το μπουκάλι. Κοιταζόμουν στον καθρέφτη και έπαιρνα πόζες, το 'παιζα γκόμενος. Φόρεσα γραβάτα. Μου 'κανε κέφι. Βγήκα απ' το σπίτι και πήρα τη μεγάλη διαδρομή μέσω Φιλοπάπου. Στους δρόμους, μικρές ή μεγαλύτερες ομάδες ανθρώπων ενώνονταν σε πολύπλοκες ροές που κατευθύνονταν στη μία ή στην άλλη εκκλησία. Εγώ στην αρχή πήγαινα ενάντια στην κυρίαρχη που κατέληγε στην εκκλησία του αγίου Νικολάου του Φιλοπάπου, αλλά φτάνοντας στην Αεροπαγίτου, όλοι και πιο πολλοί ενώθηκαν μαζί μου και γίναμε μέινστριμ.

Μια γυναίκα με έντονα μεσογειακά χαραχτηριστικά έφτασε κοντά μου και φώναξε δυο άλλες που προπορευόντουσαν, σε μια απροσδιόριστη κυριλλική γλώσσα. Ήταν και οι τρεις τους πανέμορφες. Κι ενώ φαινόντουσαν ότι απείχαν ηλικιακά, ήτανε δύσκολο να τις ταξινομήσεις. Εγώ πάλι τις σκεφτόμουνα καυλωμένος με αταξινόμητα τα απιθωμένα τους ρούχα πάνω στο πάτωμα, γυμνές δίπλα (ή από κάτω) μου. Το λιγορευόμουνα το ξομπλιασμένο το συγγενικό τρίο. Που όπως και οι περισσότεροι γύρω είχανε βάλει κι αυτές τα καλά τους, αλλά όπως και να το κάνεις το όλο πράγμα αφίσταται από κείνη την ανεξαίρετη ομοιογένεια της επαρχίας. Κάποιοι προκλητικοί μάλιστα, έδειχναν πως δεν είχαν καν κάνει προσπάθεια να εγκλιματιστούν. Και μένα δηλαδή δεν μου καίγεται καρφάκι, αλλά εξωτερικά τουλάχιστον δεν πέρναγα για αλιβάνιστος.

Λοιπόν ο Θεός -ας τον βάλω κι αυτόν μες στην αφήγηση, μέρα του είναι- μας έχει 'ξηγηθεί πολύ άσχημα με τις γυναίκες. Φτιάχνει συνέχεια θηλυκά και τα σπρώχνει μπρος στις μούρες μας. Και η μια είναι κακομαθημένη κι η άλλη συντηρητικιά, της μίας τις περισσεύουν καμπύλες, η άλλη ανοίγει διαπαντώς τις πύλες, η μια έχει μυαλό μογγόλου, η άλλη βυζάρες αλλά στερείται κώλου, μερικές χαμογελάνε άσχημα, άλλες ακόμη χειρότερα καθόλου... Αλλά μία στο τόσο εμφανίζεται και η τέλεια γυναίκα. Αυτή που είδα να ανεβαίνει με φόρα την Αρεοπαγίτου. Κρατώντας μια σβηστή άσπρη λαμπάδα που προφανώς αγόρασε απ' τα γυφτάκια που είχανε βγει εξόρμηση ώρες πριν και είχανε στήσει αυτοσχέδιους πάγκους με πανομοιότυπες λαμπάδες ή φαναράκια και τα πουλάγανε κατά μήκος όλων των δρόμων του κέντρου. Την πήρα από πίσω. Αυτή δε μου 'δωσε σημασία. Έδειχνε ότι βιαζόταν. Στήθηκε απέξω απ' την εκκλησία, πίσω απ' το πλήθος. Εγώ την πλεύρισα για να με προσέξει. Τίποτα. Ε και αφού η παρουσία μου δεν έπιανε τόπο, είπα να χαθώ μέσα στη χάβρα με σκοπό μέσω της απουσίας μου να την προσεταιρίσω.

Και τέλεια να μην ήτανε και ούτε καν ωραία, εγώ εκείνη τη στιγμή ούτως ή άλλως έψαχνα κάποιον για να μην είμαι μόνος. Και αυτό μάλλον έκανε και κείνη. Αλλά ψάχνοντας κάποιον άλλο κι όχι εμένα. Στ' αρχίδια μου. Πήγα τελικά να της μιλήσω. Στάθηκα δίπλα της και συνωμοτικά της είπα:
"Ξέμεινα Αθήνα για απόψε, άμα δεν έχεις έρθεις με κάποιον, πολύ θα το 'θελα να κάτσουμε εδώ παρέα"
Τζίφος.
"Είμαι εδώ με τους δικούς μου. Αυτούς ψάχνω τώρα. Σόρι!"
"Μα τι λες, χαράς το πράγμα. Χρόνια πολλά!"
"Χριστός Ανέστη".

Δεν της αντευχήθηκα. Όχι γιατί είμαι τόσο πεισματικά άθεος. Αλλά γιατί αυτή ήταν σποϊλερού. Ο παπάς δεν είχε πει ακόμα τίποτα κι αυτή εκεί να τα ξεφουρνίζει έτσι, στη μούρη μας. Άκου "Χριστός Ανέστη". Προπέτισσα σκέτη. Κι ας ήταν η πιο ωραία των Αθηνών. Δεν την ήθελα πια. Κι όμως γιατί ακόμα την κοίταζα καθώς απομακρυνόμουν. Καθώς κρυβόμουν. Τους βρήκε τους δικούς της; Δεν τους βρήκε; Θεέ μου τι να κάνω; Να πάω να την βοηθήσω να τους βρει; Να κάτσω εδώ που κάθομαι; Να φύγω;

Έμεινα μέχρι το "Χριστός Ανέστη". Νευρίασα που είχε δίκιο η τύπισσα και μόλις είπε ο παπάς το "διασκορπιστήκανε οι εχθροί αυτού", την έκανα. Ήμουν τελείως παράταιρος εκεί πέρα. Δεν είχα καν ταίρι. Και ούτε λαμπάδα. Το σκέφτηκα να ψωνίσω μία πριν, αλλά δεν ήθελα να πάρω μία άχαρη, μίας χρήσης. Απ' τα γυφτάκια. Ήθελα να μου δώσει εκείνη τη δικιά της, να μου μεταλαμπαδεύσει τη λαμπάδα της και να μη σβήσουμε τη φλόγα αυτή ποτέ.

Έκοψα το μελόδρομα κι άρχισα να κατηφορίζω την Παρθενώνος. Σε δέκα λεφτά ήμουν σπίτι. Κάτι διάολοι στο δρόμο πετάγανε κροτίδες στους δρόμους, κάνοντας τους συναγερμούς να βαράνε. Καταραμένα, εδώ δεν είναι επαρχία.

Ήπια λίγη ακόμη βότκα απ' το μπουκάλι και ετοίμασα τα πράγματα γι' αύριο.

Σάββατο, 16 Απριλίου 2016

Και κατεβαίναμε τη Θερμοπυλών (ή τη Μαραθώνος;) και λέγαμε για τα προσφυγικά της, τα συνηθισμένα, κι εγώ είχα βαλθεί -θυμάμαι- να την πείσω ​για τα θετικά της Λόνδρας που ποτέ δεν είχα μέχρι τότε επισκεφτεί, και νομίζω το 'κανα, μόνο και μόνο για να το κάνω. Τέτοιος κάλπης είμαι. Για τη διαλεκτική και καλά του πράματος.

Και πάω εκεί, που λέτε, και τα βρίσκω όλα μαύρα -όλα σας λέω- από τον υετοφόρο καιρό, μέχρι τα ωραία -έξω κούκλα μέσα μούχλα- σπίτια, την μη αγγλοκρατούμενη ενδοπόλη [πού φτάσαμε(!), να γκρινιάζω για την -έστω κατά τα φαινόμενα- ειρηνοφιλής πολυπολιτισμικότητα του Λονδίνου, που καμία σχέση δεν έχει με την έκρυθμη κατάσταση του Παρισιού και των εγκύκλιων προαστίων] και κυρίως, ω Θεέ μου, με την εξωφρενική, contra naturam υπερκοστολόγηση των πάντων.

Αν αξίζει λοιπόν κάτι πια η γνώμη μου και την θέλεις ακόμα, εκ των υστέρων, τη μεταγνώμη μου έστω, ναι, μείνε Βαρκελώνη, μετοίκησε στα παράλια του Ατλαντικού ή άφησε το κλύδων να σε ξεβράσει σ' ένα ξερονήσι του Αιγαίου. Αλλά ποτέ, ποτέ, μην πας εκεί πάνω. Ή πήγαινε απλά πρώτα περίμενε στωικά τη τρύπα του όζοντος να μεγαλώσει αρκετά και να ισιώσει το κλίμα. Ή τον γυαλό.

Τα φιλιά μου

  © Free Blogger Templates Autumn Leaves by Ourblogtemplates.com 2008

Back to TOP  

Site Meter