Κυριακή 2 Νοεμβρίου 2014

Η ευπόρθητη τραχύτητα του γύναι

Δεν πρόλαβαν καλά-καλά να μ' αποχαιρετίσουν κι είχα ήδη χαθεί. Ηθελημένα. Μην ξαφνιάζεστε έτσι κάνω, χάνομαι, πάντα χάνομαι· δεν κοιτώ πίσω, τον εαυτό μου γι' αυτό που πα' να κάνει δεν θέλω να μεταπείσω, δεν εμμένω εις το επανιδείν, δεν νοσταλγώ ή μάλλον όχι, νοσταλγώ και δεν το δείχνω. Όσο προχωράω χάνομαι, όσο βυθίζομαι σ' αυτήν την καταχθόνια παρόρμηση να λησμονηθώ προκειμένου να μην λησμονήσω, χάνομαι και η αλήθεια είναι -και μην με πιστεύετε αν θέλτε- ότι όσο πλησιάζω τη λήθη -μέσω της μη λήθης- η αίσθηση του προσανατολισμού παραδοξολογεί, κινείται αντίρροπα, απομακρύνεται. Ώσπου χάνεται κι αυτή. Κι έπειτα άντε να ανασυγκροτήσω τη ταραγμένη μου σκέψη, τη διαδρομή, άντε μετά το γύρνα πίσω. Μα σιγά μην με νοιάζει, άπαξ και βρήκα αυτό που γύρευα, αλλά ακόμα κι αν δεν το βρω, ακόμα κι αν χάθηκα στο ψάξιμο, ακόμα κι έτσι, αν και πάλι δεν καταλαβαίνει κανείς την αξία του να χάνεσαι, έστω κι εκ του ασφαλούς, έστω και ταξιωτικά, έστω και για το τίποτα, άστο, ας μην χαθεί καλλίτερα ποτέ του και καθόλου. Ας ακολουθήσει μονάχα των δρόμων τη βοή, του πλήθους το χύδην, των τουριστικών οδηγών την ακαθόριστη σύγχυση φτιαγμένη από καλοπληρωμένες πληροφορίες και απουσίες που δικαιολογούν αλλοφροσύνη, ας ακολουθήσει νομιμοποιημένους τύπους, ας τρέξει πίσω από δήθεν προσανατολιστικούς χτύπους που -ω, τι έκπληξη!- αποπροσανατολίζουν μονάχα. Μη το δείτε ως επίπληξη και πολύ περισσότερο ως οιήση, μα μασκαραμένος κανείς με τον μανδύα του τουρίστα, νομίζω περισσότερο ρακένδυτο θυμίζει· ως εκ τούτου και χάνει τα ρούχα της ποίησης και δεν χάνεται.
Καλά κι εγώ από αντίδραση ακολουθώ το άκρον άωτον του αντιπαραδείγματος, το παρακάνω, ντάξει δεν είπαμε να το φτάσουμε ως εκεί, γι' αυτό, σε καμιά περίπτωση τα αποκλίνοντα καμώματά μου δεν είναι προς μίμηση. Μα λίγη υπέρβαση δεν είναι κακή, εξάλλου μόνος πια σκεφτόμουν, απελευθερωμένος, ανυπόμονος ήμουν, ασυγκράτητος, ηνίοχος ήμουν κι άφησα τα λουριά μου για να γίνω οινίοχος, επιτέλους άφησα ελεύθερο τον εαυτό μου ν' ακολουθήσει την εύθυμη εσωτερικότητα που ξεδιπλωνόταν μπροστά μου, ν' ακολουθήσει την πένθιμη μυρωδιά από αλκοόλ που αναδιδόταν παντού ολόγυρα. Για τη Γιάνα και τη Λούσι δεν ένιωθα ενοχές που τις παράτησα σχεδόν σύξυλες, που δεν τις περίμενα καν να μου πουν γεια πριν κάνω μεταβολή και φύγω, εξάλλου είχα φύγει ήδη πιο πριν, το φευγιό στο μυαλό είναι. Και φανταστείτε, να διαβάζουν τώρα αυτές, αυτές τις γραμμές, λέει, θα τις παρεξηγήσουν, τρία χρόνια μετά, κοίτα που θα παρεξηγήσουν, ετεροχρονισμένα θα την πάθω, μα ευτυχώς δεν μιλούν ελληνικά -που είναι όπως να το κάνεις ένας ικανός καθησυχασμός- αλλά όπως και να 'χει, για καλό και για κακό, καλλίτερα να μην πέσουν στα χέρια τους τα γραφτά αυτά και μπουν στον πειρασμό να τα μεταφράσουν στο πόδι. Μα και πάλι εύθικτες δεν είναι, τι διάολο, δεν είπα στο κάτω-κάτω ότι δυσβάσταχτη ήταν η παρουσία τους, κάθε άλλο, απλά και μόνο είπα, πως έπειτα απ' οχτώ μέρες συμβίωσης, όσο να 'ναι, επιθυμώ κι εγώ τη μοναξιά μου· όπως μάλλον και αυτές. Τη δεδομένη ένα μόνο επιθυμούσα, να 'μαι μόνος και έρμος. Αόρατος. Και το συγχρωτίζεσθαι εξάλλου, έχει κι αυτό το τα όρια του· κι ο ολοκληρωτικός ενστερνισμός, μάλλον μαραίνει την ταξιδιάρικη διάθεση παρά την φουντώνει. Περπάτημα μες στο ανεξερεύνητο άστυ. Κατάδυση μες στην ανωνυμία του πλήθους. Μονάχος. Έτσι αγοραφοβικά κατακτάς τις κορφές της αυτογνωσίας. Όχι συνεταιρικά, όχι παρέα με άλλους. Η αίσθηση του ανήκειν είναι καταρχήν παράβαση, ένας λυγμικός μονόλογος, μια συνομιλία με τη νύχτα. Κι ότι έρθει από κει και πέρα, ειν' καλοδεχούμενο. Συναναστροφές με αγνώστους, μεθύσια πνευματισμού και χυδαιότητας, αναρρίχηση μες στα ιεραρχικά στρώματα της αναψυχής, για όλα όσα θάρθουν, τέλος πάντων.
Με τη Γιάνα και τη Λούσι ήμασταν μαζί για οχτώ συνεχείς μέρες. Είχαμε ξεκινήσει οδικώς από Μιλάνο κι αποκεί αντί για την Α6, λοξοκοιτώντας χάρτη και τζι-πι-ες, αγνοήσαμε και βέλτιστες διαδρομές, και οδηγίες των ειδικών, και του κόσμου τις Κασσάνδρες και ορμήσαμε για Μπουρνό μέσω Ελβετίας. Κάψαμε μερικά γαλόνια παραπάνω βενζίνι, μα ως ανταπόδοση κερδίσαμε την πιο ωραία κούρσα της ζωής μας. Έτσι πάν' αυτά, έστω κι αν δεν θα 'πρεπε να παν' έτσι: ωφελιμιστικά. Πριν κλείστε θέση με την Raynair ξανά λοιπόν την επόμενη φορά, σκεφτείτε τι χάνετε. Και δίπλα στο κουτάκι “λόγοι που έχετε καιρό να χρησιμοποιήσετε τις υπηρεσίες της εταιρείας μας”, κοπανίστε τους στα μούτρα όλα τα χαράματα που εντριφύσατε κι όλες τις θαμπές λάμψεις των φαναριών στους ομιχλώδεις δρόμους του αυτοκινητόδρομου έξω απ' τη Νιόν, που ταράζονται απ' τον άνεμο της νύχτας και χάνονται τελικά κάτω από το πυκνό πρόωρο χιόνι του Νοέμβρη. Ντάξει υπερβάλλω, και το ξέρω, και το ξέρετε, ούτως ή άλλως εμείς επιλέξαμε αυτή την πορεία γιατί μας έκανε· θέλαμε να κάνουμε τάμα στη γεννέτηρα του Κούντερα, να δούμε το Μπουρνό, να δούμε την Βελόσιτι· την Αγγλίδα από την Σιγκαπούρη, τη φίλη της Λούσι· κι έπειτα Πράγα. Στο Μπουρνό κάτσαμε πέντε μέρες κι η διαμονή ήταν αλησμόνητη, μα δεν ξεκίνησα να γράφω για το Μπουρνό, αλλά για την Πράγα κι ούτε καν γι' αυτήν. Ούτε καν γι' αυτές: για τη Λούσι, για τη Γιάνα, για τη Βελόσιτι. Δεν τις ξαναναφέρω. Δεν είμαι τύπος που ταξιδεύει παρέα. Και το καστ δηλαδή του δρόμου να μου φέρνατε και τον Σαλ τον ίδιο, τον Ντιν, τη Λιν και στη Μιριλού αν μπορούσατε -σιγά που μπορείτε- να δώσετε υλική υπόσταση και να τους είχα μες στο αμάξι, με τα πόδια έξω απ' το παράθυρο και το ραδιόφωνο στη διαπασών να ουρλιάζει κυριευμένο από ένα ηλεκτρισμένο μπιτ, δεν νομίζω ότι θα απαρνιόμουν τον ελεύθερο μοναχικό μου χρόνο· τον ζητάω κάθε φορά ψυχαναγκαστικά. Η περιπέτεια ούτως ή άλλως εμφιλοχωρεί μες στην μοναχικότητα.
Ήταν μάλιστα τέτοια η ανάγκη μου η αδήριτη, να περιπολεύσω στους άδειους απ' το κρύο δρόμους της Πράγας που δεν κρατιόμουν, που έδειχνα και ήμουν παράφορος και νομίζω -αν θυμάμαι καλά κι όχι ότι με συμφέρει- πως και οι δυο τους δεν με παρεξήγησαν, με αποδέσμευσαν χωρίς περιπλοκές. Ήθελαν εξάλλου και αυτές να πάνε σπίτι, κρύωναν και έτσι δεν είπαν τίποτα για την ανεκλάλητη αβασταγιά μου να μείνω μόνος. Αποχωριστήκαμε στη διασταύρωση, πάνω στην οδό Πάνσκα. Πάει καιρός, αλλά νομίζω ότι το νούμερο που μέναμε ήταν 7. Όχι ότι έχει κάποια σημασία. Αυτό που έχει κάποια σημασία όμως είναι ότι δεν θα ξεχάσω ποτέ αυτή την οδό. Με το ξενοδοχείο Παλάς απέναντι, το μουσείο λίγο πιο κάτω που ποτέ δεν πήγα, το εύθυμο τραγουδάκι που βγάλαμε μια νύχτα, όπου μεθυσμένοι από έναν δίχως προηγούμενο άκρατο ενθουσιασμό, βαλθήκαμε να χωρέσουμε την Πάνσκα σε ένα τραγούδι και βγάλαμε αυτό:

Panská girl
She's been living in her Panská world
I bet she never had a backstreet guy
I bet her mama never told her why

και για ρεφραίν:

She'll see I'm not so tough
Just because
I'm in love with an Panská girl

Χαζοχαρούμενο όσο δεν πάει, αλλά ντάξει τι να κάνουμε, να καταπιέσουμε την εϊτίλα μας ή την κοινή μας αγάπη για τον Μπίλι Τζόουλ; Παράφωνα σόλο επέπλεαν χάριν στη παλίρροια της μέθης και καραόκε ουίσκια διέρρεαν παντού τριγύρω, στα αυλάκια της πλακόστρωτης παρόδου, στα μεσαιωνικά πεζοδρόμια που μοιάζανε νεότερα απ' ότι στην πραγματικότητα ήταν, στους ταπητοσκέπαστους χώρους υποδοχής μπρος στα πολυτελή και περισπούδαστα κτήρια της ύστερης μετασοβιετικής εκμετάλλευσης· κατευθείαν πέφταν απ' ένα φλασκί που κοντέψαμε να πιστέψουμε οι απερίσκεπτοι, ότι ακένωτο είναι, γιατί όσο κι αν πίναμε, αυτό μισογεμάτο έμενε -ή μήπως μισοάδειο;- και μάλιστα σ' ένα σημείο πρωτόγνωρης επιφοίτησης, η Λούσι εκφώνησε το αμίμητο “ρε μπας κι είναι ελαττωματικό και λύσαμε έτσι δια παντώς το βιοποτοποριστικό μας πρόβλημα;”. Και το 'πε σοβαρά η ανερμάτιστη! Κι εμείς οι απατημένοι πιστέψαμε ότι το έρμα της Λούσι ευσταθούσε και μαζί μ' αυτό και το πλωτό παρελκόμενο της αλήθειας, έτσι κι αλλιώς είναι κοινός τόπος πως όποιου του μέλλει να πνιγεί ποτέ του δεν πεθαίνει.
Λίγα μέτρα πιο κει, μετά το πατρικό της Λούσι, όπου καταφύγιο της ακολασίας μας ήτανε απ' τη στιγμή που οι γονείς της βλακωδώς μας εμπιστεύτηκαν αποκλειστικά, εκατό τετραγωνικά μες στο παλαιό κέντρο της πόλης, βρισκόταν η πολύπαθη διασταύρωση με την οδό Γιντρίσκα, όπου αν το 'παιρνες δεκαπέντε μέτρα δεξιά, έπεφτες πάνω σ' ένα μανάβικο που δεν ξέρω αν υπάρχει ακόμα. Δεν δίστασα. Κατευθύνθηκα προς τα κει και λες και οι μαναβικές μου ορέξεις ήταν από πριν δεδηλωμένες, ψώνισα μηχανικά σταφύλι. Νοέμβρη μήνα. Μείον πέντε έξω. Δεν ξέρω γιατί. Είπαμε, ακολουθούσα το ένστικτο που δεν έκανε τίποτε άλλο, από το να οδηγεί αβασάνιστα. Η διαδικασία όμως του τσιμπολογήματος ήταν βασανιστική. Μόνο με γυμνά χέρια μπορούσα να φάω το σταφύλι που με τέτοιο κρύο έμοιαζε εκτός κλίματος. Τα δερμάτινα γάντια μου χωμένα στην τσέπη της καμπαρντίνας μου, έδειχναν διακοσμητικά. Αναρριγούσα από το κρύο. Έφτυνα τα κουκούτσια κατάχαμα. Δε μένοιαζε τίποτα. Είχα χαράξει έτσι κι αλλιώς την πιο απομονωμένη διαδρομή, δεν πήγαινα απ' τα κεντρικά. Ήμουν ο μπροστάρης μιας απερπάτητης, μα πλέον στιγματισμένης από κουκούτσια και ρόγες σταφυλιού διαδρομής, αν ήθελε κάποιος, εύκολα θα μπορούσε να ακολουθήσει τον ρου μου. Δεν το 'κανα για να βρω εύκολα τον γυρισμό, για λόγους προσανατολισμού, ούτε για να σμίξω με κάποιον ρομαντικό που θα λοξοδρομούσε για να με πάρει στο κατόπι. Ούτως ή άλλως κάποια στιγμή θα τελείωναν τα σταφύλια κι έπειτα η ελπιδοφόρα πορεία προς το άγνωστο θα τελείωνε άδοξα για τους κατά φαντασία ακόλουθούς μου· είναι αξιοπερίεργο τι ακολουθίες μετέρχεται η μουδιασμένη φαντασία κάποιου με μαργωμένο χέρι. Γιατί το χέρι μου είχε μπλαβίσει, αλλά εγώ ο ανεκδιήγητος το 'χα βάλει πείσμα να τελειώσω όλα τα σταφύλια πριν φορέσω τα γάντι ξανά. Το κρύο βλέπετε, είχε μεν θορυβήσει την διαθεσή μου για σταφύλι, αλλά όχι και την ψυχαναγκαστική μου όρεξη να το ξετελεύσω.
Κάποια στιγμή όταν άρχισαν οι διαθέσιμες ρόγες και ώρες να στερεύουν, αναγκάστηκα να σταματήσω την περιπλάνηση και να πιάσω τον χάρτη τσέπης που πρόλαβε να μου χώσει η Λούσι στην κωλότσεπη. Μα έπρεπε, δεν ήξερα που ήμουν. Ήμουν στην άλλη πλευρά του ποταμού· είχα περάσει από την γέφυρα απέναντι και χαμπάρι δεν είχα πάρει. Θα τον χρειαζόμουνα από δω και πέρα, σίγουρα. Ήταν ήδη βράδυ. Το κρύο περόνιαζε τους διαβάτες που βιαστικά και μ' ανασηκωμένα τα παλτά τους προχωρούσαν χωρίς να σταματήσουν να θαυμάσουν, και γιατί άλλωστε, πια μόνο οι τουρίστες μένουν για να απαθανατίσουν τη στιγμή κι αυτό λόγω μιας παγκόσμιας διακηρυγμένης εμμονής. Επέστρεψα στην δώθε πλευρά του ποταμού. Πήρα τον πιο κατηφορικό δρόμο. Τα αχνά φώτα των σοκακιών πλάνευαν τον περαστικό, οι ίσκιοι που σχηματιζόταν στις εσοχές των πέτρινων σπιτιών φλέρταραν με τον μυστικισμό. Ίσως και να 'ταν ιδέα μου. Ιδέα κάπως ανησυχητική. Δεν είχα πιει σταγόνα αλκοόλ και φερόμουν ήδη ως αλαφροϊσκιωτος. Τι να πω. Αποφάσισα να πιω. Αφού το αποτέλεσμα ήταν ίδιο. Είπα στον εαυτό μου, είναι που 'ναι οι δεσμοί σου με την πραγματικότητα από καιρό συντετριμμένοι, τι περιμένεις, κόψε απ' τη ρίζα και αυτούς τους λίγους, τους τελευταίους που σε συνδέουν με οτιδήποτε χθόνιο· γι' αυτούς της νηφαλιότητας έλεγα.
Σκοντάφτοντας σχεδόν πάνω στο λιθόστρωτο, μπήκα με κουρελιασμένη τη διάθεση μέσα σ' ένα λούμπεν μπαρ σχεδόν άδειο, όπου οι λιγοστοί θαμώνες με κοίταζαν με βλέμμα, θαρρώ, φιλάργυρο, όπως ο χρυσοθήρας κοιτά μια βιτρίνα κοσμηματοπωλείου. Δεν με πτόησαν, δεν έδωσα σημασία σε κανέναν τους· εξακολούθησα τη πορεία μου προς την μπάρα. Στ' αρχίδια μου τους γράφω όλους. Έστρεψα το βλέμμα μου στην μπάρα. Η ξανθιά εν είδει μπαργούμαν ξεπετάχτηκε πίσω της λες και ήταν τίποτε ταραντινικός χαραχτήρας και μου 'ριξε ένα βλέφαρο π' άγγιζε την υπέρμετρη προστυχιά. Μα τι κι αν με αποψίλωσε με την πρωτοφάνερη θρασύτητά της, ο λακωνικός μου μονόλογος ήταν τελικά αρκετός, ήταν λαμπρός, ήταν λειτουργικός, αν και λειψός, χωρίς ρίμες.
One Krosuvice please!”.
Αυτό ήταν, την είχα ρίξει. Για να καταλάβετε δηλαδή, άρχισε να κάνει κάτι σπαστικά, να μένει μετέωρη, να το σκέφτεται, να το ζυγίζει, να επεξεργάζεται μηχανικά κάτι με τα χέρια της, λες και σκαλίζει τα αρχεία της κραιπάλης, τις σορούς των μεθυσμένων, τους αχρείους της μπιροκατάχρησης, να δει αν τ' αξίζω, αν πρέπει να πιω, αν τελικά θα μου βάλει ή αν θα μ' αφήσει στο μαύρο μου το χάλι. Λες κι είχε επιλογή. Την κοιτάζω πως σερβίρει, άψογα, σχεδόν ανεπίκλητα, με την υπομφάλια γύμνια της καταρχήν, με το αβυσσαλέο της ντεκολτέ να φωνάζει “αδράξτε τη νύχτα”. Γελιόμουν. Το αψυμιθίωτο στήθος της ποσώς νοιαζόταν για τη νύχτα· το ίδιο ήθελε να αδραχθεί. Το διεγερτικό της παιάνιζε έκδηλα από μια αβάτευση διαρκείας. Μπορούσα να το μυριστώ. Δεν ξεσηκωνόταν άδικα, δεν το αδικούσα. Με ήθελε, στα σίγουρα. Η επόμενη κίνησή μου θα ήταν προβλέψιμη, θα την κέρναγα και κείνη μια μπίρα, άμα είχα λεφτά, μα δεν είχα λεφτά για κέρασμα. Ό,τι προέκυπτε λοιπόν, θα προέκυπτε χωρίς λεφτά· έτσι στα κλεφτά. Στα τέρμα ρομαντικά.
Με είχε βάλει και περίμενα δουλικά. Ντάξει υπερθεματίζω, μα ο στιγμιαίος της δισταγμός μου φάνηκε αιώνας. Δεν παίζουμε όσον αφορά το ποτό, κοπελιά.
Ωραία αγγλική προφορά”.
Αυτό βρήκε να πει μετά από τόση κωλυσιεργία. Και 'γω που νόμιζα ότι με παίρναγε από κρησάρισμα. Τώρα πού κατάλαβε αυτή από τις δύο λέξεις που κατάφερα μόλις να ψελλίσω, ότι έχω καλή προφορά, θα σας πω μιαν άλλη φορά, ίσως και ποτέ τώρα που το σκέφτομαι, δεν έχει και κάποια σημασία. Αυτό που έχει μια καποια σημασία, είναι ότι δεξιά ήταν η πόρτα για το βεσέ και δύο ώρες ύστερα, όταν οι μόνιμοι -και τελικώς παρεξηγημένοι- πελάτες είχανε πια φύγει και το ποτό μας είχε στείλει σε σύμπαντα αναπόφυγα, ούτε η προφορά μου είχε σημασία, ούτε των βρόμικων τουαλετών η αποφορά, παρά μόνο, κι αυτό το τονίζω, το σπάνιο κράμα αχλύς ενέργειας και αποπνικτικής κλεισούρας που μας είχε συνεπάρει και μας είχε ρίξει στα πατώματα. “Κλειστό” έλεγε η ταμπέλα που ήταν κρεμασμένη έξω απ' την πόρτα του μπιστρό, μέσα όμως ήταν όλα ανοιχτά: τα σκέλη της, το πουκάμισό μου, φερμουάρ και μπουκάλια πράσινα γεμάτα τζιν, ζεστά μισοάδεια κουτάκια από μαύρη μπίρα και το κυριότερο, η αναθεματισμένη η δυσαπάλλακτη η γρανιτένια η πλάκα, όπου τόσο καιρό ερμητικά κλειστή ήτανε και μας καταπλάκωνε, συσσωρεύοντας και συσσωρεύοντας ματαιώσεις, ανασφάλειες, άγχη και μελαγχολίες για κάτι το απροσδιόριστο, για έρωτες εμπύρετους, κόσμους ουτοπικούς κι ουρανούς μενεξελένιους και λησμονημένους μες στο καρυδότσουφλο της ψυχής μας.
Δεν ήταν ότι πριν κάναμε έρωτα ψυχαναγκαστικά, αμιγώς ορμεμφυτικά, εγωιστικά, δεν είναι ότι τώρα πια ξεπεράσαμε την ανθυποφορά και αποφασίσαμε να αφοσιωθούμε στην εκδορά, να αποδράσουμε απ' τα επιφανειακά, πάντως, λες κι από μιας άνευ προηγουμένου συναισθηματικής νοημοσύνης σύλληψης, συ-σύλληψης καλλίτερα, αφού μαζί το βρήκαμε, μαζί κατορθώσαμε, δεν ξέρω πως, μην ρωτάτε, τα ψυχοαλχημικά είναι ακόμη αχαρτογράφητα, είν' ανυπόληπτα· να θρυμματίσουμε, το σκληρό, συμπαγές, αδιαπέραστο και στιλπνό κέλυφος στο οποίο βρισκόμασταν κλεισμένοι. Κάπως όπως στα έργα επιστημονικής φαντασίας, όπου στο τέλους οι καλοί ενωμένοι νικούνε, αποκρούνε ή απορροφούνε τα εχθρικά πυρά με κάτι πρωτόγονες ασπίδες που ασόβαρες είναι και κομμένες και ραμμένες στα μέτρα της σεναριογραφικής πρόζας, μα δε σε νοιάζει, άπαξ και κάνουν την δουλειά τους, άπαξ και νικούνε το κακό, κι ας μην ξέρεις την προέλευσή τους, κι ας μην ξέρεις πως λειτουργούν, έτσι κι εμείς, δεν ξέραμε πως, μα βρήκαμε τις ασπίδες μας για να τις προτάξουμε έναντι των εχθρικών πυρών, τελείως μα τελείως αυτοσχεδιαστικά, βάλαμε τα κορμιά μας τ' ακάλυπτα μπροστά. Και ήρθε η ώρα της απελευθέρωσης: θρυμματίστηκε το κέλυφος και έπεσαν σα λέπια ψιλά τα κομμάτια του. Αυτό ήταν. Περάσαμε τον κάβο του ερωτικού κλύδων και διασχίσαμε με γρήγορες απλωτές τα δυσδιάλυτα νερά της κλινοπάλης.

Κι ας έρθει μετά κάποιος να μου μιλήσει για σεξουαλικές απελευθερώσεις που βλάπτουν, για εφήμερους έρωτες ανούσιους, για πενθήμερα ταξίδια με ορθόδοξες συντεταγμένες, για αναμνήσεις που δεν ανασυνθέτονται, για ανατολές που δεν αντέχονται στην πρώην Ανατολή, για εξέχοντα πρωινά μόνο χωρίς βαριά σύννεφα, όλα τα δέχομαι, μα όχι το τελευταίο. Είστε αδαείς. Τα συννεφοσκεπή πρωινά, ειδικά εκείνα που η ψύχρα είναι τραγανιστή κι η κουρτίνα παίρνει φωτιά, είναι τα καλλίτερα. Μαζί μ' αυτά και το μέσα σου. Στο μέσα της.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

  © Free Blogger Templates Autumn Leaves by Ourblogtemplates.com 2008

Back to TOP  

Site Meter