Σάββατο 6 Ιουνίου 2015

Μία Μπαρσελονέτα για το δρόμο


Πόσο κρατήθηκα να μη γράψω "Μία Μπαρσελονέτα για τη Νικολέτα", αλλά ντάξει θα 'τανε πολύ γραφικό ακόμη και για τα δικά μου μέτρα.



Κοίτα να δεις που τελικά ορκίστηκα στον στρατό πριν απ' το Πανεπιστήμιο. Όχι ότι λέει αυτό κάτι, αλλά ξέρω 'γω, ίσως και να λέει. Όμως εγώ πού να 'κουσω, έπρεπε σόνι και ντε να την υποβαθμίσω αυτή τη σαχλογιορτή, επειδή όλος ο θεσμός είναι σκέτο τσίρκο. Μα άλλο αυτό κι άλλο το ελιτίστικο απαξίωμα. Γιατί μια ορκωμοσία είναι μια ορκωμοσία και στη τελική με 'νοιαζε και κομματάκι η φάση, όσους ψεύδορκους κι αν είχα πάρει, ότι δεν μου καίγεται καρφί και καλά. Και ίσχυε, ω πόσο ίσχυε και μπορεί να μην το παραδεχόμουν, αλλά ήθελα όσο τίποτα, καλά ας μην το παρατραβάω και τόσο, αλλά τελοσπάντων ήθελα να βρίσκονται εκεί κανά δυο δικοί μου. Και μπορεί να μην είχα πει τίποτα σε κανέναν, αφού φαινομενικά δεν ήθελα κανέναν εκεί και πράγματι, όπου στεκόμουν έλεγα στους άλλους, ότι σιγά μωρέ το πανηγύρι, εγώ φανταστείτε, ούτε στους γονείς μου δεν είπα να 'ρθουνε, απλά αυτοί θέλανε, ε και τι, να τους το απαγορέψω, ντάξει είπαμε, ναι, τέτοια τους έλεγα Νικολέτα και τι υποκριτής που 'μουνα, που τελικά ταιριάζω γάντι στον στρατό, αφού αν θυμάσαι πριν τον αποκάλεσα τσίρκο, ε ο χειρότερος κλόουν ήμουνα εγώ που σε αντίθεση μ' αυτά που έλεγα όλη την ώρα να πούμε, ήλπιζα ότι κάπως κάποιος θα 'ρθει τελικά, χωρίς να έχω βάλει όμως εγώ κανένα χέρι στην ειδοποίηση, δεν κατάλαβα, όχι, μόνος του να 'σκαγε όποιος ερχόταν, υπέρβαση κι έτσι, σαν αντεστραμμένη αμερικάνικη ταινία ένα πράγμα. Που εκεί στο τέλος σκάει ανατροπή και ο ήρωας εμφανίζεται απ' το πουθενά και παίρνει το κορίτσι. Τελικά ίσως και να φέρομαι τελείως σαν χαζογκόμενα. Κι έτσι χωρίς να βλέπω πόσο παράλογη ήταν η σκέψη μου και άλλα που έκανα, εγώ περίμενα κόσμο, έστω κάποιον, εννοώ πέρα απ' τους γονείς μου που θα 'ρχόντουσαν στα σίγουρα. Έπρεπε να 'βλεπες την απογοήτευση Νικολέτα, την καραπογοήτευσή μου όταν έμαθα ότι ούτε η μάνα μου δεν θα μπορούσε να 'ρθει τελικά, λόγω σχολείου. Που σήμαινε ότι μόνο ο πατέρας μου θα 'ρχοταν κι αυτός, σκαστός κι ασυνόδευτος.

Και καθώς στεκόμασταν πέρα κει ακούνητοι κι αποβλακωμένοι από τον τόσο ήλιο, ξέρεις άθελα σου μπαίνουν ιδέες σου μυαλό και άμα μπεις στον κόπο να τις επεξεργαστείς, τότε αρχίζεις σιγά-σιγά να συνειδητοποιείς το παράλογο και το πόσο έμπλεξες σε κάτι τόσο γελοίο και να μην πρέπει να βγάλεις άχνα κιόλας, απλά να κάθεσαι εκεί, έτσι ρε παιδί μου και να φωτοσυνθέτεις σα γλάστρα στην ίδια σου τη χρονιάρα. Και είναι η κακογουστιά της φάρσας που συμμετέχουμε τόσο προφανής, που να πούμε φωνάζει και καλύπτει άνετα τη χορωδία μας και τους όρκους μας και άλλες τέτοιες μαλακίες και πολύ το χαίρομαι αυτό, που το κιτς αποδεικνύεται περισσότερο βροντόφωνο από την πάρτη μας. Και αναρωτιόμουνα τι να σκέφτονται οι θεατές για όλο αυτό κι έτσι μετά βάλθηκα να κοιτάω το κοινό. Και στην αρχή έψαχνα μέσα στο πλήθος να δω τον πατέρα μου κι έπειτα, επειδή αυτό αποδείχθηκε ατελέσφορο, πέρασα στην αναζήτηση των πατεράδων και των μανάδων των άλλων, με βάση τις ομοιότητες, τις περιγραφές και τις μαντικές μου ικανότητες. Όσο για τις γκόμενες και τις αδερφές που είχαν έρθει να επισκεφτούν τους δικούς τους, ας είμαι ειλικρινής, μετά από οχτώ μέρες εγκλεισμού μου φαινόντουσαν όλες τους πανέμορφες, για να μην πω τίποτα άλλο και το φάει η αυτολογοκρισία. Κι έπειτα παραιτήθηκα κι απ' αυτό και προσπάθησα για λίγο να φανταστώ πρόσωπα δικά μου, αυτά που δηλαδή δεν ήρθαν, πώς θα 'τανε, αν ήτανε εδώ, ανάμεσα στους άλλους. Πολύ δράμα ρε παιδάκι μου! Κι έχει και συνέχεια. Γιατί όσο περνούσε η ώρα, ο ήλιος πατούσε γκάζι και μας χτυπούσε με πρώτης τάξης φρεναπάτες, ψευδαισθήσεις που τελοσπάντων λειτουργούσαν στο μυαλό μου ως πρώτη ύλη για σενάρια και παραμύθια που όλα όμως είχανε δράκο. Για παράδειγμα ότι και καλά, η Νεφέλη ήταν στο κοινό, αλλά για να επισκεφτεί έναν άλλο, τον τωρινό γκόμενο της που από τρομερή σύμπτωση ήταν σειρούλα, είχαμε μπει φαντάροι μαζί και άλλα τέτοια ωραία, παραισθησιογόνα και καταθλιπτικά.

Κι έτσι χαμένος στις φαντασιώσεις μου, δεν πολυπαρατηρούσα τη διαδικασία κι άπλα επαναλάμβανα ό,τι έπρεπε να πω κι έκανα ό,τι έπρεπε να κάνω, δίχως να συνειδητοποιώ και δίχως να μετράω αντίστροφα τα λεπτά για να φύγουμε, ε κι έτσι κάπου εκεί στον ρεμβασμό, ανέλπιστα το πράγμα έλαβε τέλος, κάπως ξαφνικά όμως, γιατί έτσι που τελείωσε και πριν προλάβω να μοιραστώ τη μαλακία που 'χα σκεφτεί απ' την παραμονή ακόμα, δηλαδή ότι και καλά θα έκανα στον Δήμο που καθόταν δίπλα, γιατί ρε δεν πετάμε τους μπερέδες στον αέρα, εν είδει φοιτητικής ορκωμοσίας κι έτσι, δηλαδή και δεν ξέρω αν οι γύρω διάβαζαν το μυαλό μου, μα πριν προλάβω να το πω, όλοι αίφνης διασκορπιστήκανε στα πέρατα του στρατοπέδου σα να ήθελαν να ξεφύγουν απ' το ανυπόφορο χωρατό μου. Δεν τους κακίζω. Δεν ήτανε υποχρεωμένοι να το ακούσουνε. Ήμασταν εξάλλου (κι επιτέλους) ελεύθεροι. Κι ο καθένας πήγαινε να βρει τους δικούς του. Μα δεν ξέρω μου φάνηκε κάπως υπερβολική η βιασύνη όλων ξαφνικά να την κάνουνε έτσι και επίσης και λίγο χοντρόκοπο που κανείς δεν αντάλλαξε με κανέναν έναν αποχαιρετισμό, ένα "εις το επανιδείν ρε ψηλέ", κάτι. Όχι ότι μ' ένοιαζε δηλαδή. Αλλά έτσι για τη φάση. Ε από πείσμα κι εγώ, σταμάτησα να ψάχνω ενδεχόμενα αντίο και πήγα να βρω καρφί τον πατέρα μου. Συναντηθήκαμε όξω απ' το καψιμί, ανταλλάξαμε κάτι μουδιάσματα. Κι έπειτα μου 'ρθε. Ήμασταν ελεύθεροι! Τι κάθομαι λοιπόν και κάνω ακόμα μέσα σε κείνον τον βόθρο; Ρωτάω έναν δίπλα μου για να σιγουρευτώ, σιγουρεύομαι, λέω στον πατέρα μου, μισό να φέρω τα πράγματά μου, τρέχω στη διμοιρία, παίρνω την άδεια, βουτάω το σακοβαγιάζ, κατεβαίνω τις σκάλες χτυπώντας το στους τοίχους και ροβολάω στη πύλη.

Και μην τολμήσει κανείς να βγάλει τα στρατιωτικά μέχρι να φτάσει σπίτι του, ήταν η εντολή. Ναι καλά. Με το που μπήκα στο αυτοκίνητο, γδύθηκα κανονικά. Κι ας ήταν προκλητικό, εννοώ το ότι το 'κανα έξω ακριβώς απ' το στρατόπεδο, όχι το γδύσιμο. Ας με πιάνανε. Ένα εκατομμύριο φορές ας με πιάνανε, απ' το να μην το 'κανα καθόλου. Δεν θα 'ντεχα φορώντας τα για ένα παλιοδευτερόλεπτο ακόμα. Και πίστεψε ό,τι θες, δε με νοιάζει, πίστεψε ότι είναι άλλη μια εξτραβαγκάντσα. Πουκάμισο, τζιν διπλωμένο ως το γόνατο, καπέλο ψάθινο. Τι σημασία είχε; Απ' τη στιγμή που ήτανε πολιτικά, ό,τι να 'ναι θα φόραγα. Άμα νιώθεις πάλι κανονικός, τι σε νοιάζει η ετικέτα. Σταματήσαμε στη καφετέρια πιο κάτω να πάρουμε έναν καφέ στο χέρι. Με το πόδι γυμνό και την εικόνα γκροτέσκα. Έτσι ξυπόλητος μπήκα. Έτσι για την πλάκα μου. Τελοσπάντων πήραμε τους καφέδες και φύγαμε. Στην επιστροφή μπήκαμε από Πάτρα. Θα πηγαίναμε να δώσουμε κάτι σημειώσεις στον Σπύρο κι έπειτα να ψωνίσουμε κάτι μελάνια που θέλαμε για τον εκτυπωτή. Ποτέ δεν μου είχε φανεί η Πάτρα πιο όμορφη. Βλέπεις όταν μόλις έχεις ανακτήσει τη λευτεριά σου, όλα φαίνονται πια ειδυλλιακά. Ακόμα και η Πάτρα. Που δηλαδή μέχρι και βουκαμβίλιες ξετρύπωσα για να 'χω να λέω. Και ανθρώπους τρίσχαρους που σε κοιτάγανε μ' ενδιαφέρον. Και δεν είναι ότι δηλαδή είσαι υποχρεωμένος για τίποτα και μάλιστα, δεν χαιρετάς κανέναν άμα δε σου κάνει κέφι ή απ' την άλλη δεν αφήνεις κανέναν αχαιρέτιστο κι αυτό επειδή σου βγαίνει πραγματικά κι επειδή το γουστάρεις. Μάλιστα.

Η ζέστη μες στην πόλη ήταν αφόρητη. Στο ραδιόφωνο, η ελεύθερη ερτ έπαιζε με παράσιτα που δηλαδή ένα χρόνο μετά το κλείσιμο, έμοιαζαν περισσότερο με παράσημα, αφού ήταν αξιοθαύμαστο που ακόμα την λειτουργούσαν οι άνθρωποι. Την έκλεισα όμως κι έβαλα ένα σιντί των μπιτλς που βρήκα στο ντουλαπάκι. Εκείνη τη στιγμή οτιδήποτε πέρα από παντελίδη ήταν όαση. Εντωμεταξύ έξω το κράσπεδο έβραζε τελείως και αλλοίωνε την οπτική, μην σου πω δημιουργούσε οφθαλμαπάτες, αφού σε ένα σημείο νόμιζα ότι είχα δει τη Σοφία, όχι, πράγματι αυτή ήταν και τη φώναξα, αλλά όταν γύρισε εμείς είχαμε απομακρυνθεί και δεν με είδε. Δεν έχω και το κινητό της να την πάρω. Λοιπόν αποφασίστηκε. Θα πάμε Άγιο Βασίλειο να τσιμπήσουμε τίποτα. Μόλις βγήκαμε απ' τη Πάτρα, στρίψαμε προς την παλιά εθνική κι έπειτα εκεί που οι Μπιτλς έλεγαν το "let it be", κάναμε αριστερά. Κι όλο ευθεία. Μόλις φθάσαμε στον παραλιακό κάναμε πάλι αριστερά. Συνεχίσαμε ευθεία όμως όχι για πολύ, γιατί έπειτα από εκατό μέτρα βγήκαμε σε χωματόδρομο. Δεν πήγαινε παρακάτω. Ας ήταν. Και κει να το παρατάγαμε τ' αμάξι και να γυρνάγαμε ξέρω 'γω Αίγιο με τα πόδια, αν είναι δυνατόν δηλαδή, τριανταδύο χιλιόμετρα, όχι, σχήμα λόγου είναι, απλά θέλω να πω, πόσο ωραία και αποζημιωτική είναι η θέα από κείνο το σημείο το πιο ακριανό, όπου η γέφυρα του Ρίου-Αντιρίου χωρίς τίποτα να μπαίνει ανάμεσα της, αλλά και χωρίς τίποτα να την εξωραΐζει, αφού σου είπα, σε έναν παλιοχωματόδρομο ήμασταν, έμοιαζε εντυπωσιακή.

Μα και να μας επέτρεπαν οι γαμωσυνθήκες και πάλι δεν θα μπορούσαμε να κάτσουμε εκεί, δεν είχαμε μαζί μας φαγητά για να κάνουμε πικ-νικ, που ήταν αυτό δηλαδή που άξιζε στην περίπτωση. Έτσι γυρίσαμε πίσω και κάτσαμε στο πρώτο μαγαζί, όπως πήγαινε ο παραλιακός, στα δεξιά μας. Να μην στα πολυλογώ Νικολέτα. Και στο κάτω-κάτω, σιγά μην κάτσω τώρα να σου απαριθμήσω και το παραμικρό από κείνη τη μέρα, όπου τόσα πολλά συνέβησαν ή τουλάχιστον, τόσα πολλά έμοιαζαν να συμβαίνουν μιας και το οτιδήποτε έμοιαζε πρωτόγνωρο και διεγερτικό. Όπως το να βλέπεις ένα ωραίο κορμί που κάνει ηλιοθεραπεία στην δίπλα ξαπλώστρα. Ή το να τρως ένα περιποιημένο πιάτο φαΐ και να πίνεις ένα ποτήρι ούζο που σε χτυπάει κατευθείαν στο κεφάλι. Ξεσυνήθισα τι νομίζεις, η οινοφλυγία, ε συνήθεια είναι κι αυτή. Και να 'χω και τον πατέρα μου από δίπλα να μου λέει, ενώ κοίταζε με περιέργεια ιθαγενή τον κατάλογο με τα κοκτέιλ, ενώ δηλαδή πρώτα του είχα πει, χα, κοίτα, αυτό εδώ το κοκτέιλ έχει το όνομα της συνοικίας της Βαρκελώνης όπου δούλευα, της Μπαρσελονέτας και μου λέει πάρτο, αλλά επειδή ο πατέρας μου σε κάτι τέτοια δε λογαριάζει το χρήμα, αλλά εγώ το κάνω, το λογαριάζω ντε κι έτσι, νιώθοντας πως τον εκμεταλλεύομαι κι επίσης, τι μεγαλύτερη σούρα θα μου 'φερνε ένα κερατιάτικο κοκτέιλ, είπα αρχικά όχι, αλλά πόσο να κάνεις τον δύσκολο σ' ένα κοκτέιλ. Εξάλλου, παρόλο που είχα συνέλθει εντελώς απ' τον ιδρυματισμό του στρατοπέδου και όλα, ένιωθα ξάφνου μια απίστευτα αραιωμένη μελαγχολία να μ' έχει χτυπήσει κατακέφαλα, αίσθηση που δεν προερχόταν σίγουρα απ' το ούζο, αλλά από ένα ψυχεδελικό ψευτομείγμα, από ένα κράμα μελιού και χολής που μου 'φερνε στο μυαλό όλα τα παράγωγα πούχαν να κάνουν με μέλι, όπως μελιτόκρασο, ρακόμελο ή κάτι τέτοιο τελοσπάντων ή κάτι παρόμοιο αλλά τελείως φλώρικο που τι σχέση είχαν αυτά, εκτός απ' το ομόηχο και λέω ε όχι, δεν θα την βγάλεις τόσο ανώδυνα. 

Ναι, σας παρακαλώ, φτιάξτε μου μία Μπαρσελονέτα για το δρόμο.



Ήταν έκτη Ιουνίου, αν θυμάμαι καλά, πώς δεν θυμάμαι, κάτι ημερομηνίες δεν τις ξεχνάς ποτέ. Ήταν έξι Ιουνίου και δεν σου 'χα ευχηθεί χρόνια πολλά. Ας το κάνω τώρα αναδρομικά. Χρόνια πολλά Νικολέτα κι ελπίζω να τα πούμε σύντομα κι από κοντά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

  © Free Blogger Templates Autumn Leaves by Ourblogtemplates.com 2008

Back to TOP  

Site Meter