Ανεβαίνοντας απ' τα στενόσοκα της Μπαρμπαρού και Μπαρθελεμί, κάθε φορά αναρωτιέμαι αν το πήρα καλά ή άμα γυρνάω προς τα πίσω. Η αίσθηση όμως αυτή είναι ανεξήγητη, γιατί στο ανέβα, όλοι οι δρόμοι, ακόμα και οι πιο κακοτράχαλοι, οδηγούν προς τον καθεδρικό. Κι όχι μόνο αυτοί· είναι και οι ανακυκλώσιμοι κάδοι που σου δείχνουν τον δρόμο. Που τίγκα στα έπιπλα και στα ρούχα και στα απομεινάρια και στα κάθε λογής σημάδια μιας πόλης που μετακομίζει και υπενοικιάζει και πάει και έρχεται. Στη Μασσαλία εκτός από τις σπαρταριστές και πολυπολιτισμικές υπαίθριες αγορές, άμα είσαι υποψιασμένος, μπορεί να πέσεις πάνω και στο πιο αντιπραγματιστικό αλισβερίσι ξυλείας και υφασμάτων που έχεις ξαναδεί.
Μα όποιος δεν έχει μυαλό έχει πόδια. Και δώστου πάλι να ξανακατεβαίνω κάτω κουτρουβαλώντας μες στη ζέστη. Για να πάρω δυο-τρία κωλοκαρτποστάλ. Οχτώ ώρες πριν μες στην καρδιά της αγοράς, δεν μπορούσα να το θυμηθώ. Όχι, έπρεπε να τρέχω τώρα στο παραπέντε. Για να γυρίσω μετά, να κάνω μπάνιο στα γρήγορα, να ετοιμαστώ. Να χαιρετίσω την Αλόγ, να τη φιλήσω τρεις φορές στο μάγουλο, να πάρω το μπάκπακ και να πετάξω. Να προλάβω το αεροπλάνο. Ε ντάξει, δεν ήταν και τίποτα. Πέντε λεπτά υπόθεση. Το κιόσκι ήταν πολύ κοντά. Απλά κλωτσώντας ένα σκανδαλωδώς ολοστρόγγυλο πετραδάκι σ' όλη τη διαδρομή, ξεχάστηκα και συνέχισα προς το λιμάνι. Το πήρα χαμπάρι ευτυχώς στην επόμενη στροφή. Αναστέναξα, έκανα μεταβολή και προχώρησα μες στη πυράδα.
Κι όπως περπατούσα από τη δεξιά πλευρά της Καναμπιέρ, όπως ανεβαίνεις, και πλησίαζα, τι πλησίαζα δηλαδή, σχεδόν το ακουμπούσα το κιόσκι, πέντε μέτρα απόσταση μόνο, η άκρη του ματιού μου έπιασε κάτι άλλο. Δεν ξέρω, ίσως να ήταν και παραίσθηση λόγω της ζέστης, πάντως σίγουρα, ψευδαίσθηση ή πραγματικότητα, κολλημένη σχεδόν πάνω στη βιτρίνα της Παρίμπας σαν ψεύτικη και διαφημιστική, αυτή, ήταν μια σκέτη όαση. Ποιος θα περίμενε ποτέ πως ο έρωτας θα εμφιλοχωρούσε μέσα σε μια τράπεζα. Μπήκα μέσα. Όχι στο κιόσκι, σιγά μην έμπαινα στο κιόσκι. Τι να τα 'κανα τα καρτποστάλ τώρα; Άμα τα καρτποστάλ είναι μια ανάμνηση τυπωμένη πάνω σε νεκρή ύλη, της Μασσαλίας, της πόλης, της κάθε πόλης, τότε από τη Μασσαλία, προτιμούσα να θυμάμαι εκείνη, που ήταν ζωντανή, έστω κι άμα τελικά εξελισσότανε σε αυταπάτη.
Υπήρχε. Και άμα το πιστεύετε, με τη παρουσία και τη στάση της εκεί μέσα, είχε μετατρέψει το άντρο του κακού σε αραξοβόλι. Ο αγκώνας της έγερνε πάνω στον ξύλινο πάγκο πίσω απ' τη βιτρίνα κι αυτή, βυθισμένη σε μία αίτηση δύσληπτη, έμοιαζε αποτραβηγμένη. Θα 'δινα όλα τα εκατομμύρια του κόσμου για να 'ξερα γαλλικά εκείνη τη στιγμή και να πάω να βοηθήσω. Αλλά τίποτα δεν ήξερα. Κι έτσι απλά την κοιτούσα και ανέπνεα. Μα έπρεπε να κάνω κάτι, αλλιώς θα μ' έπαιρνε πρέφα έτσι που την κοίταζα σαν κοκκαλωμένος. Μα αυτό δεν ήθελα; Μα δεν ήξερα τι ήθελα και γι' αυτό λειτουργούσα σπασμωδικά, το 'παιζα πελάτης. Έβγαλα μέχρι και νούμερο για να σταθώ στην ουρά. Ήμουνα πια σίγουρος. Στις μέρες μας, γεννιέται ένα νέο είδος έρωτα· ο τραπεζικός. Στην Ελλάδα των κάπιταλ κοντρόλς, οι μικροαναλήπτες στις ουρές ανακηρύσσουνε Μις ΑΤΜ κι εδώ, κόσμος μπαίνει μέσα στους θαλάμους των τραπεζών, από ερωτική καραμπόλα. Τελικά δεν χρειάζονται μολότοφ, ο καπιταλισμός καταρρίπτεται και με πιο γλυκερά κοκτέιλ.
Κι αυτή ήταν τόσο καθημερινή και αφτιασίδωτη και ανυπόκριτα όμορφη που έλεγες ότι το 'κανε επίτηδες, δεν μπορεί, τέτοια αδιαφορία, ίσως για να την περνάνε για γήινη οι άλλοι και να μην κολλάνε. Φορούσε κάτι χαριτωμένες σαγιονάρες, μία αεράτη, κοντή φούστα και ένα τιραντάκι που έκανε τα μάτια της να φαίνονται τεράστια. Τα πόδια της ήταν ευλύγιστα και όπως στεκότανε προβληματισμένη, μια ανάσα δίπλα μου, έμοιαζαν κι αυτά, μαζί με κείνη, να 'ναι μπερδεμένα, μπουρδουκλωμένα, μια διασταύρωση σύγχυσης και ξεγνοιασιάς. Ηλιοκαμένη και μελαχρινή. Ήτανε απαράβγαλτη. Μ' έβγαλε απ' τις σκέψεις μου, φαίνεται κατάλαβε πως την αφορούσαν. Σήκωσε ξαφνικά το ταλαιπωρημένο από τον προβληματισμό και τη ζέστη κεφάλι της και το γύρισε προς το μέρος μου. Δεν άντεξα τη ματιά της. Ντράπηκα τόσο, που έφυγα πανικόβλητος.
Ο πανικός όμως ζει για λίγο κι εγώ ντροπή δεν έχω. Πήγα και την περίμενα λοιπόν να βγει, κρυφοκοιτώντας πίσω απ' το κιόσκι. Τώρα το κιόσκι το ίδιο, ούτε που με 'νοιαζε καθόλου. Το είχα ανανοηματοδοτήσει. Χρησίμευε πλέον μόνο σαν καταφύγιο. Πίσω του, πίσω απ' τα περιστρεφόμενα ράφια με τα καρτ ποστάλ, εκεί είχα στήσει καρτέρι. Δίπλα από τις δισδιάστατες τυποποιημένες, περιμενα τη μία και μοναδική τρισδιάστατη ανάμνηση που σε λίγο θα φαινόταν απ' το άνοιγμα μπροστά μου. Και στο μεταξύ, όλο και κανάς περαστικός περνούσε και με κοίταζε και μου 'φερνε αντανακλαστικά καταδίωξης. Φόραγα γυαλιά και γύρναγα αλλού. Το 'παιζα κινέζος. Έκανα πως είχα ραντεβού. Κι ότι με είχε στήσει. Που αυτό το τελευταίο ίσχυε πράγματι.
Πού ήτανε άραγε; Και γιατί αργούσε τόσο; Μπας και τελείωσε και βγήκε χωρίς να την πάρω χαμπάρι; Όχι σιγά, θα την έβλεπα, μια μόνο έξοδο είχε το υποκατάστημα. Κι αν είχε και δεύτερη; Κι αν κάτι κακό της συνέβαινε; Πού ξέρω 'γω ότι δεν είχε μπει κανάς τζιχαντιστής τόση ώρα μέσα και την κρατούσε όμηρο; Ήθελα να την σώσω. Έπρεπε να μπω μέσα. Έπρεπε να φύγω από κει, απ' τη καβάτζα πίσω απ' τα καρτποστάλ. Είχε καταντήσει πια γελοίο. Αφήστε που με κοίταζε και ο ιδιοκτήτης κάπως περίεργα, μπας και φοβότανε ξέρω 'γω, μη του κάνω πλιάτσικο και του πάρω κανά καρτ ποστάλ τσάμπα. Θα έχανε τα λεφτά της ζωής του, ω ναι, έκανε μισό ευρώ το καθένα. Πήρα μια βαθιά αναπνοή, βγήκα απ' τη κρυψώνα μου, τρύπωσα μπροστά από μια αγέλη ασιατών που ερχόταν ράθυμα προς τα εκεί και σα να το 'χα σχεδιάσει όλη μου τη ζωή, μπήκα μέσα στη τράπεζα, έχοντας μια αίσθηση του πεπρωμένου.
Ήτανε εκεί, φάιφο. Πρώτη-πρώτη στην ουρά. Κι αυτό δεν ήτανε και πολύ καλό, έπρεπε να κάνω κάτι γρήγορα και 'γω δεν είχα ετοιμάσει τίποτα. Δεν είχα καν προετοιμάσει το έδαφος. Βέβαια δεν υπήρχε και κανά έδαφος για να προετοιμαστεί. Ήμασταν σε τράπεζα, όλοι περίμεναν βαριεστημένοι, οπότε οποιαδήποτε κίνηση, φωνή, νέα παρουσία, θα έκανε εντύπωση και θα τράβαγε τη προσοχή της ομήγυρης. Δεν ήθελα να γίνω θέαμα όμως, τι να 'κανα, πώς να την προσέγγιζα; Έβγαλα το σημειωματάριο απ' τη τσάντα μου. Ο πελάτης που εξυπηρετιότανε μπροστά της, από στιγμή σε στιγμή θα τελείωνε. Δεν θα προλάβαινα να γράψω τίποτα, να της γράψω καν το όνομά μου ή ένα αγγλικό δίστιχο στο πόδι. Τελευταία-τελευταία σελίδα όμως είχα ένα λειψό ποίημα, της ημέρας και στα ελληνικά. Δεν το ξανασκέφτηκα. Πρόσθεσα την ημερομηνία από κάτω, το έκοψα μάλλον στραβά, έτρεξα να προλάβω την αλλαγή, απέφυγα στο τσακ την σύγκρουση με τον πελάτη που μόλις τελείωσε, και της το άφησα στο χέρι δίχως κουβέντα.
Αυτή το πήρε με ένα βλέμμα ακραίας αποπληξίας και πάλι καλά δηλαδή, γιατί αν δεν το 'κανε, θα λιποθυμούσα αντ' αυτής εγώ, ο ταμίας πίσω απ' το γκισέ με κοιτούσε αποσβολωμένος, οι πελάτες στην ουρά άναυδοι και θα 'λεγε κανείς τρίτος και παντογνώστης παρατηρητής, πως ο χρόνος εκεί μέσα, εκείνη τη στιγμή, είχε σταματήσει, όχι γιατί το ωράριο μέσα στις τράπεζες κυλάει βασανιστικά αργά, αλλά γιατί έτσι, γιατί η σκηνή λειτουργούσε αυτόνομα κι επιβαλλόταν και έκανε ό,τι γούσταρε πάνω σε εμάς και είχε εμένα για παράδειγμα, να γυρνάω κανονικά, να κινούμαι προς τη πόρτα και το βλέμμα μου να είναι στραμμένο μόνο προς την πόρτα και όχι έξω από αυτήν και είχε τους άλλους, όλους και όλα τα υπόλοιπα, να έχουν σταματήσει· οι πελάτες και όσοι υπάλληλοι είχαν πιάσει τη φάση απ' την αρχή, να κοιτάζουν τον μουγκό εισβολέα με το αινιγματικό χαρτί να αποχωρεί και η τύπισσα, αυτή, η πιο ωραία ολόκληρης της Μασσαλίας και η πιο ακραιφνής και η πιο ασύγκριτη, κοιτούσε μία το χαρτί και μία την αποχώρησή μου, προσπαθώντας να καταλάβει ποιος ήμουνα, τι μόλις έγινε και τι έγραφε εκείνο το ποίημα γραμμένο σε μια ακατάλυπτη γλώσσα.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου