Κυριακή, 5 Νοεμβρίου 2017

Νέγρες γρίες σου πετάνε δακρυγόνα κι εσύ νοσηλεύεσαι στον Ευαγγελισμό επειδή δεν έχεις μάλοξ

στην Ελένη



Αφού με ρωτάς θα σου πω τι είδα
θα διαλύσω την αμφιβολία σου χαρχαλεύοντας την αχλή
θα βρω τη θέση μου στη παραλία
θα ξαπλάρω κάτω απ' την πορτοκαλοκίτρινη χροιά του λεντ για να σε βιγλίσω·
που τη μια ανέβαινες τρέχοντας τα βραχώδη μονοπάτια για να φτάσεις εγκαίρως στα ρουμς του λετ
και η μπόλια σου φάσκιωνε το ασκαρδάμυκτο χαϊκού του νησιού
χίλιες φορές πιο καλό απ' όλες τις στροφές του Αντωνάκου
-πιο καλό, όχι κατανάγκην πιο αστείο·
που την άλλη κατέβαινες τη Βασιλίσσης Σοφίας σερνάμενη
όχι κουνάμενη
δεν κουνιόσουν έπειτα
όποιος διαβαίνει το κατώφλι του σύμπαντος βλέπεις
του Ιερού Ελαφιού
και ντύνεται ασθενής στο κρεβάτι του πόνου
του Αγαμέμνονα καρδιοχειρούργου
παραλύει
έχουμε και λέμε, στα λέω απνευστί όπως τα άκουσα πρώτο χέρι πρώτο
στάδιο παράλυση, δεύτερο
ατροφία, τρίτο οφθαλμοαιμορραγία
τέταρτο
τέταρτο
τέταρτο; θάνατος;
εξολοθρευτής άγγελος;
αυτός ο μπάσταρδος.
πετάει κι όμως ζήλεψε τον δρασκελισμό σου
τη βιονικότητά σου
την ευρωστία σου γαμώ τους εποχούμενος μπουνιουέλ
που κάνουν κο κο κο κοκ κοτάς να περάσεις...

Τίποτα δεν θα σε πονέσει μωρό μου

Τίποτα;
Δεν ξέρω για τι μιλώ, έτσι το 'πα
Κλινήρης.
για ένα μήνα πάλι κλίνη; για φαντάσου...
αντί για κλινοπάλη, αντί για ίμερο
θηρίο ανήμερο
ρε μαλάκα ξέρεις πως χορεύουν οι παράλυτοι;
έχεις δει έστω και μία βοροφρύνη να στροβιλίζεται όπως τα μαλλιά της Μαριάννας;
έχεις δει Βαν Γκόγκ;
«θα έπρεπε κανείς να έχει πεθάνει τρεις φορές για να σκεφτεί έτσι»
Θεόδωρε;
Τα κύματα καταβροχθίζουν τα πλεούμενα, αλλά όσα είναι γερά σκαριά δεν ναυαγούν αφού διαβούν τον κάβο
έχεις μπει ποτέ σε ναυπηγείο;
εκείνος ο κωλόβλαχος, ο φασίστας, ο επόπ, ο λοχίας, ο παλιοσωφέρ
ο Πανορμίτης
μια φορά με είχε μπάσει σ’ ένα

Κατεβαίνω τη Μακρυγιάννη και μία πλανώδια κομπανία παιανίζει έναν σκοπό
στο έξω έξω τραπέζι, μία γυναίκα περιδίνει το πυργόμενό της χέρι
εξηγώντας κάτι στην ομήγυρη
ο αέρας
οι ηλιαχτίδες
το αδράχτι
το χέρι της μοιάζει να διευθύνει την μπάντα
έχω καιρό να κάνω τον μαέστρο
μου το έμαθες εσύ, θυμάσαι;
ποιος της είπε να μας πάρει τη θέση;
η παλιοκαριόλα είναι αριβίστρια
θα μάθει όμως
θα της αρπάξω την μπαγκέτα
θα της ξεριζώσω το δάκτυλο
και με το δείκτη της μέσα στα δάχτυλά μου
θα φέρω τα πάνω κάτω
θα τα αντιστρέψω όλα
θα αλλάξω τον σκοπό
θα γυρίσω πίσω τον χρόνο
και θα σκιστεί το παραπέτασμα

Πάνω στη γη και κάτω από τα σύννεφα
η πιο ευτυχισμένη μου στιγμή εδώ και τόσο καιρό
συνέβη τη πιο δυστυχισμένη σου μέρα
γριές που σε κάνουνε να γελάς
γριές που σε κάνουνε να κλαις
σκέφτηκα κάτι παράτολμο άκου το αν δεν σ' έχει κουράσει ο ερμητισμός μου
μακάρι να ήμουνα ανίατη γριά, διασωληνωμένη
στη μεθ οχτώ χρόνια
και να μην ένιωθα, να βρώμαγα και να έκλανα
και για ένα λεπτό να ξύπναγα απ' τον λήθαργο
και πριν προλάβουν οι υστερόβουλοι συγγενείς να φωνάξουν «θαύμα, θαύμα!»
να 'χα αυτή τη τιμή
αυτή τη παραγνωρισμένη χάρη
να 'κανα ή να 'λεγα κάτι που θα σου 'φερνε δάκρυα
κι ας μην καταλάβαινε κανείς τον ποιητικό εμπρόθετο συμφυρμό
του πριν -εγώ κλασμένος
με του μετά -εσύ κλαμένη
κι ας πέθαινα δηλαδή ύστερα υπερασπιζόμενος βωβά αυτήν την κατά τ' άλλα αποτυχημένη έμπνευση
κι ας με πέταγαν στη χωματερή με κτέρισμα μία δακρυδόχο που χώραγε μία στάλα
μόνο αυτό
και ας μην είχα να διασχίσω τον Αχαίροντα άφτερ, δίχως οβολό
ο παρά μη έχοντας
ο έχοντας ένα δάκρυ σου
κι ας ξέμενα στη λίμπο

αντί

να διασχίσω έπειτα το κωλοκολωνάκι για να πάω πού;;
να πίνω κονιάκ από το στόμιο ενός φλασκιού που δεν ξέρω πόσο καιρό παραμένει άνιφτο που δεν ξέρω από τη μάκα ίσως από τη σκουριά
δεν έκλεινε μετά και μου 'βρεχε τη κωλότσεπη
και τη μεθεπόμενη μέρα στον διάδρομο όταν άλλαζαν τη γριά στο παράθυρο αριστερά σου απέναντι
της ξέφυγε της μάνας σου Ελένη η οιμωγή
«Η Παναγιά να προσέχει όλα τα παιδιά του κόσμου!»
Θεέ μου το βρήκα τόσο γουστόζικο!
«Η Παναγιά να προσέχει όλα τα παιδιά του κόσμου!»
τη φαντάζομαι πάνω σε ένα άνδηρο να το φωνάζει και να μου 'ρχεται λες και είναι τυφώνας η ηχώ της
«Η Παναγιά να προσέχει όλα τα παιδιά του κόσμου!»
λες να πιάνει;
γιατί η Χάρριετ σταμάτησε σε ένα ξωκλήσι σήμερα για να ανάψει κερί στους αρχαγγέλους...
και μπήκα κι εγώ μέσα.
και μου πρόσφερε κερί.
και το άναψα.
«Η παναγιά να προσέχει όλα τα παιδιά του κόσμου!»
και σκέφτηκα, ε ωραία τι κάθεται λοιπόν
ας προσέχει και εσένα.

Τρ 07/11/2017

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

  © Free Blogger Templates Autumn Leaves by Ourblogtemplates.com 2008

Back to TOP  

Site Meter