Μια ιστορία 8 φίλων, πέντε παπάδων, 11 νυφικών, 16 συμπεθέρων, 2000 ποτηριών σαμπάνιας και δύο ανθρώπων, οι οποίοι είναι φτιαγμένοι ο ένας για τον άλλο, όμως επιμένουν να ζουν χωριστά.
Είναι κυρίως η ιστορία του Charles, ενός ευφυούς, γοητευτικού άνδρα, μανιωδώς μονογαμικού τύπου που συχνάζει σε γάμους φίλων του παρέα με φιλενάδες που λατρεύει, αλλά δεν προθυμοποιείται να παντρευτεί. Ώσπου, μία μέρα, σε μία εκκλησία, ο Charles συναντά την Carrie, την πιο ασυνήθιστη, όμορφη, έξυπνη και «άπιαστη» αμερικανίδα... που έχει συναντήσει ποτέ στη ζωή του!
Τρυφερή, γλυκόπικρη, διασκεδαστική, all time classic (πλέον) ταινία του Mike Newell που πραγματεύεται ακριβώς αυτό που λέει ο τίτλος: τέσσερις γάμους και μία κηδεία. Με μια υποτονική σκηνοθεσία που δίνει ελευθερία στο σενάριο του Richard Curtis και στο εξαιρετικό καστ, το αποτέλεσμα είναι πέρα για πέρα ικανοποιητικό∙ παραμύθι με αφρώδη, μεθυστικό άρωμα, ποτισμένο με βρετανικό χιούμορ και το πάθος του έρωτα. Ενός έρωτα που περνά τα χίλια μύρια μέσω ενός σεναρίου διασκεδαστικού, πρωτότυπου και καλογραμμένου, όμως με αρκετές ευκολίες και κλισέ. Όπως το υποσχόμενο happy end. Κλισέ όμως που δεν πέφτει απ' τον ουρανό, αλλά προσγειώνεται ελαφρά ησυχάζοντας τις συνειδήσεις των θεατών που ακριβώς αυτό επιθυμούν, άσχετα αν δεν το παραδέχονται ανοιχτά∙ αποτελεί σιωπηρή σύμβαση θα 'λεγε κανείς ανάμεσα σε θεατές και παραγωγούς (κάθε είδους). Σε αντίθετη περίπτωση, οι πρώτοι θα προχωρήσουν χωρίς οίκτο σε άλλη ταινία, η ελαφρότητα της οποίας προορίζεται αυστηρά για Κυριακή ή Σάββατο μεσημέρι.
Έτσι αναμιγνύοντας στοιχεία καλής ανατροφής και κακής γλώσσας, δακρύων και γέλιων, γάμων και κηδειών, δράματος και κωμωδίας, ομοφυλόφιλων και ετερόφυλων, ανδρών και γυναικών, Hugh Grant και Andie MacDowell, η ταινία κατάφερε να γράψει ιστορία και να μπει για λόγους που μόνο ο κινηματογράφος μπορεί να εξηγήσει στις καρδιές όλων όσων τόλμησαν να την παρακολουθήσουν. Αξέχαστες θα μείνουν πολλές gangs (όπως η εισαγωγική με τον Charles και την αδερφή του να εκφέρουν τη F* λέξη επί 2 λεπτά), αλλά και το ετερώνυμο του πρωταγωνιστικού διδύμου∙ από τη μία η αδιάφορη και ανοργασμική παρουσία της MacDowell (του θηλυκού εφιάλτη των παιδικών μου χρόνων, ανίκανη για την εξωτερίκευση του παραμικρού συναισθήματος, τσιτωμένη καρικατούρα από της διαφημιστικές καμπάνιες της vichy για τις κρέμες και τα ενυδατικά που έμπαιναν ανάμεσα στις παιδικές εκπομπές και τα προγράμματα, προσγειώνοντας τον ονειρικό κόσμο που είχα πλάσει, εξομοιώνοντας τον με τις ηθικές του σύγχρονου marketing) συνεχώς γελαστή με ένα αποτυχημένο κοντό κούρεμα, καθρέφτης της αποτυχημένης της εμφάνισης στην ταινία∙ και από την άλλη ο ένας και αδιαμφισβήτητος πρωταγωνιστής, η αυτού μεγαλειότατης Hugh Grant, όμορφος, σπινθηροβόλος, θελκτικός, διαποτισμένος πέρα για πέρα με το σαγηνευτικό αγγλικό φλέγμα, χαρίζει μία ερμηνεία που δείχνει ότι η φήμη του δεν στηρίζεται μόνο στο ατημέλητο μαλλί του, αλλά ούτε στο αινιγματικό και αμήχανο χαμόγελο του.
Για τέλος τι περιμένετε; Ζήσαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα...
Βαθμολογία: ***** (5/10)
Υ.Γ. Σήμερα στις 23.00, στο Star.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου