Δευτέρα 18 Αυγούστου 2014

Τα γατιά

Γεννήθηκες λογικά μέσα Μαΐου;
ποιος ξέρει.
απ' την στιγμή που μπήκες στη ζωή μου
απ' την στιγμή που άλλαξες την προτίμησή μου
το όνομά σου Νέδα ή Τσίκο ή Σελήνη -με αυτή τη σειρά-
(για σταθείτε)
(Σελίν!)
(ρε λες)
(μπα)
(μα άμα ισχύει είναι ξεμυαλιστικά πρωτοφανές)
(της μοίρας το αναγέλασμα)
τέλος πάντων νομίζω πως σημασία δεν έχει τ' όνομα ή η νονά σου η άλογη,
εσύ μονάχα φτάνεις,
φτάνεις, φτάνει και περισσεύει εκείνο το φοβισμένο πρώτο-πρώτο νιαούρισμα που έβγαλες και με καθυπόταξες για πάντα την φορά εκείνη -που λόγω μιας περίεργης βεβαιότητας στοιχηματίζω ότι Πέμπτη θάταν-
τότε όταν σε είδα
τότε όταν μούκανε έκπληξη αυτή
με τον παρορμητισμό της
με την όψιμη ζωοφιλία της
ναι, αυτή με αποκυωνοποίησε, αυτή με έμαθε να εντρυφώ στις γάτες
δεν το αρνούμαι
και δεν ντρέπομαι να μην το αρνούμαι

*

Γεννήθηκες λογικά κι εσύ μέσα Μαΐου
μα ένα χρόνο ύστερα
αργοπορημένη, πιο όμορφη ήσουν, μα σύγκριση ματαιόδοξη
είν' αυτή,
λες και τα γατιά όπως και τα παιδιά
όλα το ίδιο όμορφα στους γονείς-ιδιοκτήτες δεν είναι;
σε γέννες και κρίσεις βιωματικές
ωραιότερος ή χειρότερος δεν υπάρχει·
αλλά εσύ ήσουν ιδιαιτέρως·
αξιαγάπητη και ποικιλοχρωμούσα·
πορτοκαλοασπρόμαυρη·
μα λαβωμένη και θνησιμαία
ενώ η άλλη απ' την άλλη, κοινή, δεν θα πω αναξιόλογη
διότι λυγερή ήταν, φορτωμένη με μνήμες, οικόσιτη
και συνεπώς επτάψυχη
γιατί βλέπετε τα γατιά που ζουν στην φύση είναι χάρμα ιδέσθαι
αλανιάρικαελεύθερακιαγρίμια, έτσι δίχως ανάσα
δεν τους τις στερώ μην ανησυχείτε
αυτά άλλωστε παίρνουν ανάσα, παίρνουν ανάσες, μπόλικες ανάσες
δεν ασφυκτιούν μες στους τέσσερις τοίχους ξεχασμένα, δήθεν ανεξάρτητα
αναπνέουν όποτε και όπως γουστάρουν
και αντέχουν με παρρησία τις κακοτοπιές
όχι όμως και τις καίριες κλοτσιές.

Από μία τέτοια κλοτσιά μάλλον υπέφερες,
για 2 βδομάδες έσερνες το χτικιάρικο πίσω πόδι σου κι όταν το 'βλεπα ο ανήμπορος με 'πιανε η καρδιά μου
Υποφέραμε μαζί σου ρε να το ξέρεις.
Δεν σ' αφήσαμε.
Και τι δεν κάναμε για να σε φροντίσουμε!
σου δώσαμε όνομα για να μην είσαι ανυπόληπτη,
μπάσταρδη
κρατάτε μυστικό: μπάσταρδοι ήτανε εκείνοι.
ήτανε εκείνος που σε σούταρε
πριν τ' όνομά σου προλάβεις να μάθεις
να γυρνάς όταν τ' ακούς
ούτ' αυτό
πεταλούδα σε βγάλαμε
αν θες να ξέρεις
μην πιαστείς εξαπίνης όταν το μάθεις -σίγουρα θα το μάθεις, άπαξ και αφιέρωσα μια αράδα πόσω μάλλον ένα ολόκληρο ποίημα για χάρη σου, είσαι πια αοίδιμη-
σε κάποια από τις επόμενες έξι ζωές σου
απ' το στρατόπεδο τ' ομώνυμο τ' όνομα παρμένο.
γιατί στρατόπαιδο ήσουν σόλοικο,
παιδί του στρατού
μην κοιτάς που οι ανάλγητοι ποτέ δεν νοιάστηκαν για σένα
για τα παιδιά τους
είναι κοινός τόπος πως έχουν θέματα οιδιπόδεια
δεν νοιάστηκαν ως ώρας ποτέ για κανένα ζωντανό.

Σε πήραμε στα χέρια μας και σε πήγαμε στους καλλίτερους γιατρούς
κάναμε τα πάντα για να σε ανανήψουμε.
στον δρόμο για το Μαντράκι
έκαψες καρδιές καρδιά μου
γυναίκα ήσουν, εύκολο το 'χες
ίσως και παρά τη θέλησή σου τη γητειά·
γιατρεία όμως δεν βρήκαμε
δεν έγιανες
και το χειρότερο ήταν ότι ψυχορραγούσες
ψοφολογούσες μες στ' ακατάλληλα χέρια μας
Η μόνη επιλογή σου ήταν ο θάνατος,
μας
η μόνη μας επιλογή ήταν ο θάνατός
σου διότι,
για να σε απαλύνουμε απ' τον πόνο έπρεπε
να σπεύσουμε.
να επιλέξουμε εμείς για σένα
να σε πνίξουμε,
να σε ευθανατίσουμε,
Πεταλούδα μου.

Λοιπόν,
γαμώ τον χριστό σας
γαμώ τον στρατό σας
Σκότωσα με τα ίδια μου τα χέρια σήμερα
ανάθεμα τον Χέμινγουεϊ,
αποχαιρετισμός στα όπλα.

(γραμμένο γύρω στις 8 του Ιούλη)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

  © Free Blogger Templates Autumn Leaves by Ourblogtemplates.com 2008

Back to TOP  

Site Meter