Σάββατο 26 Ιουλίου 2014

Τα γίδια

Δεν θυμάμαι αν ο κίνδυνος που ανασάλευσε την τουριστική μας διάθεση ήταν γίδια, τραγιά, πρόβατα ή αιγοπρόβατα εν γένει. Πάντως τη νύχτα της 26ης προς 27η Ιουλίου θυμάμαι πως καταστάλαξα μια για πάντα(;) στην άθεη κοίτη του μεταφυσικού μου ταξιδιού.

*

Η σκηνή ήταν σχεδόν ριγμένη κάτω. Τα σώματά μας κουνιόντουσαν, δεν βοηθούσαν διόλου την ετοιμόρροπη κατάστασή της. Α ρε Νεφέλη. Είχε ξεχάσει να φέρει ένα υποστήριγμα. Κι εγώ τότε δεν είχα κάνει ούτε πρόσκοπος ούτε φαντάρος για να ξέρω πως να ανταπεξέλθω. Ρωτήσαμε όλους τους γειτνιάζοντες ελεύθερους συνκατασκηνωτές, αλλά κανείς δεν είχε αυτό που ψάχναμε. Πού πας ρε μάγκα για διακοπές διαρκείας χωρίς ένα έξτρα υποστήριγμα για καβάτζα; Τι να τους πεις! Όσους αυτοσχέδιους τρόπους δεσίματος σκηνής και να σκαρφιστήκαμε, το αποτέλεσμα ήταν αποκαρδιωτικό εμφανισιακά. Μα μας ένοιαζε; Εμείς να μην μας τρώνε τα κουνούπια θέλαμε. Και λίγη ιδιωτικότητα στις ώρες της κλινοπάλης. Κατά τ' άλλα περιττή η σκηνή, κατά τ' άλλα -κατά το μάλλον ή ήττον- έχθιστη η σκηνή· εμπόδιο για αγνάντεμα στ' αστέρια ήταν. Στ' αρχίδια μας λοιπόν. Το σκηνικό έτσι κι αλλιώς γύρω σε αποζημίωνε. Πέτρες, θάμνοι, άγρια κλαδιά ολούθε, βαθουλώματα στους βράχους, άηλιο και σκιερό μαζί, ευάερο το μέρος, εκεί στήσαμε την κολοβή σκηνή μας. Βγαλμένη απ' Άρχοντα η Σαμοθράκη, σκέτη Νέα Ζηλανδία -τι λυπηρές, οι παρομοιώσεις μου οι φτωχές. Και το έδαφος όμως δεν πήγαινε πίσω, κατάλληλο, υπερκατάλληλο ήταν, για να θέσουμε τουλάχιστον σταθερές βάσεις, για να βυθίσουμε μέσα του τα παλούκια της σκηνής, για να -με συγχωρείτε αλλά δεν μπορώ να αντισταθώ στο άγαρμπο χιούμορ, ο έγγραφος εκχυδαϊσμός ψοφάει για κάτι τέτοιες στιγμές- βυθίσω κι εγώ το παλούκι μου μέσα της. Ξέφωτο κατασκοινώσιμο, ξέφωτο ιδανικό, ξέφωτο δια να βγάλουμε -νάτο πάλι- τα μάτια μας.

Αντί για τσιγάρο, αντί για προφυλακτικό, οι ματιές μας οι αγχολυτικές, οι ματιές μας οι στοργικές, τα γυμνά μας κορμιά παράλληλα κείτονταν, καθρέφτες ενός έρωτα αμφιμονοσήμαντου, μόνο τότε αμφιμονοσήμαντου, αλλά ας μην επαναλαμβάνομαι συνεχώς. Αφού τελειώσαμε μαζί, με μια ακρίβεια απαράβλητη λες και ρυθμιζόμενη από κάποιο υπερκόσμιο κομβίο από κοινού ελεγχόμενη, πήραμε την απόφαση να κατεβούμε στην Χώρα κι ας ήταν το ταξίδι αβέβαιο και τα μυαλά μας ζοχαδιασμένα από την κούραση την σωματική· τόσο από την πρωινή άσκηση, αναρρίχηση, εξερεύνηση, κολύμβηση· όσο και από την βραδινή επίσης σωματική άσκηση, αναρρίχηση, εξερεύνηση, κολύμβηση, μην γελιέστε· τουλάχιστον όσον αφορά τα δυο χρονικά ημισφαίρια κυριολεκτώ, η μοναδική διαφορά ήταν πως η νυχτερινή άσκηση ήταν σε τόπους οικείους, στο κορμί της το οικείο, το αλλοπαρμένο, το χιλιοπαρμένο και όχι σε ανοικεία, ξένα και περιπετειώδη πρωτοείδωτα -από τα δικά μας τα μάτια, όχι απ' άλλων ανίερα βλέμματα που μολύνουν ότι θωρούνε- μονοπάτια, βράχια, ρυάκια και κακοτράχαλα δρομάκια.

Αφού ντυθήκαμε και ξεπρoβάλαμε τα κεφάλια μας απ' τ' άνοιγμα της σκηνής, ακούμε μια φωνή από τους κατασκοινωτές που βρισκόντουσαν ένα επίπεδο πάνω από μας, που ωσάν άλλοι ηδονόκοοι μάρτυρες του έρωτά μας του ανανεωμένου, του στα ιαματικά νερά της Σαμοθράκης αναβαπτισμένου, περίμεναν υπομονετικά μα και με κρυφή ικανοποίηση, να τελειώσουμε την τριπλή συνουσία μας για να απευθύνουν τον λόγο. 

"Παιδιά -με λένε Γιώργο παρεμπιπτόντως- το σημείο που έχετε βάλει τη σκηνή σας είναι πέρασμα για κοπάδι κατσικιών, οπότε υπάρχει περίπτωση το πρωί να έχετε πρόβλημα αν περάσουν από εκεί."

Τι το 'θελε και μας το 'πε ο γαμημένος. Δεν κοιμηθήκαμε για 2 συναπτά βράδια. Ανησύχησε η Νεφέλη και η ανησυχία η ιική μεταδόθηκε πανδημικά και σε όλους όσοι μέναν στο προσφυγικό, ευάλωτο κατάλυμά μας. Δηλαδή σε μένα. Παραλογισμός. Βάζαμε το ξυπνητήρι στις 6 που είχαμε ακούσει την προηγουμένη τα κύμβαλα των αιγοεριφίων να πλησιάζουν. Και περιμέναμε. Θα 'ρθουν, δεν θα 'ρθουν; Θα μας κάνει την χάρη ο βοσκός να τα πάει από αλλού; Θα του ξεφύγει κανένα και θα έρθει να πέσει κατευθείαν, ντουγρού πάνω μας για να μας γαμήσει το κέρατο με τα κέρατά του; Με αυτό το δίλημμα πέφταμε για ύπνο κατάκοποι από την παραγωγική κούραση της ημέρας και μ' αυτό ξυπνούσαμε έπειτα από λίγες ώρες. Με την τσίμπλα στο μάτι μέναμε ξάγρυπνοι περιμένοντας ανήμποροι. Ήμασταν για λύπηση. Ώσπου σιγά-σιγά τελικά αποκοιμιόμασταν και πάλι. Πάλι όμως ξυπνάγαμε, αφού από κάπου μακριά ή από κάπου κοντά, δεν μπορούσαμε να υπολογίσουμε καλά μες στον ύπνο μας, ακούγαμε πάλι τα γνωστά, χαραχτηριστικά καμπανάκια και πεταγόμασταν ακαριαία πάνω. Κυμβαλοκρουσίες και ποιμενικά ακαταλαβίστικα καλέσματα είχαν γίνει ο εφιάλτης μας. Σηκωνόμασταν και βγάζαμε δειλά-δειλά το κεφάλι μας για να αντιμετωπίσουμε και καλά θαρραλέα, το οργισμένο πέρασμα των αιγοπροβάτων. Μα ξύπνα-κοιμήσου ο ύπνος μας ο ανευόδωτος δεν είχε νόημα, έτσι σηκωνόμασταν μια και καλή, έτσι από τις 7 είχαμε όλη τη μέρα δικιά μας. Να και κάτι καλό για τους διψομανείς, για τους μανιώδεις πολυάσχολους. 

Δεν θα ξεχάσω ποτέ όμως το τελευταίο πρωινό πριν την αναχώρηση. Όπου ξενυχτισμένοι και καταβεβλημένοι από μια ατελείωτη χθεσινοβραδινή συνουσία, αναθεματίζαμε τον ανήσυχο ύπνο που κάναμε εξαιτίας της αναμονής. Το καράβι έφευγε στις 8. Εμείς έπρεπε να ήμασταν από τις 7 έτοιμοι, από τις 6 στο πόδι κι όμως είχαμε ξυπνήσει από τις 5. Ούτε στον στρατό τέτοια βάρβαρα εγερτήρια. Κι ήταν η εποχή που είχα αποκηρύξει συνειδητά τον χριστιανισμό. Μετά από 22 χρονιά. Γιατί το λέω αυτό θα μου πείτε. Το λέω γιατί εκείνη ήταν η πρώτη στιγμή στην ζωή μου που συνειδητοποίησα πως δεν μπορώ να πω "Θεέ μου βοήθα να μη γίνει αυτό ή βοήθα να γίνει τ' άλλο". Και δώστου σταυροκοπήματα. Έτσι είχα συνηθίσει μέχρι τότε. Αλλά αυτά άνηκαν σε ένα άλλο ένθεο παρελθόν. Και αν κάποιος θέλει να είναι συνεπής στα πιστεύω του, πρέπει να μην υποκύπτει. Γιατί πριν νιώσω ότι πλέον δεν είμαι θρήσκος είχε προηγηθεί ένα διάστημα 2 και πλέον χρόνων που το πάλευα, που μόνο τυπικά θεωρούσα τον εαυτό μου χριστιανό. Είναι το διάστημα που προσπαθείς να πιαστείς από οτιδήποτε προκειμένω να μην φύγεις από κάτι το οποίο εξ απαλών ονύχων γαλουχήθηκες. Εντέλει μετουσίωσα τον ορθολογισμό μου, τον έκανα βίωμα. Καταστάλαξα. Όμως ακόμα και στο διάστημα αποσκίρτησης είχα το δικαίωμα έστω και στα κρυφά, στα μυστικά, ενδόμυχα να προσευχηθώ. Τώρα πια τίποτα. Κι έλεγα από μέσα μου "γαμώτο γιατί να μην μπορώ να το πω, αφού το θέλω και το έχω ανάγκη, αφού όλοι έχουμε ανάγκη από κάτι, σε κάτι να ελπίζουμε, σε κάποιο αποκούμπι, κάτι να μας στέρξει, έστω κάτι ψευδεπίγραφο, έστω σε μια χίμαιρα, έστω σε κάτι υποκριτικό, συνωμοτικά επινοητικό· όχι δεν πρέπει, πρέπει να είμαι ειλικρινής, πρέπει να είμαι εγκρατής, πρέπει πάνω απ' όλα να είμαι συνεπής.

Κι ενώ κανονικά θα έπρεπε να βλαστημάω για την ώρα ύπνου που μου 'φαγαν τα κωλόζωα, ώρα ύπνου αναγκαία και χρήσιμη, συνθήκη αναγκαία για να αντέξουμε ένα ταξίδι που όχι μόνο προμηνυόταν δύσκολο, αλλά τελικά και ήταν· εγώ καθόμουν και φιλοσοφούσα, προβληματιζόμουνα και πάλευα με τον εαυτό μου. Και το 'παιζα κουλ με τη Νεφέλη και την καθησύχαζα ο ατάραχος και από μέσα μου έβραζα λες και είχα πυρετό, εμένα ποιος θα με καθησύχαζε;

*

Και δεν ξέρω γιατί την αναφέρω αυτή την ιστορία, επειδή κλείνει ένας χρόνος περίπου από τότε, επειδή διαβάζω Σαρτρ και για τον υπαρξισμό του ή επειδή μοναδική μου Βαρβάρα παρόλο που σε προσγείωσα, με κάνεις να σε σκέφτομαι και να τα 'χω χαμένα, συγκεχυμένα, γυμνά κορμιά, υπαρξιστικοί σκοποί, υποκειμενικότητες, ευθύνες επονείδιστες που δεσμεύουν, Θεοί, Θεές, Θεά μου εσύ...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

  © Free Blogger Templates Autumn Leaves by Ourblogtemplates.com 2008

Back to TOP  

Site Meter