Κυριακή 31 Αυγούστου 2014

μποτίλια δεν έχω να στο στείλω και φοβάμαι πως αντί για καρέα θα ξοκείλει πανορμίτη

Αγαπημένη μου Σοφία,

πάνε δυο μήνες και 2 μέρες από την τελευταία φορά που σου μίλησα ξυπόλητος απ' τα στενά της Ρόδου. Ήταν 29 Ιουνίου, το θυμάμαι. Πήρες να μου ευχηθείς για την χριστιανική εορτή μου. Κι εγώ, όχι μόνο το κατάπια και είπα κι ευχαριστώ -ντάξει αυτό δικαιολογείται, πόσο εκκεντρικός θα 'μουν αν δεν σ' ευχαριστούσα που με σκέφτηκες- αλλά το πήγα ένα βήμα παραπέρα. Ολότελα ανακόλουθος των πιστεύω μου ή μάλλον των μη πιστεύω μου, αιτήθηκα το πρωί πριν το προσκλητήριο εξοδούχων, τιμητική έξοδο λόγω ονομαστικής εορτής. Παρόλο που δεν πιστεύω. Θεομπαίχτης. Έτσι βγήκα. Πατώντας πάνω σε καχέχτυπα. Πατρίς, θρησκεία, οικογένεια. Μου 'κανε την χάρη ο στρατός, εύπιστος σε τέτοια ευαίσθητα ζητήματα, ούτε στο ελάχιστο καχύποπτος για τις πραγματικές μου αντιλήψεις. Τώρα που το ξανασκέφτομαι, καλά να πάθει.

Βγήκα κάνοντας οτοστόπ. Σιγά μην περίμενα την ρόδα των 12μιση. Απ' τις 10 με τεντωμένο το δάχτυλο, αποσκοπούσα με το έμπιστό μου παρουσιαστικό να κερδίσω την ευσπλαχνία των τουριστών με τα νοικιασμένα αυτοκίνητα. Κυρίως αυτών. Και την έλαβα απλόχερα. Όχι ένα, αλλά δύο αυτοκίνητα σταμάτησαν για χάρη μου. Είχα να διαλέξω δηλαδή (ίσως λειτούργησε και το ενεργειακό λόγω της ημέρας). Μόνος κατέβηκα λοιπόν Σοφία, και κολυμπούσα ανάμεσα σε απόκρημνα βράχια και κλήσεις από άγνωστα νούμερα που καλούσαν να μου ευχηθούν. Εγώ όσο δεν με 'παιρνε εκείνη -αφορμή να μιλούσαμε, να ανταποδώσει, ας ανταπέδιδε γιατί δεν ανταπόδωσε η μαλακισμένη κοτζάμ αφιέρωση της έγραψα- τόσο πεισματικά αρνιόμουν να σηκώσω το τηλέφωνο. Και τα 2-3 που σήκωσα δηλαδή, το έκανα αφού είχα πιει και το αλκοόλ είχε μαλακώσει την καρδιά μου. Μία απ' τις κλήσεις που απάντησα ήταν η δικιά σου Σοφία. Βλέπεις, είχα ήδη προλάβει να συναντήσω τους άλλους, να τους κεράσω μπίρες και να την ακούσουμε. Μην απορείς λοιπόν που στις 6 τ' απόγευμα, ακουγόμουνα κάπως και μου φαινόντουσαν όλα ωραία (όχι ότι ήταν άσχημα, κάθε άλλο). Μεθυσμένος σου μιλούσα καθώς περπατούσα δίχως σανδάλια πάνω στα βρόμικα καλντερίμια της παλιάς μεσαιωνικής πόλης. Με τους τουρίστες να κοιτούνε και τους ντόπιους πρώτα να προσπερνούνε κι έπειτα να κοντοστέκονται και να γυρνάνε το βλέμμα πάνω μας, πάνω μου, παραξενεμένοι, ακούγοντας παράξενες συζητήσεις (για πολιτικά μιλάγαμε πάλι, καταλαβαίνεις) να βγαίνουν απ' τα στόματα παράξενων ανθρώπων σε μια γλώσσα όμως οικεία. Για Ιταλό θα με περνάγανε σίγουρα, Σοφία μου. Όλοι για Ιταλό με περνάνε εδώ. Καθόμασταν κι όλως τυχαίως απέναντι από μια ιταλιάνικη πιτσαρία, οπότε δεν τους κατηγορώ, η παραπλάνηση ήταν δικαιολογημένη.

Πώς κύλισε η υπόλοιπη ώρα μέχρι τις 9 δεν θυμάμαι, μα ένα θυμάμαι, πως εκείνη την βραδιά είχα γνωρίσει την πιο δροσερή κοπελιά όλου του φετινού καλοκαιριού μου. Αφού είχαμε ξοδέψει όλο το σάλιο μας για να ματαιοπονούμε για κάτι που όλοι ξέραμε ότι δεν θα οδηγήσει πουθενά, ούτε καν σε αδιέξοδο, αφού φάγαμε 1 κιλό πατατάκια και κλείσαμε όλα τα κενά ανάμεσα στις πλάκες του δρόμου γύρω μας με τα τσόφλια μιας μισόκιλης συσκευασίας ηλιόσπορων, αποφασίσαμε ότι το αλκοόλ εκτός από δίψα προκαλεί και πείνα· αποφασίσαμε ότι πεινάμε κι άλλο. Φύγαμε από κει. Γύρω στις 9 τυχαία περνώντας απ' το υπέροχο λιμανάκι της Ρόδου, πέσαμε πάνω σε μια δημόσια φιλαρμονική συναυλία. Μόνο εγώ όμως σκόνταψα. Οι άλλοι βαριόντουσαν, θα πηγαίνανε να φάνε σουβλάκια. Εγώ δεν τα 'θελα τα σουβλάκια και μάπα να 'ταν η συναυλία, αυτή μου αρκούσε. Αυτή. Τα θυμάμαι όλα, όλα τα θυμάμαι: την ώρα, την κίνηση του δρόμου, την απόχρωση του βασιλεύοντος ηλίου, μικρές-μικρές λεπτομέρειες που μόνο μ' όλες τις αισθήσεις σου σε επιφυλακή μπορείς να συλλάβεις. Όπως την σιβυλλική ευωδία της ζεστής εκείνης νύχτας ή την έντονη γεύση από κάρδαμο του πεπρωμένου, το βιβλίο που κρατούσα στα χέρια μου, τα ρούχα που φορούσα, τα ρούχα που φορούσε, μα κι όλη συνολικά τη σκηνή που λες κι από τσιμέντο ήταν· διήρκεσε μονάχα 10 λεπτά, μα άπαξ και στέγνωσε, με μορφοποίησε, με στερεοποίησε, με τσιμεντοποίησε κι έμεινα έτσι από τότε μαρμαρωμένος να θυμάμαι. 

Αποσβολωμένος την κοίταζα Σοφία! Δεν χόρταινα να την κοιτάζω. Και κείνη με τη σειρά της κοίταζε και απαθανάτιζε μια φιλενάδα της που καθόταν μπροστά-μπροστά και 'παιζε τρομπέτα με χάρη. Νομίζω πως ξεχώριζε η φίλη της, ήταν αστέρι. Και το λέω αυτό απροκατάληπτος, την είχα προσέξει μουσικά, πριν μάθω ότι είναι γνωστή της. Εγώ άλλωστε νόμιζα, τι νόμιζα δηλαδή, έβαζα στοίχημα ότι η δικιά μου είναι κόρη του μαέστρου. Αφού προς τα κει στόχευε η κάμερα, άσε που ήταν και η μάνα της μαζί. Θα 'ρθαν να χειροκροτήσουν τον μπαμπά, σκέφτηκα. Τελικά εσφαλμένα σκέφτηκα. Πού να φανταστώ ότι το αντικείμενο θαυμασμού στεκόταν ένα βήμα πιο πίσω; Αλλά δεν είχε σημασία αυτό. Σημασία μονάχα είχε η ομορφιά της η απερίγραπτη. Και Σοφία μου, αλήθεια, δεν ήτανε σχήμα λόγου αυτό. Δεν μπορούσα να την περιγράψω, ειλικρινά. Άτιμε Μπαλζάκ κράτησες όλες τις λεπτεπίλεπτες λέξεις για πάρτη σου, λίγη καλλιέπεια χάθηκε να δώσεις και σε μας; Και μην βιαστείτε, δεν είναι ένα ακόμη κίβδηλο παιχνίδι μετριοφροσύνης αυτό, μην κοιτάτε τώρα που κουτσά-στραβά το πράγμα κυλάει, τότε έπρεπε να 'σασταν να με βλέπατε άναρθρο, ανίκανο και ανήμπορο να συλλάβω το παραμικρό. Τόσο πολύ είχα κολλήσει.

Δεν κώλωσα όμως, δεν τα παράτησα. Με μια δίχως προηγούμενο, περιφρόνηση του φόβου, ποιου φόβου δηλαδή, ποτέ δεν υπάρχει φόβος, ποτέ δεν πρέπει να υπάρχει φόβος για μια κοπέλα που δεν θα ξαναδείς, που απλά θα της μιλήσεις, δεν χάθηκε ο κόσμος αν μ' αρνηθεί, σηκώθηκα δίχως να το προγραμματίσω, δίχως να ξέρω τι θα της πω, σηκώθηκα πριν το καλοσκεφτώ, πριν κωλυσιεργήσω και χάσω την ευκαιρία, σηκώθηκα για να εκτεθώ, για να κινητοποιηθώ, για να παρασύρω τον εαυτό μου σε ένα παιχνίδι ιδρώτα, ιλίγγου, ταχυπαλμίας, μα το σημαντικότερο σ' ένα παιχνίδι δίχως επιστροφή, έτσι, αυτό ήταν το διεγερτικό, γι' αυτό σηκώθηκα αν θες να ξέρεις Σοφία, αν θες να είμαι απόλυτα ειλικρινής, σηκώθηκα για να μετατραπώ λίγο από ανέτοιμος συγγραφέας σε όψιμο υποκριτικό, για να προσποιηθώ λίγο τον προσποιητή, για να νιώσω λίγο σαν ηθοποιός, για να ανέβω πάνω στη σκηνή και ακόμα και την στιγμή που θα σηκωθεί η αυλαία να μην ξέρω τα λόγια, για να χάσω τα λόγια που πάντα ξέρω να πω, για να σαστίσω, για να κόψω επιτέλους τον ομφάλιο λώρο, για να αλλάξω ρόλο, από λόγια να περάσω σε πράξη, από προγραμματισμό να περάσω σε δράση, σκούριασα, "για να δούμε τι ψάρια πιάνω", αυτό είπα στον εαυτό μου Σοφία και δίχως δεύτερη σκέψη, ίσως δίχως καλά-καλά και πρώτη, άφησα τα πόδια μου τα ανυπάκουα να υπακούσουνε στην έλξη της την ακαταμάχητη, να πάνε προς το μέρος της. Ω και τι ευτυχία, τα πόδια μου και μαζί και το σώμα μου και μαζί και η καρδιά και το μυαλό μου -τα τελευταία ίσως με μια μικρή χρονοκαθυστέρηση- κινήθηκαν προς τα κει, τη μοναδική στιγμή που κείνη είχε παραστρατήσει απ' τη μάνα της. Με εντυπωσίασα. Αυτό που αλίευσα απ' τα τρικυμιώδη νερά του σαλεμένου μου απ' την ομορφιά της νου, ήταν ένα υπερβατικό και λακωνικό, απλό και περίπλοκο, λιτό που περίκλειε όλη την λυρικότητα που έσκαγε με αλυσιδωτές εκρήξεις εκείνη την στιγμή μέσα μου, ημιτελές σύνθημα· "η ομορφιά σου η ανυπέρβλητη". Η ακοή της όμως ήταν υπερβλητή κι ανθρώπινη. Χρειάστηκε να το επαναλάβω ως και 3 φορές για να το πιάσει. Ίσως και να μην πίστευε στα αυτιά της -είναι κι αυτή μια κάποια εξήγηση. 

Όπως και να 'χει όμως, στον έρωτα η επανάληψη δεν είναι η μητέρα της μαθήσεως. Ούτε της κατακτήσεως. Η φράση μου εκφυλίστηκε όσο την επαναλάμβανα. Κι όσο την επαναλάμβανα, τόσο πιο σίγουρος γινόμουν ότι δεν θα την κατακτούσα. Την κατέκτησα όμως Σοφία μου! Κι ας ήτανε οι πιθανότητες εις βάρος μου. Έτσι τα κατάφερα· χρησιμοποιώντας μια ξαναζεσταμένη, αναμασημένη ατάκα. Γέλασε. Μου είπε "Ευχαριστώ, είσαι πολύ γλυκός". Κι αυτή ήταν. Ήταν 27. Ήταν δασκάλα. Συνάδερφος. "Συναδέρφισσα", με διόρθωσε. Γιατί δεν την παντρεύτηκα εγώ αυτή Σοφία; Γιατί δεν την ξανάδα από τότε; Γιατί δεν την ξανάδα.

Παρόλο που τα είπαμε όλα μέσα σε 10 λεπτά. Παρόλο που έδιωξε τη μάνα της για χάρη μου. "Θα τα πούμε μετά μαμά", της έκανε νόημα να φύγει. Στο λόγο μου Σοφία, το έκανε, δεν σου λέω ψέμματα. Μα δεν έφτανε, τι κι αν έδιωξε από κοντά τη μάνα της· την έδιωχνε την ίδια από κοντά μου η μοίρα. Σε 2 μέρες έφευγε. Κι αν βρισκόμασταν την επόμενη; Αδύνατο. Εγώ είχα γαμωυπηρεσία. Σκέφτηκα να της πω, υποσχέσου ότι θα φανείς στο υποθετικό ραντεβού κι εγώ θα κάνω και μαντραπήδα για να σε ανταμώσω. Μην με στήσεις μονάχα. Κι εγώ στο λόγο μου, να φάω για πάρτη σου και μία εσσό φυλακή. Δεν της είπα τίποτα όμως, δεν πρότεινα να βρεθούμε. Κι η ίδια εξάλλου δεν θα μπορούσε, είχε ετοιμασίες για αναχώρηση. Δεν τόλμησα. Και να βρισκόμασταν, τι θα γινόταν; Αυτή όδευε προς Θεσσαλονίκη· εγώ Ελλάδα θα ξανάπιανα ελεύθερος έπειτα από 8 μήνες. Ήτανε μάταιο ρε. Οι δρόμοι μας ήταν ασυνάντητοι. Κι έτσι αντί για ανώριμη υπόσχεση συνάντησης, της έδωσα ένα μεστό φιλί, ξαφνικό στο στόμα. Το πήρε σαν αντίο. Και κράτησε τα χείλη της πάνω στα δικά μου για λίγο ακόμα. Η ανάσα της μύριζε ήδη πόνο. Φαντάσου να σερνόμασταν σε ένα σχεσιακό αδιέξοδο αποστάσεων και ψευδαισθήσεων εύθραυστων· κάθε φορά που συναντιόμασταν, αντί να φιλιόμασταν, θα αναθυμιαζόμασταν. Το κατάλαβε, ήταν ξεκάθαρο. Μου χαμογέλασε. Απομάκρυνε το σώμα της απ' το δικό μου. Γύρισε την πλάτη κι έφυγε. Ήταν κοινή επιλογή· γιατί έφυγα κι εγώ. Πριν όμως φύγω, της φώναξα βλακωδώς "εις το επανιδείν" όπως συνηθίζω πάντα. Είμαι επιρρεπής σε κάτι τέτοια λάθη. Δεν μου απάντησε, μήτε γύρισε, ίσως να μην το άκουσε καν. Ίσως να με συνέφερε έτσι, ίσως και να το άκουσε όμως, γιατί μυστηριωδώς ένιωσα να χαμογελάει. Μην με ρωτάς πως το κατάλαβα βλέποντας μόνο την πλάτη της. Ούτε αν το επανέλαβα (δεν το επανέλαβα). Αυτό πια θα ήταν ανίατη βλακεία. Ήταν αργά για οτιδήποτε άλλο, τραβάγαμε ήδη για άλλες κατευθύνσεις: εγώ για το σουβλατζίδικο, όπου βρισκόντουσαν οι άλλοι, η άλλη για το σταθμευμένο αυτοκίνητο όπου ώρα απέξω περίμενε η καρτερική μητέρα της. Είμαι ώριμος πια. Δεν είμαι σαν παλιά. Δεν θα έκανα κάτι απονενοημένο. Θα χάλαγα ό,τι κέρδισα. Θα χάλαγα την ωραία μικρού μήκους ερωτική ιστορία μας. Σε μια κλωστή λεπτή κρέμεται η καλαισθησία. Και ο ρομαντισμός για να 'ναι ευκολοδιάβαστος κι εύπεπτος θέλει τις προϋποθέσεις του. 

Ναι θέλει την δειλία του. Δειλός είμαι, Σοφία το καταλαβαίνεις και η ίδια ότι μαλακίες σου λέω τόση ώρα. Αμέσως το είχα μετανιώσει. Την ήθελα. Την ήξερα 10 λεπτά κι όμως ήθελα να περάσω μαζί της το υπόλοιπο της αιωνιότητας. Οι εποχιακοί ανθοί ανασάλευαν πάνω στα κλαράκια των παρακείμενων δέντρων και χάρις την επιμονή ενός μπρίου θερινού και ακατανίκητου, έπεφταν παντού ολόγυρά της. Κι εγώ καθόμουνα και κοίταζα το κινηματογραφικό με μια ανημπόρια και με μια ανικανότητα να κάνω το πολυπόθητο, να ξεκαρφώσω τα πόδια μου και να τρέξω να την βρω. Μελαγχολία είναι αυτό. Όχι το εκ των υστέρων άλγος. Όχι η αδήριτη ανάγκη να βρεις τη λήθη. Αυτά έπονται. Εγώ μιλάω για κείνη την αναδρομική και συνάμα ταυτόχρονη αίσθηση του να σου λείπει ο άλλος. Πριν καλά-καλά σχηματιστεί η απουσία του. Δεν έτρεξα κοντά της. Δεν φώναξα τ' όνομά της (Σοφία θα είμαι ειλικρινής, δεν το θυμάμαι τ' όνομά της). Δεν την διεκδίκησα. Δεν έκανα τίποτα για να αλλάξω το ήδη εκπληρωμένο τέλος. Μοναχά καθόμουνα και την κοίταζα, όπως χανόταν. Δεν γύρισε να ανταποδώσει. Το ύστατο και ανανταπόδοτο αγνάντεμα του ερωτευμένου. Γαμώ την ωριμότητά μου. Ας ζήταγα το νούμερό της ή το facebook της (κι ας μην έχω) κι ας με πέρναγε και για 15χρονο. Μόνο ας έκανα κάτι. Σοφία, εγώ, ο δειλός, μάλλον δεν της άξιζα.

Υ.Γ. Δεν σε στριμώχνω στο υστερόγραφο για λόγους ανυποληψίας. Πες μου τι κάνεις. Πεθύμησα την επαφή σου, την συνοδεία σου στους εσωτερικούς, ταλαντευόμενους σφοδρώς, ικανούς για το καλλίτερο μα και για το χειρότερο χορούς μου. Χορούς μας. Ντάμα μου. Ήμουνα προχθές σε ένα μπαρ στη Σύμη (είμαι στη Σύμη εδώ και 1μιση μήνα, στο 'χω άραγε πει;) και έπαιζε, για ένα μισάωρο τάνγκο. Έτσι κι έβρισκα έστω και μια κακομοίρικη ντάμα θα της ορμούσα λες και αυτή ήταν κόκκινο πανί κι εγώ ταύρος σε υαλοπωλείο. Τέτοια η επιθυμιά μου να χορέψω, τέτοιες και τόσες οι συσσωρευμένες μου ορμές. Όλα τα λεφτά μου ρε έδινα για ένα τανγκό. Και η άλλη η Ελένη, όχι τρωικό πόλεμο δεν άξιζε, όπως της είχα γράψει σε ένα χαρτάκι όταν την πρωτοσυνάντησα και την καταγοήτευσα, μα ούτε ένα λειψό τάνγκο ντε σαλόν. Ούτε αυτό.
Ε τότε ήταν που σε θυμήθηκα.
Πες μου τι κάνεις.

Δικός σου,
ο πιστός σου καβαλιέρος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

  © Free Blogger Templates Autumn Leaves by Ourblogtemplates.com 2008

Back to TOP  

Site Meter