Παρασκευή 19 Σεπτεμβρίου 2014

Έχω τελειώσει το γράψιμο και προχωράω περίλυπος έξω απ' το αμφιθέατρο άλφα. Νιώθω αποτυχημένος, νιώθω άσκετος και νιώθω βλάκας, η δυσοίωνη προοπτική μου φέρει ταχυπαλμίες, η έντονη σκέψη καρηβαρία, 4 μήνες φοιτητής, καθυστερημένος, στάμπες και τα συναφή. Ο μαρασμός όμως δεν έχει πολλή απόσταση απ' το φούντωμα. Γιατί εκεί που το βλέμμα μου περιφέρεται στο κενό, η ίδια όχι μόνο αναδίδεται από μέσα του, μέσα απ' το κενό που τίποτα δεν υπάρχει και τίποτα δεν αναδίδεται, κανονικά, αλλά το γεμίζει κιόλας, δηλαδή το καταργεί τελείως κι αυτό καταρρέει εις τα εξ ων συνετέθη. Με τα αντικομμάτια του κενού, φτιάχνει αντιύλη. Φτιάχνει μπρος τη κενή ματιά μου την ύλη της, φτιάχνει την εν χούσα ύπαρξή της. Φτιάχνει εκείνο το ενδημικό συναίσθημα, όταν βλέπεις κάποιον πρώτη φορά κι όμως νομίζεις ότι κάπου τον έχεις ξαναδεί. Σε όνειρο, σε άλλη διάσταση, σε μιαν άλλη ζωή. Παρόλο αυτά δεν μπορώ να πάρω τα μάτια μου από πάνω της, το βλέμμα μου συνεχίζει να την ακολουθεί σαγηνεμένο. Εκεί λέω με είδε, δεν γίνεται να μη με πρόσεξε. Τόσο εκτέθηκα. Κι όμως πέρασε δίπλα μου, σχεδόν ξυστά, χωρίς να μου ρίξει βλέφαρο. Μα όχι, τελευταία στιγμή η παρουσία μου κι όχι το παρουσιαστικό μου γίνεται αντιληπτό, θαρρώ. Κι ο άλλος φωνάζει "Σεμνααά!". Ποτέ μην προσπαθείς να κυριεύσεις κάποια με φίλους δίπλα. Είναι ανευόδωτο. Δεν φταίει αυτός. Πού να 'ξερε ο άξεστος απ' έρωτες κεραυνοβόλους! Μαζεύτηκα. Κοκκίνισα. Πρέπει να το κατάλαβε εκείνη. Δεν γύρισε. Μα πρέπει να το κατάλαβε. Μολοταύτα, συνέχισε το γοργό βηματισμό της και εξαφανίστηκε στο βάθος της σκάλας. "Γύρνα πίσω", της είπα. Νοερά όλα' αυτά. Φυσικά. Πού να τολμήσω! Μόνο οι τολμηροί τολμούν. Εκτός απ' αυτούς τους λίγους, τους διαλεχτούς, όλοι οι υπόλοιποι είμαστε ανυπεράσπιστοι, άοπλοι, γιωτάδες μπρος στον έρωτα. Γύρνα πίσω. Ξανά νοερά.

Δεν μου 'φτανε η εξεταστική αποτυχία είχα τώρα και τον εξευτελισμό της ερωτικής απογοήτευσης. Της εν είδει ερωτικής απογοήτευσης. Βασικά δεν ξέρω. Για όλα αυτά τα ρευστά, τα οπτικά, τα δυσδιάκριτα, τα διασταυρωμένα, είναι δύσκολο, είναι πολύ δύσκολο να είσαι σίγουρος. Με κοίταξε; Δεν με κοίταξε; Κι αν με κοίταξε και της άρεσα; Και αν δεν της άρεσα; Πού θα την βρω για το εξακριβώσω; Πού είσαι; Παίρνω σβάρνα τους διαδρόμους. Σκουπίζω όλο το καταραμένο οικοδόμημα, απ' το χημείο στο υπόγειο ως το δέλτα οικονομικό του τρίτου. Δείλιασα να πάω στην αντωνιάδου. Δεν πήγαινε από κει. Λες όμως να πήγαινε, λες τελευταία στιγμή να άλλαξε κατεύθυνση, να έκανε την τέλεια λοξοδρόμηση, η τέλεια προσποιήτρια, η τέλεια εξουσιάστρια της μετουσίωσης; Ανασυγκροτήθηκα. Τι άλλο να 'κανα; Κατέβηκα πάλι κάτω και έβαλα τον άλλο που με ρεζίλεψε, τιμωρητικά να φυλάει μπάστακας την κεντρική έξοδο για παν ενδεχόμενο. Κίνησα προς την δεξιά όπως μπαίνεις πτέρυγα. Άφαντη. Περίεργες σκέψεις μπήκαν στο μυαλό μου. Μήπως δεν ήταν αληθινή, αλλά αποκύημα του σαλεμένου εδώ και καιρό μου νου; Δεν τσιμπήθηκα. Δεν ήταν όνειρο. Δεν ήμουν άπιστος. Υπήρχε. Την είδα. Την είχα ξαναδεί.

Την ανέσυρα απ' τη λησμοσύνη. Ναι, αυτή ήταν. Τελευταίο τάνγκο με μακριά μαλλιά εγώ, τελευταία μιλόνγκα πριν μπω φαντάρος. Την εποφθαλμιούσα όλη την βραδιά. Δεν τόλμησα στην αρχή. Συνοδευόμουν. Ύστερα όμως πήρα το ελεύθερο. Την ζήτησα. Δέχτηκε. Δεν χόρεψα απλώς μαζί της· κάναμε έρωτα. Κάτω από το σεληνόφως. Περίφημη ιδέα του διοργανωτή τότε να μην ανοίξει τους προβολείς. Έτσι κι αλλιώς, πέντε-δέκα νοματαίοι ήμασταν. Τελείωνε ο χορός και της ζήταγα έναν ακόμα. Κι έναν ακόμα. Και αυτή τους δέχτηκε όλους. Ήτανε εμφανές, είχαμε χημεία. Δεν υπολόγισα όμως τα σημεία. Πανθομολογουμένως, με ήθελε. Κι εγώ δεν την αναζήτησα, δεν της ζήτησα μέιλ, κινητό, κάτι. Από τότε βρίζω τον εαυτό μου. Αποτυχημένοι έρωτες και δυσβάσταχτες καταλήξεις. Μοναχά μία υπόσχεση πήρα για το μέλλον, για έναν ακόμη χορό, μα ακόμη κι αυτήν, για να την θεωρήσεις ως κάτι το χειροπιαστό, ως κάτι το θετικό, πρέπει να είσαι πολύ αισιόδοξος. Κι εγώ δεν είμαι. Τούτη την περίοδο είμαι μάλλον ρεαλιστής, είμαι μάλλον τσακωμένος με τη μοίρα. Που μου γνωστοποίησε τώρα η ειμαρμένη, τώρα που πήρα πτυχίο, ότι εκείνη φοιτεί στην ασοεε. Αν το 'ξερα, όχι μόνο πτυχίο δεν θα 'παιρνα, αλλά θα γινόμουν ο πρώτος φοιτητής στην ιστορία που διεγράφη όχι λόγω επιμήκυνσης των σπουδών εις τον αιώνα τον άπαντα, μα εις το διηνεκές του έρωτα. Ποιος είπε ότι τα οικονομικά δεν είναι ρομαντικά; Μοναχά προσπάθησε να τα δεις με άλλο μάτι.

Αυτή είναι. Τη δευτέρα, μία μέρα ή μάλλον ένα βράδυ πριν τον απόπλου, θα σε περιμένω εκεί. Ελπίζω να είσαι, ελπίζω να σε δω, να βρω το κατάλληλο τάιμινγκ και να σε ζητήσω για χορό, να μην έχει πολύ κόσμο, να χορέψουμε αγκαλιασμένοι μέχρι πρωίας, να ξαναχορέψουμε κατ' αυτόν τον τρόπο κι ας μην πηδηχτούμε ποτέ, κι ας μην πηδήξω ξανά ποτέ, μοναχά έλα να αναβιώσουμε εκείνο το πάθος, που ταξίδεψα σε όλα τα πλάτη και μήκη της ευρώπης, πηδήχτηκα με κάθε φυλή και ρούφηξα κάθε ικανοποίηση σαν το πιο τελειωμένο πρεζάκι μ' όλους τους πόρους του σώματός μου, τρυπώντας παράλληλα το ασώματό μου είναι από παντού, όμως -τ' ομολογώ- αντίστοιχή της δεν βρήκα πουθενά. Μονάχα ένα χορό ρε, πριν αποκαλοκαιριάσει για τα καλά και σε χάσω για πάντα μες στου χειμώνα τη λήθη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

  © Free Blogger Templates Autumn Leaves by Ourblogtemplates.com 2008

Back to TOP  

Site Meter