Σε μια διαπροσωπική θρησκεία πραγματικής αγάπης κι έρωτα (σπανίως τα συναντάς μαζί, αλλά τι φαντασιακή θρησκεία είναι αυτή, που δεν είναι επαναστατική, ιδεαλιστική και ταυτόχρονα ανέφικτη), το τραγούδι της Τζολίν θα 'χε θέση οιονεί ευαγγελίου και η ίδια Τζολίν, στάτους τουλάχιστον ιέρειας, αλλά τελοσπάντων στο τωρινό πλαίσιο αυτή δεν προσιδιάζει ούτε παρασάγγας σε ιέρεια και όσον αφορά αυτό, δεν μπορεί να 'ναι ούτε ετυμολογικά ευαγγέλιο, καθώς ούτε χαρούμενο προσπαθεί να είναι, ούτε ελπιδοφόρο, ούτε καν μέινστριμ. Αλλά ένα τραγούδι απόγνωσης και ανασφάλειας και ατομικής εκμηδένισης, πάντως όχι κατινιάς. Η κοπελιά (ας την πούμε Σάιρους από δω και στο εξής) παρακαλάει την Τζολίν, μια τύπισσα που εξαιτίας της, ο γκόμενός της παραμιλάει στον ύπνο του ("He talks about you in his sleep"), να μην της πάρει τον άντρα ("I'm begging of you please don't take my man"). Και εκθειάζει την ομορφιά της ("Your beauty is beyond compare") και τα μαλλιά ("With flaming locks of auburn hair") και το δέρμα ("With ivory skin) και τα μάτια ("and eyes of emerald green") και το χαμόγελο ("Your smile is like a breath of spring") και τη φωνή ("Your voice is soft like summer rain") και την παντοδυναμία της ("Please don't take him just because you can") και την μεγαλοθυμία της ("My happiness depends on you/And whatever you decide to do, Jolene") και σίγουρα προσπαθεί να εκβιάσει υποχώρηση με τον τελευταίο στίχο, αφού εμμέσως πλην σαφώς της λέει, ότι μεγαλειότατη, αφού μπορείτε να 'χετε όποιον θέλτε, μην πάρεις τον δικό μου, επειδή απλά μπορείς, γιατί Τζολίν, εγώ η Σάιρους, τρελαίνομαι και ματώνω, και συνθλίβομαι και πεθαίνω και σε ξορκίζω, σε παρακαλώ, μην το κάνεις, η ευτυχία μου εξαρτάται από σένα. Κι αυτό το ξετσίπωτο τουίστ που εκφράζει μια τόσο πιο γυμνή και άφατη θλίψη που σπάει όλα τα στερεότυπα του συνόλου της εμπορικής λογοτεχνίας και μουσικής και φιλμογραφίας και τα καλούπια και το ίδιο το κόνσεπτ ενός ερωτικού τριγώνου και το αναπλάθει, κάνοντας τους πρωταγωνιστές να πρέπει, αν όχι να αυτοσχεδιάσουν, τουλάχιστον να αλληλεπιδράσουν. Γενικά η κοπέλα, ο ρόλος του πονεμένου για να μη μένουμε σε έμφυλους ρόλους, ντάξει, κανονικά μπορεί να παρακαλούσε για λίγο, μπορεί να ικέτευε για να αποφύγει το αναπόφυγο, αλλά τελικά στεκόταν στο ύψος του ρόλου του τέως και 'φευγε αξιοπρεπώς, αφού αποδομούσε πρώτα άπιστο και ανδροχωρίστρα. Κι όμως η Σάιρους, έρχεται και έχοντας γνώση, όχι μόνο της απαξίωσης αυτού προς το πρόσωπό της, αλλά και της ανωτερότητας της Τζολίν έναντι της ίδιας ("And I cannot compete with you, Jolene"), γονυπετής την ικετεύει, να κάνει πέρα, να αρνηθεί δηλαδή την νεοφιλελεύθερη και δαρβινική φυσική υπεροχή της, και να φερθεί αλληλέγγυα, να την αφήσει πρωτόγονα και αντιοικονομικά να ξανακερδίσει τον άντρα της, έστω κι αν αυτό είναι ακραιφνές και πρωτάκουστο, έστω κι αν παραβιάζει κυρίαρχους καπιταλιστικούς και θρησκευτικούς κανόνες, αυτή, με μια εμμονή κομματάκι αναχωρητική, αλλά σίγουρα ριζοσπαστική, ελπίζει σε ένα θαύμα, που διάολε μόνο σε εποχές μεγάλων και λοιπών βδομάδων συμβαίνουν και απαιτεί με θράσος και με μια ευγένεια τόσο καινοφανή που σε καθιστά ερωτικά ατσίμπλωτο και νεογνό, μια δεύτερη ευκαιρία, όχι όμως από το απαγωγικά δεύτερο μέλος της σχέσης, αλλά 'πο κείνη, την άσχετη, την τρίτη, την Τζολίν και μπροστά μας και πάνω απ' τις γραμμές και τους στίχους, γίνεται ένας τόσο γενναίος δρασκελισμός που μόνο και μόνο γι' αυτόν, λες όχι, δεν αξίζει να τελειώσει έτσι αυτός ο δεσμός, ο θεσμός της ζωής, της ζωής της Σάιρους, αφού τ' ορκίζεται ρε παιδί μου τι άλλη απόδειξη θες, ότι δεν θα μπορέσει να ξαναγαπήσει και καταλαβαίνεις σιγά-σιγά πως ο έρωτας αρθρώνεται έμφυλα και πως σε κάποια μεμονωμένα δείγματα, είναι σα να πέφτεις μέσα σε ρωγμές του χρόνου και να γυρίζεις πίσω, να επιστρέφεις στην τσαρική Ρωσία και να αναμετριέσαι μ' όλους τους ντοστογιεφσκικούς γυναικείους χαραχτήρες, με γυναίκες δηλαδή θαλερές, έτοιμες για τα πάντα, από το να ταΐσουν ισόβια, αλλά κι ασίγαστα τους πόθους τους, μέχρι να παρακαλέσουν τις αντιζήλους, να ξεπέσουν, να υποταχθούν, να αποσυρθούν, να επανέλθουν, να επιληπτήσουν, να επαναστατήσουν, να πέσουνε στις γραμμές του τρένου, να πεθάνουν, αλλά ποτέ να ζήσουν τον έρωτα τους με αυτόν που 'θέλαν, θες από επιταγές και εμπόδια της τάξης τους, θες απ' την ίδια την οπισθοδρομικότητα των καιρών, θες εξαιτίας της πουτάνας της μοίρας, ή του τόνου, της μανιέρας, της μελοδραματικής φύσης του συγγραφέα ή της ζήτησης του κοινού...
Και ναι μπορεί να είναι έρωτες άλλων εποχών και πλέον μπορεί να ερωτευόμαστε και να πιστεύουμε και να προσευχόμαστε με πιο ορθόδοξο και προοδευτικό τρόπο και με πιο πολυγαμικούς τρόπους και πιο πολυμορφικές συνθέσεις, πιο ελεύθερα και φιλελεύθερα και σχεδόν χειραφετημένοι από θρησκείες, κάστες και οικογένειες και ιδεοληψίες και να μετανιώνουμε και να χωρίζουμε, αυτό, αυτό κυρίως πιο πολύ, και πιο έντονα απ' ότι ερωτευόμαστε, και να μην βλέπουμε άλλο τρόπο αμφιεπιβίωσης, απ' το να χωρίζουμε τα τσανάκια μας στη πρώτη δυσκολία ή στην εκατοστή, αλλά απ' το ένα ως το εκατό, ποτέ δεν νιώσαμε κάτι τόσο έντονο, όσο η Σάιρους για την Τζολίν και τον άντρα της, που το πιο πιθανό είναι να καταλήξουν μαζί, γιατί σιγά που νοιάστηκε η Τζολίν, αλλά αν νοιάστηκε, σίγουρα εκλέγεται τρίτεια και παναγία της νέας θρησκείας που ιδρύουμε, πάντως όπως και να 'χει, δεν μπορούμε να μην της παραδεχτούμε της Σάιρους, ότι πολέμησε με κάθε τρόπο, με όλους τους τρόπους, παρωχημένους, παθιασμένους, μ' ανορθόδοξους τρόπους, με τρόπους σεξιστικούς και υποτιμητικούς για την ίδια ως γυναίκα κι ως ύπαρξη, αφού αντί να τα βάλει με τον μαλάκα που προτιμάει την Τζολίν απ' αυτήν και να φύγει σαν κυρία, αυτή κάθεται και κλαίει σαν την τελευταία νοικοκυρούλα που η ζωούλα της είναι ο αντρούλης της, λες και δεν υπάρχουν άλλα θέματα στη ζωή, φτώχεια, μετανάστες, σύριζα, πόλεμοι και θάνατος, μα να πάτε να γαμηθείτε, γιατί θάνατος δεν είναι μόνος του Ιησού, ο οποίος αντί να τα βάλει με τους ρωμαιο-εβραίους σταυρωτές που ο ίδιος έπλασε, φωνάζει στον πατέρα και συνθεό του "γιατί με εγκατέλειψες", σ' ένα προσυμφωνημένο σχέδιο που μαζί, δηλαδή, ο ίδιος έφτιαξε, θάνατος είναι και η λοιδορία και η καταδίκαση κάθε άλλης μορφής έρωτα, εκτός των σύγχρονων, των μεταμοντέρνων ή των εκκολαπτόμενων. Ο έρωτας και η απόγνωση και το κλάμα και το γιατί να με αγαπάς σταμάτησες και τα παρακάλια στην Τζολίν, κάθε όταν άνθρωποι σκοντάφτουν πάνω σε ρωγμές του έρωτα και του χρόνου, συνυφασμένα είν' αυτά εξάλλου και αναχρονιστικά και γυρνάνε πάλι πίσω, στην προμποσελβίστικη Ρωσία και στα γραφτά του ντοστογιέφσκι, και ξαναμελετάνε το ήδη μελετημένο, και δεν θεωρούν τίποτα δεδομένο, όσον αφορά τον έρωτα, και ξαναγεννιούνται και ξαναπεθαίνουν και ξαναπέφτουν πάνω στα τρένα, γιατί δεν κυνηγούν δόξα ή παρθενογεννήσεις και πρωτιές ανυπόληπτες, δεν είναι αυτό που έχει σημασία, αλλά αποπειρώνται κάτι που έχει ξανά και ξανά αποτύχει πειραματικά, μα πού ξέρεις, ποιος μπορεί ν' αποκλείσει, για παράδειγμα, ότι η Σάιρους είναι μια νέα μάρτυρας στο δρόμο προς την Ιερουσαλήμ, μια νέα απόστολος, που μπορεί να πετύχει το αρχέγονο, να ερμηνεύσει κατά το δοκούν, όπως γουστάρει δηλαδή, το ιουδαϊκό και αντεστραμμένο, το έστι μεθερμηνευόμενο,
Τζολί, Τζολί, λαβά σαβαχθανί.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου