Από πού ν' αρχίσω; Δεν θυμάμαι και πως ξεκίνησε. Για τη διάρκειά του πάντως είμαι απόλυτος: ακριβώς μία ώρα. Βαριά μιάμιση, τώρα που το ξανασκέφτομαι. 4 και, με 6 παρά. Μούσι. Απ' το μυαλό μου το 'βγαλα το τελευταίο. Ούτε που ξέρω πότε παίζουν τα αριέμ μου. Τελοσπάντων μούσια και τρίχες κατσαρές, εδώ που το φτάσαμε, μάθετε πως στ' όνειρο είχα πολλά μαλλιά. Όχι βέβαια πολλά όπως παλιά, κάπως λιγότερα, πιο καφέ και ίσια και κομματάκι διαφορετικά. Όνειρο καταστάσεων. Σαρτρ κι έτσι. Τώρα σε γενέθλια ήμασταν, σε πάρτι αποφοίτησης ήμασταν, σε βιοτεχνία κατασκευής φρούδων να 'μασταν, δεν ξέρω που στο διάολο ήμασταν, αλλά ήμασταν πιο χαρούμενοι κι απ' τον διάολο τον ίδιο. Την παρέα μας δεν την θυμάμαι, άλλα αν στύψω το μυαλό μου, όλο και κάποιους γνωστούς θα προσποιηθώ ότι θυμήθηκα. Οι γρύλοι έσκαγαν σαν ποπ κορν και τα πολύχρωμα φώτα έφερναν στο νου καλοκαιρινό λούνα παρκ. Χαμός και φωνές και ωραίες μουσικές και ωραία κορίτσια. Ήσουν το πιο ωραίο κορίτσι. Προσπαθούσες να με κάνεις να σου μιλήσω, αλλά εγώ μίλαγα στην Σοφία εκείνη την ώρα, η οποία καθόταν πάνω στα πόδια μου και τα μπουτάκια της ήταν εκπληκτικά. Και αυτή πολύ μαύρη ρε παιδί μου, δηλαδή ωραία μαύρη, αλλά και υπερβολικά, όχι ότι είμαι ρατσιστής και μην αρχίσετε τώρα τις υστερίες, απλά ήθελα να πω, πως την προτιμώ μια ιδέα λιγότερο ηλιοκαμμένη. Κι ήμουν κι εγώ κάτασπρος, ε πολύ θέλει ν' αρχίσουν να λένε οι γραφικοί για μύγες μες στο γάλα και τα ρέστα.
Κάτι μαύροι παίζαν κάουντρι αλάργα, οπότε αμέσως έβγαλα το συμπέρασμα πως ήμανα Αμερική. Σαν σε γάμο μάλιστα απ' αυτούς τους αμερικάνικους κιόλας, που οι καλεσμένοι κρατάνε στο ένα χέρι ένα κοκτέιλ και τ' άλλο το 'χουν λεύθερο για να συνοδεύουν με σπουδαιοφανείς χειρομονίες τη φωνάσκουσα αναγκαιότητα της παρουσίας τους. Δίπλα κάτι φίκοι και άλλα εξωτικά φυτά και στο βάθος του κήπου, το πλούσιο τραπέζι του γάμου, με τα κρέατα και τα ξαναγεμίσματα και τις κόκα κόλες και τα κάτασπρα τραπεζομάντιλα που ξυπνάν ξεφάντωμα, να πατά πάνω στο γρασίδι και να περιστοιχίζεται από ευκάλυπτους και λαμπιόνια κίτρινα, κρεμασμένα με μανταλάκια πάνω στο σύρμα που λες και μόλις τα βγάλανε απ' το πλυντήριο, ν' αγκαλιάζουν τους νεόνυμφους. Και ερχόσουνα εσύ όλο με κάτι προφάσεις κωμικές και με ρωτούσες το ένα ή το άλλο, ξέρνα το ρε κοπελιά να πούμε, να πάμε παρακάτω, λες και ξέρω 'γω είναι γκόμενά μου η Σοφία, τι διστάζεις, ούτε που ξέρω πως βρέθηκε στο όνειρο και στα πόδια μου καθιστή. Κάτι ψέλλισες σ' εκείνο το σημείο κι έπειτα επειδή όνειρο ήτανε, βρέθηκα εγώ να την κυνηγώ και να την ψάχνω και να μην την βρίσκω σε κάτι στενά και σε μια γειτονιά που φτυστή ήτανε της Πλάκας, άρα μάλλον ήμασταν πίσω. Και ήμουνα χαμένος. Μα ο καλοκαιρινός άνεμος μου χάιδευε τα μαλλιά και παράλληλα δημιουργούσε ρεύμα. Από κει πήγε. Σε 'δωσε ο αέρας δικιά μου. Στ' αριστερά. Στρίβω, κατεβαίνω μία οδό που πρέπει να 'χει μείνει ανάλλαγη απ' τον πέμπτο αιώνα προ χριστού ξέρω 'γω και βλέπω εκεί, Άμπωτης και Διομήδους γωνία, μέσα σ' ένα χαμόσπιτο, σχεδόν ερείπιο εν τω μεταξύ, αυτήν, μία θέαινα σκέτη, να ποτίζει ξυπόλητη στην αυλή ένα γλαστράκι. Δίψαγε.
Μετά κλέβω και μεταφέρομαι στο σπίτι της, βασικά στο πατρικό της. Αφού είναι έτσι τα όνειρα, ζόρικα, ζόρικος θα 'μαι κι εγώ. Τσόντα απ' άλλο όνειρο κι ό,τι με συμφέρει. Ξυπνάω δίπλα της. Μα είναι τόσο αλλαγμένη. Αν είναι η πραγματικότητα αυτή που ρεύεται ρευστότητες και αλλαγές, πού να δείτε τα όνειρα· είναι ροώδη σα θυμαρίσιο μέλι. Μία στα λένε έτσι, μία αλλιώς. Μία είσαι εσύ το τέρας κι ο υπόλογος, την άλλη αυτός που πιάνει σκατά και τα κάνει χρυσό. Μία θα βλέπεις ότι σου μένει ένα μάθημα για τις πανελλήνιες ή για το πτυχίο, ένας μήνας ακόμα στρατό, την άλλη ότι συμμετέχεις σε όργιο ή πως σε θέλει πάλι αυτή. Με ήθελε πάλι αυτή. Και μ' είχε κουβαλήσει στους δικούς της και ήμασταν τώρα όλοι εμείς οι προοδευτικοί συριζαίοι και άλλη μία κοπελίτσα που μάλλον θα 'τανε ξαδέρφη, συγγενής, κάτι τελοσπάντων και παίρναμε μαζί πρωινό. Μαρμελάδες, γλυκά του κουταλιού δήθεν, γάλα με βιολογικά δημητριακά, ψωμί με σίκαλη, κάλπικα πράματα. Έψαχνα νύξεις και ανεμομαντείες για να καταλάβω τι περιβάλλον ήταν αυτό που περιέβαλε το πιάτο μου. Καλό φαινόταν. Υπάρχουν κι αυτά τα όνειρα. Μα τελειώνουν με τον ίδιο τρόπο κάθε φορά. Στριμώχνονται στις καθυστερήσεις και εξαρτώνται λίγο-πολύ απ' τη γενναιοδωρία του διαιτητή και τα λεπτά που θα κρατήσει ο τσιγκούνης που σ' αφήνει συνέχεια με την αίσθηση του ανολοκλήρωτου. Όταν σφύριξε το ξυπνητήρι, τι κι αν το 'κλεισα αμέσως και γύρισα πλευρό μη χάσω τη σειρά, άπαξ κι έφυγα και στιγμιαία απ' τ' ονειρικό, μετά ούτε κωδικούς, ούτε κλειδιά, ούτε γραφικότητες τέτοιες είχα για να ξαναμπώ μέσα, ε κι απόμεινα εκεί έξω να κάνω τον καραγκιόζη και να μιμούμαι τον υπνοβάτη. Κάτι κατάφερα, αλλά είχα χάσει τη ψευδαίσθηση. Πρόσωπα βουτυρωμένα με κίβδηλο παρελαύναν πού και πού, αλλά τώρα αυτά είναι κλασικά πράγματα. Η δικιά μου που λέτε, χαμένη κι άφαντη.
Κάτι μαύροι παίζαν κάουντρι αλάργα, οπότε αμέσως έβγαλα το συμπέρασμα πως ήμανα Αμερική. Σαν σε γάμο μάλιστα απ' αυτούς τους αμερικάνικους κιόλας, που οι καλεσμένοι κρατάνε στο ένα χέρι ένα κοκτέιλ και τ' άλλο το 'χουν λεύθερο για να συνοδεύουν με σπουδαιοφανείς χειρομονίες τη φωνάσκουσα αναγκαιότητα της παρουσίας τους. Δίπλα κάτι φίκοι και άλλα εξωτικά φυτά και στο βάθος του κήπου, το πλούσιο τραπέζι του γάμου, με τα κρέατα και τα ξαναγεμίσματα και τις κόκα κόλες και τα κάτασπρα τραπεζομάντιλα που ξυπνάν ξεφάντωμα, να πατά πάνω στο γρασίδι και να περιστοιχίζεται από ευκάλυπτους και λαμπιόνια κίτρινα, κρεμασμένα με μανταλάκια πάνω στο σύρμα που λες και μόλις τα βγάλανε απ' το πλυντήριο, ν' αγκαλιάζουν τους νεόνυμφους. Και ερχόσουνα εσύ όλο με κάτι προφάσεις κωμικές και με ρωτούσες το ένα ή το άλλο, ξέρνα το ρε κοπελιά να πούμε, να πάμε παρακάτω, λες και ξέρω 'γω είναι γκόμενά μου η Σοφία, τι διστάζεις, ούτε που ξέρω πως βρέθηκε στο όνειρο και στα πόδια μου καθιστή. Κάτι ψέλλισες σ' εκείνο το σημείο κι έπειτα επειδή όνειρο ήτανε, βρέθηκα εγώ να την κυνηγώ και να την ψάχνω και να μην την βρίσκω σε κάτι στενά και σε μια γειτονιά που φτυστή ήτανε της Πλάκας, άρα μάλλον ήμασταν πίσω. Και ήμουνα χαμένος. Μα ο καλοκαιρινός άνεμος μου χάιδευε τα μαλλιά και παράλληλα δημιουργούσε ρεύμα. Από κει πήγε. Σε 'δωσε ο αέρας δικιά μου. Στ' αριστερά. Στρίβω, κατεβαίνω μία οδό που πρέπει να 'χει μείνει ανάλλαγη απ' τον πέμπτο αιώνα προ χριστού ξέρω 'γω και βλέπω εκεί, Άμπωτης και Διομήδους γωνία, μέσα σ' ένα χαμόσπιτο, σχεδόν ερείπιο εν τω μεταξύ, αυτήν, μία θέαινα σκέτη, να ποτίζει ξυπόλητη στην αυλή ένα γλαστράκι. Δίψαγε.
Μετά κλέβω και μεταφέρομαι στο σπίτι της, βασικά στο πατρικό της. Αφού είναι έτσι τα όνειρα, ζόρικα, ζόρικος θα 'μαι κι εγώ. Τσόντα απ' άλλο όνειρο κι ό,τι με συμφέρει. Ξυπνάω δίπλα της. Μα είναι τόσο αλλαγμένη. Αν είναι η πραγματικότητα αυτή που ρεύεται ρευστότητες και αλλαγές, πού να δείτε τα όνειρα· είναι ροώδη σα θυμαρίσιο μέλι. Μία στα λένε έτσι, μία αλλιώς. Μία είσαι εσύ το τέρας κι ο υπόλογος, την άλλη αυτός που πιάνει σκατά και τα κάνει χρυσό. Μία θα βλέπεις ότι σου μένει ένα μάθημα για τις πανελλήνιες ή για το πτυχίο, ένας μήνας ακόμα στρατό, την άλλη ότι συμμετέχεις σε όργιο ή πως σε θέλει πάλι αυτή. Με ήθελε πάλι αυτή. Και μ' είχε κουβαλήσει στους δικούς της και ήμασταν τώρα όλοι εμείς οι προοδευτικοί συριζαίοι και άλλη μία κοπελίτσα που μάλλον θα 'τανε ξαδέρφη, συγγενής, κάτι τελοσπάντων και παίρναμε μαζί πρωινό. Μαρμελάδες, γλυκά του κουταλιού δήθεν, γάλα με βιολογικά δημητριακά, ψωμί με σίκαλη, κάλπικα πράματα. Έψαχνα νύξεις και ανεμομαντείες για να καταλάβω τι περιβάλλον ήταν αυτό που περιέβαλε το πιάτο μου. Καλό φαινόταν. Υπάρχουν κι αυτά τα όνειρα. Μα τελειώνουν με τον ίδιο τρόπο κάθε φορά. Στριμώχνονται στις καθυστερήσεις και εξαρτώνται λίγο-πολύ απ' τη γενναιοδωρία του διαιτητή και τα λεπτά που θα κρατήσει ο τσιγκούνης που σ' αφήνει συνέχεια με την αίσθηση του ανολοκλήρωτου. Όταν σφύριξε το ξυπνητήρι, τι κι αν το 'κλεισα αμέσως και γύρισα πλευρό μη χάσω τη σειρά, άπαξ κι έφυγα και στιγμιαία απ' τ' ονειρικό, μετά ούτε κωδικούς, ούτε κλειδιά, ούτε γραφικότητες τέτοιες είχα για να ξαναμπώ μέσα, ε κι απόμεινα εκεί έξω να κάνω τον καραγκιόζη και να μιμούμαι τον υπνοβάτη. Κάτι κατάφερα, αλλά είχα χάσει τη ψευδαίσθηση. Πρόσωπα βουτυρωμένα με κίβδηλο παρελαύναν πού και πού, αλλά τώρα αυτά είναι κλασικά πράγματα. Η δικιά μου που λέτε, χαμένη κι άφαντη.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου