Τετάρτη 6 Μαΐου 2015

κάτι απ' αλώνη

Παραλογιζόμουν σε συνέχειες, σαν σαπουνόπερα. Ποτέ ολοκληρωμένα. Αλλά σε συρραφές, σε σκηνές και σε πράξεις, σε περιόδους, σε φάσεις όπου κυριαρχούσε η μεταγλώττιση, η προσωποποίηση, η χίμαιρα. Η αυλαία. Κρυφοκοιτούσα πίσω από το παραπέτασμα των χεριών μου τη ψυχεδέλεια, σε ρόλο μαριονετίστα, να διευθύνει μια σκέτη μούρλια: λογιών-λογιών παρασκήνιους, κομπαρσίνες και τρανς κλόουν μακιγιαρισμένους έτσι κι αλλιώς, μανιέρες που έσταζαν πάνω μας παράσιτα, κατάρες-λέιζερ που σχίζαν το υπερπέραν του κλαμπ πέφτοντας σαν πεφταστέρια γύρω απ' τα πόδια μας, κομμένα καλλίποδα που κουτουλάγαν από τύφλα, πυγές που μας το παίζανε κυρίες, βύζους που στέκονταν στη μία θυλή, κανίβαλα κεφάλια που τρώγανε τα μούτρα τους, τριομφίδια που χτίζανε σαν αποδοιμητικά φωλιές πάνω απ' τον εισχυτή, δρυίδες μπαρμάνηδες που σερβίρανε τους πελάτες μπόμπα τύπισσες, λαμπιόνια που γεμίζανε τα ποτήρια τους με κάτι αλλόκοτα νέον, νάνους πάνω σε κινούμενα σχέδια που επιπόλαζαν σε λακκούβες με ουράνιο. Και θα σταμάταγα εδώ, γιατί όσο τα θυμάμαι μου 'ρχεται κόλπος, αλλά πρέπει να σας πω και το άλλο, γιατί ήτανε τόσο κουλό που καταντούσε στο τέλος γουστόζικο. Εκεί που νόμιζα λοιπόν, ότι έπεσαν οι τίτλοι τέλους και θα χειροκροτούσα κιόλας, αν δεν ήμουνα να πούμε ράκος, πλάκωσε καθυστερημένα και αποπάνω, το στρίμωγμα με τη μορφή τοίχων, να ζητήσει μερίδιο απ' την πίτα της παράνοιας. Άρχισαν να μου κολλάνε. Να μετακινούνται. Πράγμα που είναι αστείο, γιατί μου 'φερε στο νου, ένα επεισόδιο από μια παλιά κασέτα που είχαμε με τις περιπέτειες του Ζορό. Όπου τον είχε προσκαλέσει, αν θυμάμαι καλά, ένας αμερικάνος τσιφλικάς (ποτέ μην εμπιστεύεστε τους τσιφλικάδες) στην έπαυλή του με σκοπό και καλά να συζητήσουν, αλλά στην πραγματικότητα του είχε στήσει φάμπρικα ο τιποτένιος, είχε πετάξει τυρί για να τον παγιδέψει. Γιατί εκείνη η έπαυλη δεν ήταν κανονική, αλλά την είχε μετατρέψει ο τσιφλικάς-γρανάζης να πούμε, σε έπαυλη-πολτοποιητή. Και μπήκε ο Ζορό με το μαστίγιο και τη σπάθα του ανυποψίαστος και καμαρωτός μέσα στην έπαυλη-φάκα και τότε και οι τοίχοι άρχισαν να κινούνται και τα ταβάνια να πέφτουν και η συντέλεια η ίδια να πραγματοποιείται, χάρις σε κάτι μοχλούς που έβαλε μπροστά ένας κολαούζος. Και όλο πλησίαζαν μεταξύ τους και ζύγωναν απειλητικά και συμπίεζαν εκείνη την αχανή πίστα και τη μετατρέπαν σε στενό διάδρομο, σε σφιχτό κορσέ, σε δόγκανο κανονικό, έτοιμο να τον συνθλίψει. Κάπως έτσι και με μένα. Μόνο που άπαξ και ο Ζορό ξέφυγε από κει μέσα, την έκανε μια και καλή, ενώ εγώ μπορεί να στέναζα και να αναστέναζα, αλλά στην πραγματικότητα δεν έφευγα οριστικά. Συμμετείχα οικιοθελώς σ' ένα έξαλλο κομπολόι. Οριτζιναλιά κι έτσι. Τι να πω, ή είναι ανήκεστος η βλάβη, η φρενοβλάβη μου ή τελικά είμαι πολύ καλός με τις φαντασιοκοπίες και τα ρέστα, σε σημείο μάλιστα, να παρασύρομαι ακόμα κι εγώ απ' τις ίδιες μου τις αφηγήσεις. Τέτοιο το κατάντι μου. Να μην μπορώ καν να τα ρίξω σε κανά παλιοξένο και να βγω λάδι. Μα τέτοια παραμύθια δεν ψωνίζει πλέον ούτε το συνειδητό-γκουβερνάντα και δε λέω, καλά ήτανε μέχρι εδώ, όλα θεμιτά κι ωραία ρε παιδί μου, μα είπαμε, μην με πάρουνε φαλάγγι και τα δημιουργήματα της φαντασίας μου, αυτό πάει πολύ. Γιατί γι' ακούστε τώρα και τ' άλλο, τι είχα σκαρφιστεί πριν και το απέκρυψα, ο σατανάς. Πως πριν, εκτός από συμπιεστικούς τους τοίχους και μπλέντερ, τους έβλεπα και αρχικά δεν το 'πα, μην πέσει να πούμε το χειρόγραφο στα χέρια τίποτα ειδικών και με κλείσουν σε κανά ίδρυμα για νήψη, ακόμη και σαν ανθρωπόμορφους. Με κάτι ακονισμένα δόντια να, ντιπ σαρκοαλεστικά και αυτιά ραντάρ τεντωμένα μέχρι τον ουρανό και ράμφος αδρανοπιαστικό και δεν τέλειωσα, είχανε ακόμα και γαμψά νύχια οι ψευτονταήδες, να προεξέχουν μες απ' τους σοβάδες. Μάλιστα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

  © Free Blogger Templates Autumn Leaves by Ourblogtemplates.com 2008

Back to TOP  

Site Meter