Με το που πάτησα το πόδι μου στην Αθήνα κατάλαβα πως ο Σεπτέμβρης ήτανε καλοκαίρι. Τουλάχιστον Ιούλιος. Πως είχε συμμαχήσει τελοσπάντων με τη σκόλη. Κι όλα τα σημάδια έδειχναν αυτό, πως ο καιρός με αποπλανούσε με ξεμέθυσμα. Φιλόδωρος στον καφέ, το μυαλό μου είχε πήξει στον καφέκοκκο. Διάβασμα ως το βράδυ κι έπειτα συντήρηση. Μα πού θα πάει αυτό, εννοώ καλό το διάβασμα και η αποφοίτηση και όλα, αλλά αν δεν το ρίξεις και λίγο έξω στη πρώτη σου άδεια, τότε δεν ξεφεύγεις τον στρατό. Η μέθοδος τριγυρνάει μέσα σου.
Είπα να το ρίξω έξω. "Λίγο" δεν έχει, η αποχή αποζητάει σαν λυσσάρα τον κόρο. Κι έτσι δώσαμε ραντεβού με τη Χρυσάνθη και τους υπόλοιπους στο Θησείο. Να με συμπαθάτε, δεν θυμάμαι ποιους λοιπούς. Το μυαλό μου ήταν κουρκούτι απ' τις πιστοχρεώσεις και τα ταφάκια και τις ρευστότητες και όλες τις μαλακίες. Και λυσάρια δεν είχα, πάλευα τους δαίμονες και τα νεύρα μου, με το στανιό και κάτι παλιές σημειώσεις απ' το '11. Ντάξει, κούτσα-κούτσα, έβγαζα επιτέλους μια κάποια άκρη. Όμως σε αντίθεση με τις διδακτέες λογιστικές, η εμπειρική ρευστότητα, η πιο κοινή και ευπόρθητη, κάπως με δυσκόλευε και μου ξέφευγε κείνο το απόγευμα. Η ρευστότητα του αλκοόλ.
Ε και ξέφυγα τελείως. Μπίρα, ούζο και ξανά μπίρα. Οκταροβατούσα έπειτα σ' όλη την ανηφόρα μέχρι την Κολοκοτρώνη. Δεν θα πήγαινα ούτε για ένα εκατομμύριο ευρώ, αν δε με 'σερνε το ποτό ως εκεί. Κι όταν προκαταβολικά σε ρωτάνε λόγου χάρη "θα πάμε εκεί, οκέι;", ε δεν είναι ξέρω και ντροπή να απαντήσεις "όχι, δεν είναι καθόλου οκέι" και να προτείνεις κάτι άλλο. Αλλά ξεμέθυστοι είμαστε όλοι πολύ του τύπου και της προσποίησης. Πήγαμε και κάτσαμε τελικά κάπου εκεί. Το ύφος μου ήταν προσιτό, μέχρι που μέτρησα δυο φάτσες και μετατράπηκε σε επηρμένο. Αλλά ντάξει είπαμε. Το σούρωμα είναι βαρίδι και ρίχνει τα τουπέ και τα αφ' υψηλού κοιτάγματα. Επιπλέον με βάραιναν και οι μέρες. Πόσες να 'τανε; Εκατόν εβδομήντα και σήμερα;
Και ήσουνα εκεί. Σ' είχα ξαναγνωρίσει είπες. Πριν μπω φαντάρος. Τη μέρα που είχα χάσει τα μαλλιά μου. Βασικά όχι εκείνη, την επόμενη απ' το σοκ. Να με σχωράς που δεν θυμάμαι. Βλέπεις εκείνη τη μέρα καλά-καλά δεν θυμόμουν τον εαυτό μου. Κοιταζόμουν σε κάθε λογής αντανάκλαση κι όλα αυτά που δεν έβλεπα ήταν όλα αυτά που μόνο θυμόμουν. Τώρα εσύ είχες μαζί σου ένα φανταχτερό πράγμα που τ' αποκαλούσες τσαντάκι. Εγώ στο 'πα τσιχλόφουσκα. Πιο ταιριαστό. Και πριν φύγουμε, μου ήρθε μια παρόρμηση που δεν ήταν σίγουρα προσχεδιασμένη, αλλά που την συνήθιζα πολύ εκείνον τον καιρό και σου χούφτωσα ένα ραβασάκι "έλα και χωρίς την τσιχλόφουσκα" ή κάτι τέτοιο. Κι από κάτω το νούμερό μου.
Σίγουρα θα κοροϊδεύει κανείς απέξω και τρίτος με τέτοια ατάκα, σιγά ρε μεγάλε που εσύ λες καλλίτερα, πιο πρωτότυπα και ξεκαρδιστικά. Δεν ξέρω. Πάντως σίγουρα είναι πολύ πιο ξεκαρδιστική και για γέλια η σοβαρότητα που αντιμετωπίζουμε κάποια πράγματα. Το φλερτ για παράδειγμα και πολύ περισσότερο τις υποψίες του, τα κοπλιμέντα. Δηλαδή θέλω να πω, ότι μπορεί να το 'θελα, μπορεί και όχι, δηλαδή δεν παίζει πολύ ρόλο. Μπορεί να ήταν αυτόματη γραφή, μπορεί να 'ταν κι η τρέλα που βούταγε τη πένα της μέσα στη μελάνη της μέθης. Δεν έχει σημασία. Γιατί το 'κανα μ' ελαφράδα όχι με καρδιοχτύπι, έτσι για το κέφι μου. Και πάλι καλά που δεν μου 'στειλες τίποτα τις επόμενες μέρες, αυτό θα 'τανε πολύ κουτό από μέρους σου. Ε και αφού δεν έστειλες, μετά το ρίξαμε στην πλάκα.
Και κάπως έτσι το όλο πράγμα φθάρθηκε, χάθηκε και κυλίστηκε μες στην άμμο. Αλλά το ξεβγάλαμε καλά έπειτα από τόσο αλκοόλ κι έτσι ανακτήσαμε τη μνήμη μας. Όσο ρεζίλι κι αν νομίζεις πως έγινες, άλλο τόσο περίγελος έγινα κι εγώ. Για το κινητό, για το κυνηγητό, για τις μηχανικές εξομολογήσεις υπό την επήρεια καϊπιρίνιας και καύλας. Αλλά ούτως ή άλλως μουδιάσματα δεν ανταλλάσσουμε τόσο καιρό; Ε, από την επόμενη θα έχουμε να μοιραζόμαστε ακόμα ένα.
Είπα να το ρίξω έξω. "Λίγο" δεν έχει, η αποχή αποζητάει σαν λυσσάρα τον κόρο. Κι έτσι δώσαμε ραντεβού με τη Χρυσάνθη και τους υπόλοιπους στο Θησείο. Να με συμπαθάτε, δεν θυμάμαι ποιους λοιπούς. Το μυαλό μου ήταν κουρκούτι απ' τις πιστοχρεώσεις και τα ταφάκια και τις ρευστότητες και όλες τις μαλακίες. Και λυσάρια δεν είχα, πάλευα τους δαίμονες και τα νεύρα μου, με το στανιό και κάτι παλιές σημειώσεις απ' το '11. Ντάξει, κούτσα-κούτσα, έβγαζα επιτέλους μια κάποια άκρη. Όμως σε αντίθεση με τις διδακτέες λογιστικές, η εμπειρική ρευστότητα, η πιο κοινή και ευπόρθητη, κάπως με δυσκόλευε και μου ξέφευγε κείνο το απόγευμα. Η ρευστότητα του αλκοόλ.
Ε και ξέφυγα τελείως. Μπίρα, ούζο και ξανά μπίρα. Οκταροβατούσα έπειτα σ' όλη την ανηφόρα μέχρι την Κολοκοτρώνη. Δεν θα πήγαινα ούτε για ένα εκατομμύριο ευρώ, αν δε με 'σερνε το ποτό ως εκεί. Κι όταν προκαταβολικά σε ρωτάνε λόγου χάρη "θα πάμε εκεί, οκέι;", ε δεν είναι ξέρω και ντροπή να απαντήσεις "όχι, δεν είναι καθόλου οκέι" και να προτείνεις κάτι άλλο. Αλλά ξεμέθυστοι είμαστε όλοι πολύ του τύπου και της προσποίησης. Πήγαμε και κάτσαμε τελικά κάπου εκεί. Το ύφος μου ήταν προσιτό, μέχρι που μέτρησα δυο φάτσες και μετατράπηκε σε επηρμένο. Αλλά ντάξει είπαμε. Το σούρωμα είναι βαρίδι και ρίχνει τα τουπέ και τα αφ' υψηλού κοιτάγματα. Επιπλέον με βάραιναν και οι μέρες. Πόσες να 'τανε; Εκατόν εβδομήντα και σήμερα;
Και ήσουνα εκεί. Σ' είχα ξαναγνωρίσει είπες. Πριν μπω φαντάρος. Τη μέρα που είχα χάσει τα μαλλιά μου. Βασικά όχι εκείνη, την επόμενη απ' το σοκ. Να με σχωράς που δεν θυμάμαι. Βλέπεις εκείνη τη μέρα καλά-καλά δεν θυμόμουν τον εαυτό μου. Κοιταζόμουν σε κάθε λογής αντανάκλαση κι όλα αυτά που δεν έβλεπα ήταν όλα αυτά που μόνο θυμόμουν. Τώρα εσύ είχες μαζί σου ένα φανταχτερό πράγμα που τ' αποκαλούσες τσαντάκι. Εγώ στο 'πα τσιχλόφουσκα. Πιο ταιριαστό. Και πριν φύγουμε, μου ήρθε μια παρόρμηση που δεν ήταν σίγουρα προσχεδιασμένη, αλλά που την συνήθιζα πολύ εκείνον τον καιρό και σου χούφτωσα ένα ραβασάκι "έλα και χωρίς την τσιχλόφουσκα" ή κάτι τέτοιο. Κι από κάτω το νούμερό μου.
Σίγουρα θα κοροϊδεύει κανείς απέξω και τρίτος με τέτοια ατάκα, σιγά ρε μεγάλε που εσύ λες καλλίτερα, πιο πρωτότυπα και ξεκαρδιστικά. Δεν ξέρω. Πάντως σίγουρα είναι πολύ πιο ξεκαρδιστική και για γέλια η σοβαρότητα που αντιμετωπίζουμε κάποια πράγματα. Το φλερτ για παράδειγμα και πολύ περισσότερο τις υποψίες του, τα κοπλιμέντα. Δηλαδή θέλω να πω, ότι μπορεί να το 'θελα, μπορεί και όχι, δηλαδή δεν παίζει πολύ ρόλο. Μπορεί να ήταν αυτόματη γραφή, μπορεί να 'ταν κι η τρέλα που βούταγε τη πένα της μέσα στη μελάνη της μέθης. Δεν έχει σημασία. Γιατί το 'κανα μ' ελαφράδα όχι με καρδιοχτύπι, έτσι για το κέφι μου. Και πάλι καλά που δεν μου 'στειλες τίποτα τις επόμενες μέρες, αυτό θα 'τανε πολύ κουτό από μέρους σου. Ε και αφού δεν έστειλες, μετά το ρίξαμε στην πλάκα.
Και κάπως έτσι το όλο πράγμα φθάρθηκε, χάθηκε και κυλίστηκε μες στην άμμο. Αλλά το ξεβγάλαμε καλά έπειτα από τόσο αλκοόλ κι έτσι ανακτήσαμε τη μνήμη μας. Όσο ρεζίλι κι αν νομίζεις πως έγινες, άλλο τόσο περίγελος έγινα κι εγώ. Για το κινητό, για το κυνηγητό, για τις μηχανικές εξομολογήσεις υπό την επήρεια καϊπιρίνιας και καύλας. Αλλά ούτως ή άλλως μουδιάσματα δεν ανταλλάσσουμε τόσο καιρό; Ε, από την επόμενη θα έχουμε να μοιραζόμαστε ακόμα ένα.
υ.γ. αν έχεις τα κότσια, στείλε μου στα σχόλια τον λογαριασμό για το θαλασσοπνιγμένο κινητό σου
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου