Παρασκευή 26 Ιουνίου 2015

Πριν το Φεβγιώ ΙΙ (αναμέτρηση, αναθεώρηση και επανέκδοση)

Μιας και αύριο φεύγω για το ίδιο πάνω-κάτω ταξίδι που είχα κάνει πριν τέσσερα χρόνια, πήρα να διαβάσω αυτά που είχα σημειώσει τότε. Ε και δεν ήθελε πολύ, έπιασα να το ξαναγράφω. Δεν του άλλαξα τα φώτα όμως, πρόθεσή μου ήταν να μείνω κάπως πιστός στο αρχικό κείμενο, που επιτρέψτε μου, παρόλο που μοιάζει τόσο πρωτόλειο και αδέξιο, εγώ το βρήκα αξιαγάπητο. 
Roundabout λοιπόν, το ριμέικ.




Τρεις η ώρα σχολάω απ' τη δουλειά, τρεις και δέκα πρέπει να 'μαι σπίτι γιατί φεύγουμε. Δεν τους νοιάζει αν θα 'μαι έτοιμος, έτσι μου 'πε η μάνα μου όταν με ξύπνησε το πρωί. Δεν θα περίμεναν να ετοιμαστώ, ας ξύπναγα απ' τα χαράματα κι ας ετοιμαζόμουν τότε. Καλά προφανώς κι έτσι το 'πε, εξάλλου βάζω στοίχημα ότι τέσσερις θα φύγουμε και αν. Κάθε φορά αυτό γίνεται. Βασικά αυτή τη φορά ίσως και όχι, γιατί τέσσερις πρέπει να 'μαστε στο δρόμο όπως και δήποτε, εκτός δηλαδή αν στα σχέδια μας είναι να χάσουμε το πλοίο και να πάμε Ιταλία μέσω Αλβανίας και Ανδριατικής ξέρω 'γω. Εγώ δεν έχω αντίρρηση, ίσα-ίσα. Την άδεια την πήρα απ' τις έντεκα, με φώναξε ο διευθυντής στο γραφείο του, μου έδωσε το χέρι και μαζί και τις ευχές του για καλό ταξίδι. Όχι ότι είχα φοβηθεί ότι δεν θα μου την έδινε ο γαμημένος, άλλα έτσι για το εφέ της αγωνίας και της τελευταίας στιγμής. Υπό κανονικές συνθήκες ούτε λουλούδια στη κηδεία δεν θα του 'στελνα, αλλά δε θα γίνω εγώ τώρα μνησίκακος, επειδή αυτός είναι μνημονιακός, ίσα-ίσα που θα θυμηθώ να του πάρω μέχρι και καρτ-ποστάλ. Μάλιστα. Και δεν το κάνω από υποχρέωση να πούμε, στα τέτοια μου αν τον μαλακώσει μια τέτοια μικροκίνηση, αμφιβάλλω εξάλλου, απλά έτσι.

Μουντά ξεκίνησε το ταξίδι, δηλαδή και ο ήλιος ήταν δυνατός και η ζέστη αυγουστιάτικη, αλλά η διάθεση κάπως φθινοπορίζει. Τι κι αν φτάσεις στην ώρα σου στο λιμάνι, άμα το αντίκρυσμα επιπλέει στην κατάθλιψη. Ελλοχεύοντας στα φανάρια, εκατοντάδες μετανάστες, χωρισμένοι σε ομάδες προσπαθούν μόλις τα φορτηγά κόψουν ταχύτητα, να σκαρφαλώσουν στις καρότσες και να κρυφτούν μέσα τους, δραπετεύοντας απ' τη φυλακή της λήθης. Η εξαθλίωση πιάνει το πικ της τον Αύγουστο στη Πάτρα. Από κοντά και η ειρωνεία. Μετανάστες αποβράσματα που βράζουν ξανά απ' τον καύσωνα, επιδιώκοντας ακριβώς αυτό, τη δεύτερη ευκαιρία στον αναβρασμό, στην εξάτμιση, στο πέρα από δω. Να τρυπώσουν στο φορτίο της νταλίκας και να φύγουν, να γίνουν ατμός. Μα δεν έχουν ελπίδες στα φανάρια μιας κοινωνίας, που όταν κατά τύχη τους συναντήσει, κάνει αυτό που κάνουν τα φορτηγά στο λιμάνι: επιταχύνει χωρίς τύψεις. Αλλά και η τύψη δεν αλλάζει κάτι, απ' τη στιγμή που το εισιτήριο στα χέρια μου γράφει το δικό μου όνομα κι όχι το δικό τους. Το δικό μου εισιτήριο για ένα θέρετρο, το δικό τους εισιτήριο για τον παράδεισο. Καλά λέμε τώρα. Γιατί τι παράδεισος είναι αυτός που τους περιμένει μέσα στο ψυγείο ενός φορτίου, που οι βαθμοί ενδέχεται να είναι μείον και το εμπόρευμα τοξικό.

Και ντάξει αν είναι να αυτομαστιγώνομαστε και να το παίξουμε σούπερ αλληλέγγυοι και ακτιβιστές τότε ξέρω 'γω να πάμε να δεθούμε μπροστά εκεί στη μαούνα και να μην αφήσουμε το πλοίο να ξεκινήσει μέχρι να βρεθεί λύση στο μεταναστευτικό, οπότε να με συγχωρείτε που μου γλίστρησε η σκέψη των μεταναστών μόλις μπήκα μες στο πλοίο, δεν είναι ότι είμαι μικροαστός, δηλαδή είμαι, πώς δεν είμαι, αλλά όχι γι' αυτό. Δεν μου 'φυγε η έγνοια, απλά μετατέθηκε γι' άλλη στιγμή. Εξάλλου, πρώτη φορά ταξίδευα τόσο μεγάλο ταξίδι, οπότε η περιέργειά μου ήταν μεγάλη για τα πάντα, ήταν εύκολο λοιπόν η σκέψη μου να περιπλανηθεί. Περιπλανήθηκα σ' όλο το κατάστρωμα και περιεργάστηκα τους χώρους και τα σαλόνια του πλοίου και τα βρήκα όλα ικανοποιητικά, μα δεν έφταναν αυτό, είχαμε και καμπίνες, εμ τι, με τους κολασμένους και τους βρομιάρηδες θα κοιμόμασταν στους φθαρμένους καναπέδες; Οι περισσότεροι συνταξιδιώτες μας ήταν συνταξιούχοι. Τι ζωάρα που κάνουν τα καπή στο εξωτερικό; Κρουαζιέρες, άραγμα και μαύρισμα, αλήθεια έχετε δει τι μαύρισμα έχουν οι κωλοϊταλοί; 

Δεκαοχτώ χρόνια στο Αίγιο, η αλήθεια είναι ότι όσο και να 'χω συμφιλιωθεί με το σεισμογενές στοιχείο, όποτε το έδαφος κουνιέται κάτω από τα πόδια μου, τρέμει και λίγο το φυλλοκάρδι μου. Έτσι για να θυμάμαι ότι ποτέ δεν θα θάψω τους πρωταρχικούς μου φόβους, τα ύψη και τα ταρακουνήματα. Και το κύμα κάνει το πλοίο να πλέει λες και συναντά λακκούβες, το τράνταγμα ειν' γερό. Είναι η πρώτη φορά που θα κοιμηθώ σε σειόμενο στρώμα και δεν έχω πρόβλημα, ρε λες, λέτε να ξεπερνώ σιγά-σιγά όλες τις συγκινήσεις μου; Όλες είπα; Ναι καλά, μία με κατατρέχει ακόμα και μεσοπέλαγα. Και δεν είν' τα ύψη. Που είναι κομματάκι ειρωνικό αυτό, γιατί η λεγάμενη είν' θεόκοντη. Παρόλο αυτά, δεν έχω καταφέρει να ξεφύγω απ' τη σκιά της.

Δέσαμε Ανκόνα. Έχω κρατήσει ακόμα ώρα Ελλάδος στο ρολόι μου. Είναι το μόνο που μου θυμίζει το εκεί και το αυτή. Πρώτη εντύπωση από Ιταλία, ε τι εντύπωση να 'χω, μόλις βγήκαμε απ' το πλοίο να πάρει ο διάολος. Τελοσπάντων αν πρέπει να πω κάτι, είναι ότι σαν Ελλάδα χαράζει, αλλά στο λίγο πιο στην ώρα του. Δεν τίθεται σύγκρισης Πάτρας με Ανκόνα. Ο ήλιος είναι όμως καυτός κι εδώ, φαίνεται πως μας ακολουθεί από πίσω ή από πάνω, δεν ξέρω, πάντως δεν γλιτώνουμε. Πολύ νταλίκα γύρω μας, ε άι σιχτίρ πια. Τα τζίπιες όλου του κόσμου γαμιούνται.

Σε όλη τη διαδρομή και περνώντας μέσα από την ιταλική ύπαιθρο συναντάς ωραία σπίτια, διάσπαρτα, σχεδόν αποκομμένα απ' τον υπόλοιπο κόσμο, μοναχικές ιδιοκτησίες, αποκεντρωμένες υπάρξεις· κόντρα σ' όλους. Με τα πανύψηλα, λιγνά δέντρα μπροστά τους να αποτελούν τα προπύργια του στεριώματος, πιο μπροστά πάλι σπίτια κι έπειτα ξανά δέντρα ως προπύργια ή ως φυσική περίφραξη ή ως κάτι άλλο, ως φρουροί ας πούμε, σε αυστηρή στοίχιση και ευθυτενή στάση. Και κάπου πιο πέρα μια ξύλινη πόρτα. Έτσι στα ξεκάρφωτα. Χωρίς μονοπάτι που να οδηγεί στη ξύλινη κατοικία. Και στο ενδιάμεσο, ατελείωτα χωράφια, συνεχόμενα γήπεδα ποδοσφαίρου ως εκεί όπου φτάνει το μάτι. Ένας αγρότης με μια τσουγκράνα εδώ κι εκεί και κάτι ζωντανά. Αυτά. Μοναχικοί καουμπόηδες λες και αμερικάνικη δύση.

Σταματήσαμε έξω από τη Μπολόνια για να ρωτήσουμε οδηγίες. Ένας σταθμευμένος φορτηγατζής στα δεξιά του δρόμου μας βοήθησε και με το παραπάνω, παρόλο που δεν μίλαγε γρι αγγλικά. Τα ιταλικά όμως πέρα από την πιο τραγουδιστή γλώσσα φαίνεται είναι και η πιο συνεννοήσιμη. Στη δεύτερη στάση έξω από τη Γένοβα βάλαμε βενζίνη. Οι τιμές ίδιες με την Ελλάδα κι ας λένε μερικοί. Όπως ο θείος μου. Με τη κλασική νοοτροπία του να νομίζει πως όλοι προσπαθούν να τον κλέψουν. Και παράλληλα να πιστεύει πως αυτό είναι αδύνατον, αφού το γονίδιο του Έλληνα είναι ανίκητο και πιο έξυπνο απ' όλα τ' άλλα μαζί. Γιατί χολοσκάς τότε θείε; Αφού θα τους πιάνεις πάντα, του λέω. Γενικά γεμίζω το σημειωματάριο με μαλακίες μπας και περάσει η ώρα. Και πάνω στην ώρα, κάπου εκεί μεταξύ νύστας και εσωστρέφειας, σταματήσαμε για να αγοράσουμε κανά μπουκάλι νερό και για να πάρουμε τη θεία μου τηλέφωνο, να της πούμε ότι φτάνουμε. Άδραξα τον συνειρμό. Σε πήρα τηλέφωνο. Έπειτα από μιάμιση μέρα στο καράβι και στους δρόμους, ήσουν το πρώτο άτομο που τηλεφώνησα. Μου λείπεις. 

Πιάσαμε ιταλικά ερτζιανά. Παίζει Μπίλι Τζόουλ, το "just the way you are", αρχίζει να σουρουπώνει κι αυτή είναι επικίνδυνη ώρα να μελαγχολεί κανείς, ιδίως όταν αυτό γίνεται υπό τη μελό υπόκρουση του Μπίλι Τζόουλ. Πλέον το σκότος είναι πηχτό, δεν βλέπω να γράψω άλλο, κάθομαι και σκέφτομαι τα σαρανταδύο δευτερόλεπτα που μιλήσαμε στο τηλέφωνο. Πόσες νύχτες στην Πολωνία θα μένω ξάγρυπνος σκεφτόμενος εσένα; 

Η Ιταλία σε σχέση με την Ελλάδα, όσο την είδαμε δηλαδή, δηλαδή καθόλου, είναι καλλίτερη. Ίσως είναι και το συναίσθημα των διακοπών, το τουριστικό αίσθημα που εξωραΐζει. Η Γαλλία όμως σίγουρα δε μοιάζει με τον υπόλοιπο νότο. Αν και το κλίμα είναι μεσογειακό, η οργάνωση είναι βόρεια. Οι Αντίμπες λίγο έξω από τη Νίκαια, μοιάζουν με καλοργανωμένο προάστιο της Αθήνας. Παντού πράσινο, δρόμοι μικροί, στενοί, σπίτια σχεδιασμένα με όμορφο τρόπο και ζωή κάπως υποτονική. Όχι, παραήταν ψόφια τα πράγματα. Έντεκα το βράδυ και δεν κυκλοφορούσε ψυχή στη πόλη, φανταστείτε ότι δε βρήκαμε ούτε φαστφουντάδικο ανοιχτό να φάμε! Βολευτήκαμε μ' έναν αυτόματο πωλητή και κρύα σάντουιτς. Και όλη η ηρεμία και η νέκρα σου 'διναν την αίσθηση ότι αν πάθαινες κάτι, έτσι στα καλά καθούμενα, δεν χρειαζόταν να μπεις στον κόπο να φωνάξεις. Δεν υπήρχε κανείς να προστρέξει. Φυσικά όπου πάμε κουβαλάμε και τον πολιτισμό μαζί μας: διπλοπαρακαρίσματα, αναίτιες στάσεις στη μέση του δρόμου, καταπάτηση των προτεραιοτήτων, φωνές, γέλια, κακό, μα δεν μπορούσα να μας ξεσυνερίσω κι ας το 'παιζα εκείνη την εποχή όψιμος Ευρωπαίος, γιατί λίγη φασαρία μες στην απόλυτη σιγαλιά ήταν κάτι το αναζωογονητικό. 

Λίγο πριν φτάσουμε στο ξενοδοχείο πέφτει μήνυμα από Ελλάδα «Οντένσε-ρα;;;;». Ναι, με τέσσερα ερωτηματικά. Το μεταδίδω στους λοιπούς έτσι, για να υπάρχει κουβέντα και απροσδόκητα αυτό το νέο δημιουργεί χαρές και πανηγύρια και ξεσαλώματα μες στ' αμάξι, δηλαδή ως και που κόρναρε ο Νίκος νυχτιάτικα, κανείς δεν πολυενδιαφέρεται για τα ποδοσφαιρικά, ας το ξεκαθαρίσουμε αυτό, αλλά η τεσσάρα απ' τους ψαράδες είχε εκείνη την στιγμή μια κάποια πλάκα, γιατί μας μετέφερε στα της Ελλάδας με άμεσο και τρόπο ξεκαρδιστικό. Το ξενοδοχείο με εξέπληξε. Μικρό και άνετο, φιλόξενο και οικείο, ξοπλισμένο μ' όλα τα κονφόρ. Για ίντερνετ δεν ρωτήσαμε, η αποτοξίνωση πηγαίνει ρολόι. Θα παίρναμε το ένα δωμάτιο εγώ και τα δυο αδέρφια μου και τ' άλλο, ο θείος με τον ξάδερφο. Ανοίξαμε λίγο τηλεόραση, για να κάνουμε έτσι ένα δίλεπτο ζάπινγκ πριν την πέσουμε και πέσαμε πάνω σε γαλλική γκέι τσόντα! Καλά μπορεί να μην ήταν και γαλλική δεν παίρνω κι όρκο. 

Ξημέρωσε. Μετά από 'να γρήγορο πρωινό, ψηφίσαμε και για σήμερα κληρώθηκε Μονακό. Φορτωθήκαμε και ξεκινήσαμε, ενώ στο ραδιόφωνο έπαιζε Riviera Fm στους 106,5. Οι Γάλλοι παίζουν φοβερή μουσική, αλλά ακούνε ακόμα καλύτερη. Simon & Garfunkel, Fools Garden κι έπειτα Leonard Cohen. Μου σηκώνεται η τρίχα. Όχι ότι είναι και η καλλίτερη μουσική του σύμπαντος και τέτοιες αηδίες, απλά το όλο πράγμα έδενε. Ωραίο ξύπνημα, εκδρομή στα σκαριά, ήχοι ευχάριστοι και οι Αντίμπες έξω, με το φως του ήλιου να κάνει παιχνίδια ανάμεσα στις φυλλωσιές, να μοιάζουν ακόμα πιο όμορφες. Με την ωραία ρυμοτομία τους, το καλό γούστο και το πολύ πράσινο. Αν και μιλάμε για μια τουλάχιστον μεσοαστική περιοχή, δεν γίνεται να μη γίνει η σύγκριση με οποιαδήποτε αντίστοιχη ελληνική, ας πούμε αθηναϊκή συνοικία, έτσι είν' τα Βριλήσσια;, του κώλου τα εννιάμερα είναι. 

Πολλή κίνηση στον περιφερειακό έξω από τη Νίκαια. Στην ουρά όλα τα αυτοκίνητα Ρενό και Πεζό. Με μία Μερσεντές και ένα Γκολφ μοιάζαμε γερμανικές παραφωνίες. Οι Γάλλοι στηρίζουν την εγχώρια παραγωγή και το δηλώνουν εμπράκτως: εμείς μέχρι και λεμόνια Αργεντινής καταναλώνουμε δίχως τύψεις. Ντάξει, αυθαίρετη σύγκριση, αλλά τι να κάνουμε, αφού τα σκέφτομουνα να μη τα πω, σιγά μη σας βάλω και δερβένακα στην γκλάβα μου. Με την ευκαιρία της αναφοράς της Νίκαιας, να πω εδώ, πως μου αρέσει που η ελληνική Νίκαια έχει γίνει στα γαλλικά “Nice”. Γιατί το διαβάζω αγγλικά κάθε φορά και διαβάζω “Ωραία”. Και είναι ωραίο αυτό, δε βρίσκετε; 

Έχουμε περάσει τρεις σταθμούς διοδίων για το Μονακό και η ουρά ξεπερνάει τα τρία χιλιόμετρα. Κάθε λίγο και στάση για πληρωμή. Κάναμε να πούμε απόσταση τριών τετάρτων σε δυόμιση ώρες. Περίεργο, στην αρχή νόμιζα πως έχουν κλείσει το δρόμο οι ταξιτζήδες. Αστειάκι αυτό αν δεν το πιάσατε λόγω και της κουβέντας που είχαμε πριν με τον θείο. Τελοσπάντων το 'πα για να περάσει η ώρα, καθώς η υπομονή μικρή και ο χρόνος φείδει. Εκνευριστικό εδώ που τα λέμε, να μην πιάνεις ούτε μία δυσανασχέτηση στον αέρα. Όλοι στην ουρά τους δίχως εμφανή εκνευρισμό. Και βρισκόμαστε στη Γαλλία, όχι σε καμιά αποστειρωμένη Σουηδία ξέρω 'γω. Όχι παίζει κι αυτό, ίσως έχουν αφαιρέσει τις κόρνες απ' τα αυτοκίνητα, εξηγείται κι έτσι. 

Μονακό· τόσος δρόμος για το τίποτα. Γιατί στην αρχή μπορεί να μένεις εμβρόντητος και χαμένος μπροστά σ' αυτό που αντικρύζεις, αλλά έπειτα όχι μόνο χορταίνεις, αλλά και μπουχτίζεις και απαύδεις και σιχαίνεσαι όλο αυτό, το, το κοσμοπολίτικο όργιο, το χτισμένο καρτ ποστάλ, αυτή τη συνεχόμενη βιτρίνα, που είναι τοξικός και παρδαλός εμετός και τους διαβρώνει όλους και τους κάνει ξάφνου να παραφέρονται και να περιφέρονται κενόδοξα, να φωτογραφίζουν και να φωτογραφίζονται παντού, να μοιάζουν και καλά ότι όλα καλά κι ωραία, ότι είναι άνετοι ξέρω 'γω, μπροστά σε κάτι το τόσο εξωγήινο, σε κάτι που δεν είναι φυσιολογικό και σε κάτι που πριν ούτε απ' τα ξέφτια του δεν τόλμαγαν να πιαστούν, αλλά τώρα νάτοι, απροσποίητοι και καλά, ποζάρουν ενθουσιασμένοι μπροστά σε κάτι χλιδάτα αμάξια, αραγμένα δήθεν, που δεν τηρούν ούτε τα προσχήματα της αξιοπρέπειας, κάνοντας τους ψευτοποζεράδες που ακκίζονται, να φαίνονται ακόμα πιο ψιλοκοσκινισμένοι και αλλοτριωμένοι, ακόμα πιο αλαφρωμένοι απ' τη γκαρνταρόμπα της αυταξίας, πεταμένη κι αυτή η κακόμοιρη κάπου χύμα στο βεστιάριο, έξω απ' τις πύλες αυτής της ντίσνειλάντ της αναγούλας, αυτού του μισητού πριγκιπάτου.

Μα η βιτρίνα του Μονακό δεν αφορά μόνο το ίδιο ως πόλη, αλλά και ως αγορά. Και ήταν τόσο αηδιαστική η διαδοχή ρουχάδικων και μπουτίκ και χρυσοχοείων ή όπως αλλιώς τα λένε εκεί και ξενοδοχείων και εστιατορίων και ξανά ρουχάδικων που σχεδόν σε προκαλούσαν να σηκώσεις πέτρα και να την πετάξεις και να τα κάνεις γυαλιά-καρφιά και να μη φύγεις από κει, ώσπου να τα δεις με τα ίδια σου τα μάτια να καίγονται και να καταρρέουν. Ένα-ένα με τη σειρά, ώσπου να μη μείνει κολυμπηθρόξυλο. Τελικά κρατήθηκα και δεν τα 'σπασα. Μάλιστα καθίσαμε σ' ένα απ' αυτά, σ' ένα απ' τα εστιατόρια της σειράς. Έφαγα για πρώτη φορά μύδια κι η εντύπωση ήταν χλιαρή. Βέβαια, δεν θα μπορούσα να τα απολαύσω ούτως ή άλλως, όταν διαπίστωσα πως από κει μπροστά πέρναγε η πίστα της φόρμουλα 1 κι είχα έγνοια να κοιτάω κάθε τρεις και λίγο έξω και να λέω, ρε λες, και δεν πήγε μπουκιά κάτω, μέχρι να θυμηθώ πως το γκραν πρι περνάει απ' το Μονακό παραμόνο τον Μάιο. Στο Μονακό επίσης φαίνεται πως κυριαρχούν τα φαγητά που ξεκινάνε από μι, καθώς εκτός από μένα και τη θεία μου που φάγαμε μύδια, όλοι οι υπόλοιποι τρώγανε μακαρόνια, ενώ η αδερφή μου μπιφτέκια. Πολύ αστείο.

Για να χωνέψουμε το πήραμε στην ανηφόρα ποδαράτο ως το πριγκιπικό πάρκο. Το διασχίσαμε. Μου θύμισε τροπικό το ντεκόρ, φυσικά μην φανταστείτε ότι χρυσώνει το χάπι ή ξεφεύγει από την κακογουστιά του συνόλου, ενώ το άλλο πάλι, που κάθε πέντε βήματα, ξεπηδάγανε διάφορες ταμπέλες όπως «Μην πατάτε το πράσινο». Φυσικά και το πατήσαμε. Έτσι για την αλητεία. Και τώρα μου 'ρθε στη θύμηση κάτι που είδα το πρωί στις Αντίμπες και το ξέχασα αγουροξυπνημένος, πως υπήρχε μια πινακίδα σ' ένα από τα σπίτια της γειτονιάς που έγραφε στ' αγγλικά “beware of the dog”. Και μου γυρνάει ο άντρας της θείας μου, ο πνευματώδης, για να πει κι αυτός τίποτα, καθώς τον αφήνουμε συνεχώς εκτός κουβέντας με την σπαστική μας συνήθεια, αλλά και ανημπόρια των πολλών, να συνεννοηθούν σ' άλλη γλώσσα πέρα απ' τα ελληνικά, “and the Greeks”. Και συνεχίζει, για να ολοκληρώσει και για να γίνει απόλυτα αντιληπτός, αν και τον είχα καταλάβει απ' την πρώτη και δε χρειαζόταν εξάλλου, είναι σαν κάποιος να εξηγεί το ανέκδοτό του, “beware of the Greeks, as they bearing gifts”. Ζαν είσαι αλάνι.

Στο αυτοκίνητο προς το παλάτι του Αλβέρτου παίζει 74-75. 74-75, μαλάκες! Παίζει να 'χα να τ' ακούσω πέντε-έξι χρόνια, από δευτέρα λυκείου ίσως, τότε που μου 'χε περάσει μαζεμένα ο Φραράκης όλα τα τραγούδια που 'χε ακούσει στη ζωή του. Έτσι κάναμε τότε, δεν λέγαμε άκουσε αυτό, άκουσε το άλλο, παρά μια κι έξω, αλισβερίζαμε τα πάντα μας. Πολύ μου αρέσει αυτό το τραγούδι. Να θυμηθώ δηλαδή να το παίξω μόλις γυρίσω πίσω. Βρήκαμε το Λούι Ντε, αλλά όχι και το παλάτι κι ας κάναμε πεντακόσιους γύρους. Φύγαμε. Τον Αλβέρτο δεν θα τον βλέπαμε σήμερα. Εμείς δείξαμε πάντως όλη τη καλή μας θέληση, το μπαλάκι είναι στη πλευρά του. Αν θέλει, να μας βρει αυτός, ξέρει που και πως. 

Στο δρόμο της επιστροφής παραλίγο να 'χουμε διπλωματικό καβγά. Μια Ιταλίδα μοτοσικλετίστρια θίχτηκε που εν αγνοία μας δεν της είχαμε αφήσει χώρο να προσπεράσει από αριστερά, και περνώντας μας κι αφού πριν προφανώς είδε τις πινακίδες, μας πετάει ένα αλησμόνητο «άι γκαμίσου μαλάκα». Εμείς κοιταχτήκαμε και μετά κρατάγαμε τις κοιλιές απ' τα γέλια. Ήταν τόσο σουρεάλ, αν και αναμενόμενο. Το συμβάν εννοώ, πώς έδεσε με τη τοποθεσία. Στη Γαλλία είμαστε, οπότε γαλλικά ακούγαμε. 

Κρύος καφές και τι στον κόσμο! Για να μην παρεξηγηθώ, δηλαδή κάτσε, από που προκύπτει η παρεξήγηση, τέλος πάντων, να σας πω πως προτιμώ τον ζεστό καφέ, δηλαδή ακόμα και το καλοκαίρι τον προτιμώ, αλλά έρχονται κάποιες στιγμές που δεν αντέχεις άλλο, σε πιάνει το εγωιστικό σου, το ψυχαναγκαστικό σου, στιγμές όπου το είναι σου όλο επιζητεί μανιωδώς αυτό που δεν μπορείς να βρεις. Επιτέλους το βρήκαμε. Ψάχναμε για κανά μισάωρο, αλλά τον ήπιαμε. Αμάν πια με τους εξπρέσο, τους εσπρέσο, τους μοκατσίνο, τους καπουτσίνο και τους λάτε. Φρέντο, κάλντο ή ό,τι άλλο κρύο, ό,τι άλλο σε πάγο, δεν πήγαινε μαζί με τον καφέ σ' αυτή τη χώρα. Να φοβάσαι τους ανθρώπους που δεν τολμούν να βάλλουν παγάκια στον εσπρέσο τους μου έλεγε ο παππούς μου.

Καλά το αποπάνω είναι ψέμα, αλλά τουλάχιστον παρακάτω ακολουθεί στοιχομυθία που όντως διημείφθη.

- Α καφέ σιλβουπλέ (ας μη το μεταφράσω, ντάξει)

- ...... (δεν της δίνω το περιθώριο να απαντήσει, συνεχίζω πριν με μπερδέψει)

- Καπουτσίνο αβέκ του σούκγρε!

Ντάξει μπερδεύτηκα τελικά και πνίγηκα στα ρηχά, αλλά αυτή εδώ δεν καταλαβαίνει το “two”! Ε δεν μου 'ρχοταν το “ντε” τι να κάνουμε, ε και κόλλησα και τελικά της είπα αυτό που μου ήρθε πρώτο στο μυαλό. Το ένα.

- A.

Ε και μου έφερε ένα. Όχι ότι παίζει κανά ρόλο ξέρω 'γω, είχα αρχίσει ήδη να τον πίνω πιο πικρό τον καφέ, αλλά έτσι για το παράλογο του πράγματος.

Η λέξη του καλοκαιριού. Roundabout. Παντού. Δεν υπάρχουν φανάρια στους δρόμους, μετράνε μόνο προτεραιότητες. Κι είναι καλλίτερα έτσι. Εμείς όμως έτσι που είμαστε χαμένοι στη μετάφραση, αμάθητοι και επιπλέον αγχωμένοι μη και χάσουμε τους μπροστινούς που ξέρουν τον δρόμο, περιστρεφόμαστε γύρω-γύρω σε μια τιτάνια προσπάθεια να αποφασίσουμε προς τα πού έστριψαν οι άλλοι, ε, κι επειδή η ψηφοφορία παίρνει κάποιο χρόνο, συνεχίζουμε να κάνουμε κύκλους μέχρι να στρίψουμε στην κατεύθυνση που πλειοψήφισε, σπέρνοντας ανά τακτά χρονικά διαστήματα το χάος και τον εκνευρισμό. Κι επειδή τελικά οι Γάλλοι έχουνε κόρνες, αφήστε τι έλεγα νωρίτερα, σε μια στιγμή που ντάξει, το παρακάναμε κι εμείς, του 'δωσαν και κατάλαβε: κορναρίσματα, βρισιές, χειρονομίες, αναθεματισμοί, μια συμφωνία της οργής. 

Ο δρόμος για το χωριό ήταν μακρύς. Αφού χαθήκαμε πρώτα μια φορά, βλέπετε δεν πάει καλά η μέρα διαφορετικά, τελικά γύρω στις έντεκα φθάσαμε. Και πετύχαμε εκεί τον πρώτο άνθρωπο που μίλαγε αγγλικά, τουλάχιστον συνεννοήσιμα αγγλικά, έλα εδώ χρυσέ μου άνθρωπε να σε φιλήσω, να βγάλω πάνω σου το άχτι μου και να εξασκήσουμε μαζί όλα τα αγγλικά που ξέρω και ποτέ δεν έμαθα. Μιλήσαμε αγγλικά λοιπόν, φάγαμε οχτώ διαφορετικά ήδη τυριού και ήπιαμε ένα υπέροχο κόκκινο κρασί φτιαγμένο απ' τα αμπέλια του ίδιου του τύπου με τ' αγγλικά, ο οποίος ήταν ο αδερφός του άντρα της θείας μου και πριν την καληνύχτα, μάθαμε και την πολιτισμική πληροφορία της ημέρας, πως το να σκαλίζεις τα δόντια σου με οδοντογλυφίδα σε γαλλικό τραπέζι είναι το ίδιο ξέρω 'γω με το ξύσιμο μύτης ή το ρέψιμο. Κλασικοί Γάλλοι: εφευρέτες του σαβουάρ βιβρ και των αρωμάτων, ανίκανοι να καλύψουν την υπαρξιακή τους δυσοσμία. Ντάξει όχι κι έτσι, το παρατράβηξα για μια παλιοδοντογλυφίδα.

Η κούραση ήταν μεγάλη και οι τελευταίες αυτές γραμμές γράφονται με κόπο. Με το ζόρι κρατιέμαι, ενόσω η μύτη του μολυβιού αυτού αμβλύνεται επικίνδυνα. Σα να πασχίζω να στείλω κάτι ονλάιν και να πέφτει η εμβέλεια του γουάι φάι. Παιδί της εποχής μου είμαι, τι να κάνουμε. Καληνύχτα.

Σήμερα γάμος γίνεται! Στο δημαρχείο του χωριού. Και μη φανταστείτε τίποτε καραγκιοζιλίκια όπως στην Ελλάδα, όχι, λιτά πράγματα, αν κι ο δήμαρχος που τέλεσε το γάμο ή τα 'χε κοπανίσει πριν έρθει ή ήταν μεγάλος καραγκιόζης. Φορούσε ένα τεράστιο μετάλλιο στο λαιμό και πρωτοστατούσε στο φολκλόρ. Κι εμείς οι πρωτευουσιάνοι γελάγαμε με το θέαμα αυτού και παίρναμε σβάρνα κι όλους τους υπόλοιπους χωριάτες με το κορόιδεμά μας. Δεν λέω ότι ήταν καλό, αλλά είχε φάση εκείνη την ώρα. Άλλωστε περνούσαμε όλοι ωραία και δείχναμε αδημονή. Το πρόγραμμα έπειτα έλεγε τραπέζωμα στο σπίτι του τελοσπάντων γαμπρού.

Αναΐς. Αλανογκόμενα με τα όλα της, 27 χρονών με τρία παιδιά, χωρισμένη, σούργελο κανονικό, πανέμορφη. Απ' τις τύπισσες που γουστάρεις για πάντα, αν και ξέρεις ότι δεν υπάρχει περίπτωση να τις αντέξεις. Η αυτοκαταστροφή την έλκει. Και μαζί στέλνει και σένα στο κατώφλι της καταστροφής, να χτυπάς κουδούνια άλλων και να παρακαλάς να μπεις μέσα νυχτιάτικα. Δράμα. Μα είναι θωριά της διαολεμένη. Γοργόνα σκέτη. Δεν ξέρω γιατί την παρομοιάζω έτσι, ίσως επειδή πέρα απ' το πληθωρικό του χαραχτήρα της και την αλέγκρο και εξωστρεφή συμπεριφορά της, δείχνει να είναι καταβάθως θλιμμένη, με μια θλίψη που δεν την πιάνεις αμέσως, μια θλίψη που την έχουν μόνο οι διχασμένοι και διπολικοί χαραχτήρες, μια θλίψη που ταιριάζει στις γοργόνες.

Πήγαμε να πιούμε έναν καφέ το απόγευμα στο Κοτινιάκ για να δούμε και το χωριό τους. Πηδάω πράγματα, αλλά βαριέμαι να τα γράφω όλα. Και το χωριό άξιζε μια αναφορά, αυτό είναι όλο. Αρκετά γραφικό, αλλά καθόλου στημένο ή τουλάχιστον λίγο στημένο και πολύ γνήσιο, αληθινό, απείραχτο αξιοθέατο, αξιοποιημένο και οργανωμένο όσο καμία ελληνική πόλη κι όσο όλες μαζί. Αν προλάβω θα γράψω λίγο ακόμη για το Κοτινιάκ αργότερα ή μιαν άλλη φορά, όταν ξαναέρθω ξέρω 'γω, αλλά δε γίνεται διαφορετικά, το τρέξιμο είναι διαρκές και οι ασχολίες μας πάρα πολλές, καταβαίνετε. Να τα δούμε όλα μέσα σε τόσο λίγο, η έμπνευση μπορεί ν' απαιτεί εμπειρίες, αλλά η συγγραφή χρόνο. Γυρνώντας πίσω στο ξενοδοχείο, αράξαμε έξω, δίπλα στη πισίνα και παραγγείλαμε κατευθείαν καφέ, η νύστα δεν παλεύεται αλλιώς. Ξανά μέσα όμως, γιατί τα κουνούπια δεν τσίμπαγαν απλώς, έκοβαν ολόκληρα κομμάτια. Ψάξαμε για λίγη κορτιζόνη ανάμεσα στους παραθεριστές, αφού πρώτα δεν καταφέραμε να βγάλουμε άκρη με τα αγγλικά της ρεσεψιόν (ή αυτή με τα δικά μας, παίζει κι αυτό), αλλά ο θείος κάπου ξετρύπωσε τελικά μέσα απ' τη βαλίτσα του ένα σωληνάριο κι έτσι βολευτήκαμε όλοι. Μαζί και κάτι παρασιτικοί Άγγλοι κωλόγεροι που φέραν τα πιο μεγάλα σπυριά από κουνούπι που είχα δει ποτέ και αφού κάθισαν δίπλα μας, προσπάθησαν να μας πιάσουν κουβέντα με το ζόρι, μην βλέποντας ότι το μόνο που κάναμε εμείς, ήταν να κοιτάμε με αηδία τα σπυριά τους που έμοιαζαν εγκυμονούντα. Και καλά θα μου πείτε, είναι ικανοί να μιλήσουν για τίποτα άλλο εκτός από τις κωλοομάδες τους και το κωλοποδόσφαιρό τους; Είναι:

-Are you here for vacation or to ask for money for your dept?

Χα, χα, χα. Είχαν και χιούμορ οι σατανάδες. Δεν μας παρατάνε στην ησυχία μας λέω εγώ, που θα κάτσουμε τώρα να ακούσουμε όλο το κλισέ και τη προπαγάνδα και τη προσβολή και όλο αυτό, που μπορούν να φτάσουν με το ανύπαρκτο μυαλό τους; Μιλώντας διδακτικά και πατρονάροντας και προσπαθώντας να μας βγάλουν την αντίδραση με το τσιγκέλι και απειλώντας ορθά-κοφτά με έξοδο. Άντε να γαμηθείς που θα απειλήσεις κιόλας. "Μακάρι" του απαντάω, "να βγούμε και να χάσετε τα λεφτά σας", ε δεν άντεξα, αλλά αυτοί εκεί, εσείς θα χάσετε, δεν υπάρχει σωτηρία αν βγείτε, ρε μαλάκα εσύ δεν μου 'λεγες πριν από λίγο να βγω; Άστο διάλο. Συγχυστήκαμε όλοι δηλαδή.

Αποφασίσαμε να φύγουμε όμως γιατί δεν είχε νόημα η όλη κουβέντα και επίσης ο δρόμος για το Σαιν Τροπέ ήταν μακρύς και η νύχτα νύχτωνε. Φεύγοντας πέφτει ατάκα απ' το Νίκο «πάμε τώρα, μας συγχωρείτε, πάμε να δουλέψουμε για να σας φέρουμε τα λεφτά σας». Γελάσανε οι μαλάκες, να ψοφήσετε πορνόγεροι.

Το Σαιν Τροπέ είναι σίγουρα η γαλλική Μύκονος, στο λιγότερο ξέφρενο όμως. Γκλαμουριά σαν του Μονακό, αλλά για βράδυ, κάτι σαν τη Παραλιακή φανταστείτε, για να έχει να βγαίνει ο απλός κόσμος της βιοπάλης μωρέ. Κάτι άλλο που πρέπει να ξέρετε για το βασίλειο του Σαιν Τροπέ είναι, ότι απ' ότι φαίνεται, επιτρέπονται μόνο γυναίκες με ανάστημα άνω του ένα και ογδόντα, δεν εξηγείται αλλιώς, το πόδι ολλωνών τους, έφθανε στο σαγόνι μου. Ντάξει δεν ήτανε τίποτα μεταλλαγμένες, φοράγανε τακούνια κι έτσι εξηγείται κάπως. Αλλά το ύψος του τσόκαρου έχει κι όρια. Μετά το τριαντάποντο, σταματάει να θεωρείται ότι βαδίζεις, δεν ξέρω, κάνεις κάτι άλλο, πουλάς τσίρκο, καταντάς κλόουν. Οι περισσότερες μάλιστα κουβαλούσαν κι από 'να κουτάβι μαζί τους και καλό είν' αυτό, η φιλοζωία και τα ρέστα, αλλά πρώτη φορά βλέπω άλογα να βγάζουν βόλτα τα σκυλιά. Ντάξει ατόφιος σεξισμός αυτό το τελευταίο, αλλά το σκέφτηκα πάνω στα νεύρα μου, καθώς όλη την ώρα σου απέσπαγαν τη προσοχή οι τύπισσες και δεν μπορούσες να ανταλλάξεις μια κουβέντα, το κεφάλι σου γύρναγε αυτόματα. Λες και ήμασταν σε πασαρέλα. Ντάξει, έπειτα η αλήθεια είναι πως συνηθίζεις. Τελικά όμως δεν χάσαμε περισσότερο χρόνο στο μπανιστήρι, γιατί η Μπριζίτ Μπαρντό μας κοίταζε από παντού. Και μετά τον Αλβέρτο, είπαμε να μην κάνουμε άλλες παρεξηγήσεις με διάσημα πρόσωπα.

Πάντως ήταν αλήθεια αυτό, ότι η Μπαρντό μας κοίταζε από παντού, καθώς πόζες της, μικρές, μεγάλες, φωτογραφίες, παντού κυριαρχούσαν, αφίσες, κακός χαμός, φαίνεται πως ήταν το φάρμακο της Μπριζίτ για τα γεράματα. Ένα πλασίμπο. Να βλέπεις πως ήσουν στα νιάτα σου και να ξεχνιέσαι. Και ντάξει εγώ προσωπικά καυλώνω για πάρτη της ακόμα και ξεχνώ πως έχει καταντήσει, αλλά αυτή τι ανώμαλη τακτική ακολουθεί, διαστροφή σκέτη να υπενθυμίζεις συνέχεια στον εαυτό σου τι γκομενάρα ήσουνα κάποτε, υποκαθιστώντας τον καθρέπτη με τα απαθανατισμένα νιάτα σου.
Στον παράλιο δρόμο του λιμανιού, μεσαία, μεγάλα και πολύ μεγάλα ιστιοφόρα ήταν παρκαρισμένα μουράτα και μπλαζέ. Τέτοια συνεχόμενη αλυσίδα δεν είχα ξαναδεί ποτέ στη ζωή μου. Τα 'κανα χάζι λίγο, όπως και τους τυχερούς που απολάμβαναν τέτοια πολυτέλεια, αλλά να 'μουνα μέσα και να κοίταγα τους απέξω ντάξει, αλλά τώρα να κάθεσαι και να κοιτάς τους απομέσα, καταντάει ανόητο και μικροαστικό.

Στο μοναδικό εναλλακτικό κέντρο που βρήκαμε καλή μουσική, φάγαμε όχι απλά πόρτα, αλλά ολόκληρη πύλη. Ο γορίλας στην είσοδο, ούτε καν μπήκε στον κόπο να μας απαντήσει, απλά έστριψε το βλέμμα του αλλού. Ήτανε πριβέ το πάρτι και συμβιβαστήκαμε με τη ταπεινότητά μας. Συνεχίσαμε την αναζήτηση αλλού. Το μπαράκι που κάτσαμε στην πλατεία θύμιζε κρεπερί μετά από τρελό χανγκόβερ. Τρελές αγγλίδες. Ήρθαν και κάτσανε δίπλα μας. Η μεγαλύτερη ήτανε δεκαοχτώ. Κι ο θείος που τις κόρταρε, θέλω να ελπίζω για πλάκα, πενήντα δύο. Βγήκαμε και φωτογραφία μαζί τους, γενικά είχανε μεγάλη όρεξη και καθόλου κολακευτικά δεν το λέω, μόνο που δεν μας πήδηξαν. Πριν φύγουνε, μας είπανε “μερσί μπουκιέτ” για τη παρέα που τους κάναμε. Άκου μερσί μπουκιέτ!

Γυρίσαμε όπως ήρθαμε. Μετά από πολλά διόδια και roundabout φθάσαμε πίσω κατάκοποι. Επόμενη μέρα Κάννες. Κάννες μπέιμπι!

(Οι Δυο καπνισμένες κάννες του Γκάι Ρίτσι ήρθαν στο όνειρο μου. Εμείς σε ποια από τις δύο πάμε;)

Κάννες, η ονείρωξη κάθε σινεφίλ, το απωθημένο κάθε κινηματογραφόφιλου. Έστω κι αν πήγα οφ σίζον. Δε πειράζει. Σε λίγο θα κάνω μπάνιο στην αμμουδιά, όπου πλατσούρισε κάποια Χέιμπορν και κάποιος Μπόγκαρτ. Νομίζω δηλαδή, δεν παίρνω κι όρκο ότι κάνανε μπάνιο ποτέ εκεί.

Καμιά υποψία κόκκινου χαλιού, το 'χανε μαζέψει φαίνεται με τα χειμωνιάτικα, αλλά πολλοί φοίνικες. Αθάνατοι φοίνικες, σύμβολο των βραβείων. Οι Κάννες ωραία πόλη, φαίνεται πλούσια, όχι εξεζητημένα πλούσια κι αυτό είναι καλό.

Παραλία-άμμος-βράχια, η γαλλική ριβιέρα στα καλύτερά της. Πλατφόρμα, βουτιά και πάλι πίσω. Ένα αγγλάκι μπάσταρδο που 'κανε όλη την ώρα βουτιές μες στη μούρη μας, μας χάλασε το καμάκωμα δύο Ολλανδέζων που 'κάναν τόπλες. Καλά όχι ότι την είχαμε την επιτυχία στο τσεπάκι, αλλά τελοσπάντων.

Στην παραλία η άμμος μπαίνει μες στα νύχια μου, όσο εγώ διαβάζω τον Ηλίθιο. Βέβαια σιγά που κοίταζα μόνο τον Ηλίθιο, η μάτια μου αντανακλότανε πάνω στις γραμμές και πήγαινε τεθλασμένη πάνω στα κορμιά των λουόμενων αναζητώντας ένα λάγνο βλέμμα. Δεν το βρήκα να 'μαι ειλικρινής, αλλά τουλάχιστον είδα μία παράφορη να προσπαθεί να βάλει αντηλιακό στην πλάτη της. Σκέφτηκα να προσφερθώ, αλλά προς στιγμή έπαθα ένα μικρό εγκεφαλικό και ξέχασα τα πάντα. Ούτε το “γεια” δεν μου 'ρχοταν στο μυαλό, τα μόνα που υπήρχαν στον κόσμο ήταν αυτή, το αντηλιακό και ο ήλιος.

Αυτοκίνητο, δρόμος και καπάκι στη Νίκαια με τα αλάτια και τους ιδρώτες κολλημένους πάνω στο δέρμα μας. Όλα τα ξεχνάς όμως μπροστά στο καινούργιο. Η Νίκαια είναι χωρίς αμφιβολία η ωραιότερη πόλη του γαλλικού νότου. Λέω εγώ τώρα. Τουριστική, οργανωμένη, αστική, προσγειωμένη. Οι επισκέψεις μας μπορεί να ήταν σφηνάκια, αλλά ο καλός γευσιγνώστης δεν έχει μόνο έμπειρο λαρύγγι και εκλεπτυσμένη όσφρηση, αλλά και μάτι που κόβει. Απίστευτη πόλη. Η κυανή ακτή που δεσπόζει, το αεροδρόμιο, ο δρόμος κατά μήκος της παραλίας για τρέξιμο και αθλοπαιδιές, δημόσιοι χώροι, πολλοί δημόσιοι χώροι. Αυτοί που είτε λείπουν απ' την Ελλάδα, είτε υπάρχουν μόνο ως ιδιωτικά καρκινώματα.

Τα κτήρια έχουν κάτι από κλασική αρχιτεκτονική και κάτι από μενταμοντερνισμό, μίγμα χάρμα ιδέσθαι. Οι μυρωδιές, οι άνθρωποι, τα μέρη. Πολυπληθές θέρετρο πάνω σε πολιτισμικό φόρουμ. Τα μαγαζάκια και το τουριστικό κέντρο, πρώτο και περιποιημένο. Και ο καθεδρικός ναός με τους πλανώδιους ζωγράφους και τους φωτογράφους του από κάτω, αξιομνημόνευτος.

Μεγάλη ήττα αυτή με τα ψώνια. Συνήθως πέφτω μέσα στα δώρα. Πάω για να πάρω δώρα κι όχι να ψάξω. Οπότε αν δω κάτι και μου αρέσει, το παίρνω. Δεν σας πήρα τίποτα, μην περιμένετε σουβενίρ, δηλαδή, όσοι πήρατε-πήρατε, δεν έχει άλλα. Οι παραπονεμένοι θα έχετε πάντα την αγάπη μου. Πάντα πιάνει αυτή η ατάκα.

Η εικόνα στο τελευταίο μέρος που επισκεφτήκαμε ήταν περισσότερο οικεία. Ήταν ένα μεγάλο πανηγύρι, αλλά σε ομοιογενή σύνθεση, σε μια σταθερή υπαίθρια γραμμή πάγκων που άγγιζε τα πεντακόσα μέτρα ή κάτι τέτοιο. Καμία σχέση με τα δικά μας φυσικά, υπήρχε χώρος ένθεν κείθεν, λιγότερη φασαρία και πιο επαγγελματικό στήσιμο, όχι ότι είχε και μεγαλύτερη ποικιλία ή ότι τα προτιμούσα. Απλά τα περιγράφω.

Μου 'βαλε η μάνα μου έντεκα ευρώ κάρτα και τα χάλασα για πάρτη σου. Αδιόρθωτος. Κι εσύ ούτε καν τα εκτίμησες. Αναλώθηκαν σε ένα ανούσιο και άχρηστο τηλεφώνημα, αρκετό για να μου χαλάσει και τη κάρτα και τη διάθεση. Γιατί περί διάθεσης φυσικά ο λόγος, γιατί σε διακοπές βρίσκομαι γαμώ την περιαγωγή και τις μονάδες μου μέσα. Κουβέντα στη κουβέντα, τσακωμό στο τσακωμό, μην πέσει και τίποτα κάτω προς θεού, ο διαθέσιμος χρόνος ομιλίας εξανεμίστηκε και τα αρχικά πενήντα λεπτά, άντε ένα ευρώ που 'χα υποσχεθεί να μιλήσω, έγιναν έντεκα ευρώ. Έντεκα ευρώ για ένα κωλοτηλέφωνο. Μου τα χρωστάς, να το θυμάσαι.

Οι άλλοι είχανε ήδη κάτσει σ' ένα εστιατόριο που σου 'σπαγαν τη μύτη τα θαλασσινά, αφού μύριζε σαν μαρίνα ο τόπος κι ας ήμασταν χιλιόμετρα απ' τη θάλασσα. Πάνω στο φαγητό κι έπειτα από δυο ποτηράκια κρασί, έπιασα πολιτική συζήτηση. Το παραδέχομαι, μου 'λειψαν οι άτιμες. Επιστροφή στο ξενοδοχείο και ετοιμασίες για Ιταλία. Αύριο πιάνουμε ιταλική ριβιέρα, με πρώτη στάση Φλωρεντία. Τα μάτια μου βαραίνουν, κλείνουν, σταματώ εδώ.
Κακούργα.

Μου 'πε ο αδερφός μου πως έπεσα απ' το κρεβάτι το βράδυ. Το κατάλαβα σαν όνειρο. Πρώτη φορά τα τελευταία δεκαπέντα χρόνια που γίνεται αυτό. Μάλλον τα όνειρα μου ήταν βαριά και ασήκωτα, δεν άντεξα. Καλά πώς τολμάς, δεν σου απαγόρεψα να περατζάρεις στον ύπνο μου;

Πρωινό υγρό. Όπως και οι αποχαιρετισμοί. Θα ξανάρθουμε.

Περνάμε το τούνελ που χωρίζει Ιταλία-Γαλλία. Πάνω που συνηθίσαμε τα γαλλικά, τώρα τα ιταλικά μας φαίνονται χωριάτικα. Μέσα στο αυτοκίνητο τόσες ώρες, εισέπνευσα όσο τσιγάρο δεν είχα καταπιεί στις φοιτητικές συνελεύσεις.

Φανταστικοί οι δρόμοι στη Φλωρεντία θυμίζουν κάτι από Ελλάδα. Στις λακκούβες. Πάλι χαθήκαμε. Αν δεν το έχω ξαναπεί, γαμώ τα τζίπιες μου, γαμώ.

Η Φλωρεντία είναι αξέχαστη πόλη. Κοίτα ρε που την Ιταλία την σνόμπαρα σαν προορισμό. Εκεί είναι, έλεγα, δίπλα μας δεν φεύγει, έχουν σειρά άλλες και καλλίτερες. Δεν ξέρω αν είναι καλλίτερη ή χειρότερη από άλλες πιο αντάξιες και καλά, πάντως από την ξετσίπωτη γκλαμουριά του γαλλικού νότου, η Τοσκάνη είναι ανθρώπινη, μνημειώδης και ας μην κρυβόμαστε, ανατριχιαστική. Κι όχι λόγω του Μπατιστούτα. Η μεσαιωνική πόλη της Φλωρεντίας χωρίζεται σε δύο μέρη, την παλιά και τη καινούργια πόλη που εναλλάσσονται υπέροχα με την πρώτη φυσικά να κερδίζει τις εντυπώσεις: η γέφυρα με τη λίμνη που περνάει από κάτω να λαμπυρίζει μαγευτικά τα φώτα των κλασικών κτηρίων και φυσικά τα φλας των τουριστών που κάθε λογής και πολυπληθείς, δεν λείπουν ούτε από 'δω.

Δε θα μείνω στον υπέροχο καθεδρικό ναό, ούτε στα αξιομνημόνευτα αξιοθέατα, δεν είμαι ταξιδιωτικός οδηγός, αλλά ούτε αρχαιολόγος για να σας περιγράψω την αρχιτεκτονική, τις διαφορετικές εποχές πάνω στα κτήρια και ούτε κατά διάνοια ξεναγός, αλλά ας μην κολλάμε σ' αυτά, εδώ δεν είμαι ικανός να περιγράψω με απλές, καθημερινές λέξεις τα συναισθήματά μου, το εξειδικευμένο λεξιλόγιο με μάρανε. Γι' αυτό από την Φλωρεντία θα αναφέρω μόνο δύο περιστατικά.

Πρώτον, το πάθημα που δεν έγινε μάθημα. Αφού με κατσάδιασε η μάνα μου για το αλόγιστο τηλεφώνημα, μου έβαλε άλλα πέντε ευρώ, έτσι για να συνεννοούμαστε, καθώς χωρίς καθόλου κάρτα, όχι μόνο δεν μπορούσα να πάρω, αλλά ούτε να δεχτώ κλήσεις. Πόσο αφελής είναι όμως! Πού να 'ξερε, ότι θα το 'ριχνα πάλι στα τηλέφωνα, λες κι ήμουν τίποτα εθισμένος στα υπεραστικά. Ε και γεια σου. Ένα τηλεφώνημα και πάλι βρέθηκα μείον. Τουλάχιστον πριν το κλείσω πρόλαβα να ακούσω κάτι χρήσιμο, μια πληροφορία που θα την εξαργύρωνα, “φάε παγωτό οπωσδήποτε, θα με θυμηθείς φιλάκια”. Μετά τη βόλτα κι αφού οι άλλοι είχαν ήδη φάει παγωτό κι είχαν διασκορπιστεί προς κάθε κατεύθυνση, μου ήρθε η καθυστερημένη επιθυμία και μένα για παγωτό. Κι εκείνη τη περίοδο ήταν θυμάμαι, που ξεσπάθωνα κι έλεγα ότι ο σημερινός καταναλωτής είναι αρκετά ώριμος και μορφωμένος για να λυγίζει σε υποσυνείδητα μηνύματα ή άμεσες υποδείξεις, γιατί να τον υποτιμούμε, είπα και πήγα να πάρω παγωτό. Βρήκα τον αδερφό μου τον Σπύρο να παρακολουθεί κάτι τύπους που το 'παιζαν μάγοι, περικυκλωμένοι από ένα σωρό κόσμο που τους κοίταζε. “Πάω σπίτι θα 'ρθεις”, μου λέει. “Ναι, έρχομαι πίσω σου, μόνο να πάρω ένα παγωτό πρώτα. Αν βαριέσαι τράβα κι έρχομαι.” Κι αυτός, “όχι μωρέ, σε περιμένω”. Προσπεράσαμε πέντε-έξι παγωτατζίδικα χωρίς λόγο, επέλεξα ένα στη τύχη και μπήκα μέσα.

- Χελόου. Θα 'θελα ένα παγωτό με δύο γεύσεις.

- Χωνάκι ή κύπελλο;

- Χωνάκι.

- Οκέι. Μικρό, μεσαίο ή μεγάλο χωνάκι;

- (διστάζω) Με-μεγάλο.

Κι εκείνη τη στιγμή ένιωσα ότι όχι απλά είχα πατήσει την μπανανόφλουδα, αλλά είχα φάει και τη φλούδα και τα μούτρα μου κι αισθάνηκα αλήθεια βιασμένος και δε μιλάω για τίποτα τσιριμονιές του τύπου “μας έγδυσαν κανονικά σε κείνο το μαγαζί”, όχι δεν ήταν κάτι προδιαγραφόμενο ή ατυχώς προσυμφωνημένο, ήταν μια καταστροφή, μια απόλυτη και παγωμένη τραγωδία. Γιατί τα μεγέθη είναι σχετικά και τα μετρικά συστήματα αλλάζουν. Ειδικά σε τουριστικές περιοχές με πελάτες όρνια σαν την πάρτη μου. Και ήταν το χωνάκι τεράστιο κι ευφημιστικό το υποκοριστικό κι ήταν οι δυο μπάλες που ζήτησα ισοδύναμες με μια ντουζίνα. Αλλά ακόμα δεν είχα νιώσει το μέγεθος του όλεθρου και με χτύπησε ακριβώς, όταν το 'δα 'κτυπωμένο στην απόδειξη. Δεκαπέντε και πενήντα. Ευρώ. Για ένα γαμημένο παγωτό. Και θα μπορούσα να φύγω τρέχοντας, αλλά έχω μια περίεργη φιλοσοφία για την αυτοτιμωρία που ώρες-ώρες αναρωτιέμαι γιατί δε γεννήθηκα στην Ιαπωνία ξέρω 'γω, αφού είπα εμμέσως πλην σαφώς, ότι έσφαλα και πρέπει να πληρώσω. Που 'ταν απίστευτα παιδαριώδες αυτό, αφού πού να με βρίσκανε, το μέρος ήταν γεμάτο κόσμο και το ξενοδοχείο έπειτα από ένα ζιγκ-ζαγκ για να χαθούν τα ίχνη μου, σε δυο λεπτά θα το 'χα. Δεν αντέδρασα όμως ποτέ. Πλήρωσα το παγωτό και σύρθηκα σκυφτός προς την έξοδο, ενώ ένα ζευγάρι Αμερικάνων με φωτογράφιζε φωνάζοντας “ινκρέντιμπολ, ινκρέντιμπολ”! Ήθελα να ανοίξει η γη να με καταπιεί. Τετρακόσα μέτρα ως το ξενοδοχείο, τετρακόσα βήματα ντροπής και εξευτελισμού. Και να 'χα επιπλέον, κάτι Αγγλίδες να φωνάζουν περνώντας δίπλα μου, “I’m so jealous” και ήθελα εκείνη τη στιγμή να τις πάρω και να τους αρπάξω το πορτοφόλι, να βγάλω δεκαπέντε ευρώ από μέσα, να τους σφηνώσω το παγωτό ανάμεσα στα δάχτυλα και έτσι πάτσι και αμοιβαίως ικανοποιημένοι όπως έλεγαν, να τις παρατήσω και να φύγω. Αλλά δεν το 'κανα. Και ήταν η όλη υπόθεση τουάχιστον για βίντεο, εγώ να τρέχω για να επισπεύσω το σπίτωμα και ο αδερφός μου να προχωράει μπροστά σα να ντρέπεται, σα να κάνει πως δεν ξέρει τον τύπο που κρατάει το θηριώδες παγωτό σε απόσταση ενός μέτρου λες και είναι κανά σαν ψόφιο ζώο που βρωμούσε. Και μέχρι το ξενοδοχείο είχε στάξει το μισό, είτε πάνω μου είτε στο δρόμο. Οι σταλαγματιές είχαν αφήσει ίχνη, σαν τον κοντορεβυθούλη ήμουν κι εγώ, μόνο με σταλίτσες κι όχι ψυχουλάκια.

Τέτοια ήττα με γείωσε απότομα. Οι υπόλοιποι ετοιμαζόντουσαν να ξαναβγούν κι εγώ από αίσθημα εξιλέωσης, το 'χα αποφασίσει πεισματικά να μείνω μέσα, ενώ πνιγόμουν, ήθελα αέρα καθαρό όμως κι όχι αυτόν που αναπνέουν οι υπόλοιποι διακόσιοι χιλιάδες τουρίστες. Ήθελα διέξοδο.

Ανέφερα προηγουμένως σοφά, πως τα τζίπιες γαμιούνται. Όμως η ζωή είναι τραμπάλα κι έχει τα πάνω-κάτω της, τις γλύκες και τις πίκρες της. Έτσι λοιπόν νωρίτερα, το απόγευμα, αφού χαθήκαμε για εκατοστή φορά και το τζίπιες μας έστελνε στο διάολο, τελικά ρωτώντας και προχωρώντας, αν και βρήκαμε το ξενοδοχείο, βιώσαμε μια απογοήτευση. Τίποτα φαινομενικά δεν θύμιζε κατοικημένο οίκημα. Τελικά κι ευτυχώς βρήκαμε τον τύπο, τον ιδιοκτήτη του σπιτιού, ήταν ένας κλασικός Ιταλός, ψηλός και γεροδεμένος, με κίτρινο παντελόνι και μωβ τισέρτ, μαφιόζικο παρουσιαστικό και προφορά σαν του μπόρατ. Λέμε την κάτσαμε τη βάρκα, μας χώνει σ' ένα σπίτι ψηλό χωρίς καμιά επιγραφή, χωρίς καν ταμπέλα και ονόματα στα κουδούνια ή έτσι μου φάνηκε στην αρχή τελοσπάντων, σαν καταφύγιο, καταγώγιο των πρωτοχριστιανών. Μπαίνουμε μέσα, ανεβαίνουμε κάτι σκάλες, παίρνουμε τον ανελκυστήρα και βγαίνουμε στο διαμέρισμα. Σ' ένα καύλα διαμέρισμα! Ολόκληρος όροφος δικός μας, ανακαινισμένος και φουλ, εξοπλισμένος, με τέσσερις κρεβατοκάμαρες, όπου η κάθε μία ήταν ξέρω κι εγώ εικοσιπέντε, τριάντα τετραγωνικά, με δύο μπάνια, τραπεζαρία, κουζίνα, τεράστιο χωλ και έξτρα δωμάτιο πάνω σε σοφίτα με μπαλκόνι στο απέξω που βλέπει τις στέγες και φόντο στα εκατό μέτρα τον καθεδρικό ναό της Φλωρεντίας. Ναι, το κέντρο της Φλωρεντίας, η Πιάτσα ντελ Ντουόμο ήταν εκατό μέτρα απ' το ξενοδοχείο μας.

Βρήκα διέξοδο λοιπόν. Σημειωματάριο, φακό στα δόντια και μολύβι στην κωλότσεπη. Σκαρφάλωμα στη στέγη. Ακροπατώντας πάνω στο ασταθές έδαφος και πηδώντας ανάμεσα στα κεραμύδια, έβγαλα τη μοναδική μου φωτογραφία από τις διακοπές. Κακοφωτισμένη, δίχως φλας, μα τέλεια. Μου 'δωσε τέτοια συγκίνηση κι ας έλεγα πως δεν μπορώ να καταλάβω τους ανθρώπους που πηδάνε από φωτογραφία σε φωτογραφία και δεν ζουν τη στιγμή για τη στιγμή και άλλα τέτοια σχηματικά, και υπερθεμάτιζα κατά της ματαιοδοξίας του να απαθανατίσεις κάτι που επισκέφτηκες αλλά δεν σκέφτηκες, που τράβηξες μα δεν σε τράβηξε, που θαύμασες μα ως εκεί. Πήδηξα την κοινοτοπία. Το αεράκι είναι ωραίο, ο εγκέφαλος μου οξειδώνεται καλύτερα και βρίσκομαι σε πυρετική έμπνευση.

Το κουνούπι που ντάξει είναι τουλάχιστον χιλιάδες, με έχει τσιμπήσει σε εκατό διαφορετικά σημεία, αλλά ο φωταγωγημένος τρούλος στα πενήντα μέτρα μακριά μου, είναι πολύ μεγάλο θέλγητρο για να κατέβω κάτω. Το συναίσθημα είναι απερίγραπτο και ούτε το μέλι όλου του κόσμου δεν με ξεκολλάει από δω πάνω. Ατάκες άλλων δεν γουστάρω να λέω, αλλά η ευτυχία ανήκει στους φτωχούς κι εγώ είμαι ένας απ' αυτούς. O Λεονάρντο ξέρει.

Σκέφτομαι πως γύρω από μένα, ίσως διαμένουν κι άλλοι άνθρωποι, ένοικοι, τουρίστες, τρομαγμένοι ίσως από την ακτίνα ενός φακού που πιθανόν να τους τρομάζει περισσότερο από την ώρα και την πηγή του. Ο κόσμος τρομάζει πιο εύκολα πια, όλοι ακούμε καθημερινά θηρωδίες στις ειδήσεις ή στις ταινίες σε αναπαράσταση, πιο πολύ αυτό, ποιος λοιπόν τους αποκλείει ότι η τύχη τους η χαιρέκακη, ναι ακόμα και σε περίοδο διακοπών, δεν τους επιφυλάσσει κάτι ζοφερό, ένας σαν κι εμένα τρελός, αλλά με τελείως διαφορετικές προθέσεις, να είναι ανεβασμένος και κουλουριασμένος πάνω κει, προσπαθώντας να μιμηθεί μαλακίες άλλων, σαν αυτών που στα βίντεογκέιμ πηδάνε εκατό μέτρα και προσγειώνονται σώοι, σαν εκείνου του μεσαιωνικού κωλόπαιδου με τη κουκούλα και τα μαχαίρια που πηδάει από στέγη σε στέγη, πετάει από διακόσια μέτρα ύψος και πέφτει πάντα μέσα σ' άχυρα και σκοτώνει μεταξύ άλλων κι αθώους πολίτες. Η χρονική τάυτιση με φοβίζει. Η σιωπή είναι καθυσυχαστική, αλλά νομίζω πως είναι ώρα να κατέβω πριν βρω τον μπελά μου.

Το συναίσθημα όμως είναι μοναδικό, γυρνάω να κοιτάξω για στερνή φορά. Μια εικόνα ίσον με χίλιες λέξεις δε λένε; Ποιος τη λέει ακόμα αυτή τη μαλακία, έπειτα από τόσα αριστουργήματα στη λογοτεχνία;

Την επόμενη μέρα ξύπνησα με μια διαπίστωση. Σε Ιταλία και Γαλλία πέρα απ' το φαγητό, μου 'χει στοιχίσει απίστευτα το ακριβό νερό. Ενάμιση ευρώ στη καλλίτερη, τρία στη χειρότερη, το κάτουρόο στη λεκάνη είναι κίτρινο κι αρχίζω να ανησυχώ.

Η ευχή πριν ξεκινήσουμε για Βενετία είναι "θεού θέλοντος και τίζπιες επιτρέποντος". Το έχω ξαναπεί, η κατάσταση με το τζίπιες δεν πάει άλλο: πωλείται όπως είναι επιπλωμένο, με τους χάρτες του και τις φωνητικές του οδηγίες και όλα. Απίστευτη ταλαιπωρία, απ' αυτές που ενώ οδηγείς σου σπάνε τα νεύρα υπόγεια. Έτσι, δρόμο τριών ωρών, τον κάναμε πάλι σ' έξι. Επιτέλους φτάσαμε στο χωριό που 'χαμε κλείσει τα δώματια, λίγο έξω από τη Βενετία. Το Μέστρε. Μια πόλη ξενοδοχείο, δίπλα σε πόλη αξιοθέατο. Ναι σιγά μην κλείναμε στη Βενετία, τα τρίκλινα εκεί, ήταν πανάκριβα. Απ' την άλλη, τι κρίμα, αναμενόμενο θα μου πείτε, όσοι πηγαίνουν στο Μέστρε, μένουν και φεύγουν χωρίς κανείς να το δει, να το γυρίσει, να του πει μια κουβέντα, έστω μισό αντίο. Σα να 'τανε καμιά πουτάνα της εστίασης, κοιμόντουσαν, το πλήρωναν και άντε γεια. Άτιμε καπιταλισμέ έχεις αρχίσει να εκμεταλλεύεσαι ακόμα και τις πόλεις τώρα.

Λόγω του ιδιόρυθμου ρομαντισμού μου αποφάσισα να του δώσω λίγη σημασία και να μην το αφήσω παραπονεμένο. Το είδα, το μύρισα, έφαγα παγωτό, το 'ριξα πάνω μου, δε με ένοιαξε, συνέχισα τη βόλτα μου και γύρισα πίσω έτσι λερωμένος, με τον λεκέ ξεραμένο πάνω στο μπλουζάκι μου. Επέστρεψα πίσω στο ξενοδοχείο, μετά το σούρωπο. Οι άλλοι είχαν ετοιμαστεί. Το ξενοδοχείο μας δεν πρέπει να συναγωνίζεται κανένα σε κακογουστιά. Παίζει μόνο του. Χρυσή διακόσμηση, ταπετσαρία στους τοίχους με ύφασμα ανάλογο με αυτό του χαλιού, αφού μπερδευόσουνα αν κοίταγες για λίγο ανάποδα, δεν ήξερες τι κοιτάς τοίχο ή πάτωμα, ψεύτικα μπιχλιμπίδια παντού και όλα, όλα να επιπλέουν μέσα σε μια καγκουρίστικη χλιδή, που σου φέρνει κάτι τελειωμένα ξεκωλάδικα στο Μπουρνάζι να πούμε. Οι άνθρωποι είχαν ντύσει μέχρι και τους σκουπιδοτενεκέδες με ύφασμα. Το μόνο κουλ πράγμα ήταν το ασανσέρ. Που χώραγε δεκαεφτά άτομα, έτσι έλεγε τελοσπάντων, και προσιδίαζε με νοσοκομείου,  πέφτοντας από όροφο σε όροφο με ταχύτητα τζι και πάνω. Ήμουν κατενθουσιασμένος, όλη την ώρα στο ξενοδοχείο την πέρασα πηγαινοέρχοντας σαν παιδάκι μεταξύ τέταρτου και λόμπι. Και πάλι πάνω.

Για τη Βενετία μπορεί να πει κανείς πάρα πολλά, όμως νομίζω πως θα τα κρατήσω για τον εαυτό μου. Τα όνειρα δεν χωράνε σε προτάσεις σαν κι αυτές, πόσο μάλλον σε τέτοιες ανταποκρίσεις. Όσο μέινστριμ προορισμός και αν θεωρείται, τ' αξίζει τα λεφτά του. Αδύνατον να λείπει από τις μνήμες κανενός. Όποιου έχει τη δυνατότητα τελοσπάντων να πάει εκεί, αυτό εννοούσα, όχι ότι όποιος δεν πάει ποτέ είναι λούζερ και τέτοια, όχι, απλά θέλω να πω, πως ακόμα κι οι πιο δύσπιστοι όπως εγώ, δεν μπορούν να αρνηθούν με τίποτα τη μοναδική της ομορφιά. Με τις γόνδολες και τα πράσινα νερά της, τα γραφικά ετοιμόρροπα σπίτια της, έτοιμα να γκρεμιστούν που πάνω μας έχασκαν, κάτω από τον ήλιο και το βράδυ κάτω από το φεγγάρι, παίζοντας με το φακό και τα φλας. Ακόμα και οι φωτογραφίες δηλαδή της πήγαιναν. Η γέφυρα των στεναγμών μονοπωλούσε μέχρι εκείνο το σημείο και μια τρελή σκέψη μ' έκανε να την συγκρίνω με τη πλατεία Κλαυθμώνος στην Αθήνα, ξέρω 'γω, ίσως επειδή και τα δύο είχαν να κάνουν με αναφιλητό. Και μιας και τα δύο κλαίνε, διαλέχτε.

Φθάσαμε στον Άγιο Μάρκο. Αν είναι δυνατόν.

Κάτω στην πλατεία, η ορχήστρα του ενός μαγαζιού συναγωνίζεται την άλλη για να φχαριστήσει τους πελάτες που μπήκαν με το αζημίωτο, με αποτέλεσμα η ιδιότυπη αυτή μάχη να 'χει νικητές περισσότερο τους λαθρακροατές, που τριγύρω είχαν μαζευτεί και χάζευαν, μαγεμένοι απ' τη σαγήνη του κονσέρτου, δίχως φλας και πόζες, παρά με τ' αυτιά ανοιχτά και τα μάτια, μερικοί όντως τα 'χαν, κλειστά. Τι σκάλες Μιλάνου και τέτοια. Το χειροκρότημα στο "that's amore" κόντεψε να ρίξει τον τρούλο του Αγίου Μάρκου κάτω. Κι ο κόσμος ήταν αχόρταγος, ήθελε κι άλλο. Και μέχρι και τα αγαλμάτινα λιονταράκια στο αέτωμα σηκώθηκαν κι αυτά για μπιζάρισμα κι ας τα άκουγαν κάθε μέρα.

Το βράδυ στο ξενοδοχείο μπήκα λίγο ίντερνετ μετά από τόσες μέρες αποχή. Στην Αγγλία χαμός γίνεται, αλλά εγώ δεν έχω κουράγιο να διαβάσω, ούτε τις λίγες γραμμές κάτω από τον τίτλο του άρθρου. Κλείνω τα μάτια μου και ταυτόχρονα την οθόνη του λάπτοπ.

Την επόμενη μέρα σηκωθήκαμε πρωί και αφού εξωτσεκάραμε, αποχαιρετίσαμε το ιταλοβλαχομπαρόκ και κατευθυνθήκαμε οδικώς προς το λιμάνι της Βενετίας. Στο δρόμο προς το λιμάνι, μια ουρά τριών χιλιομέτρων δεν μας εμπόδισε να φερθούμε σαν Ελληνάρες και να κόψουμε δρόμο από τη λωρίδα των λεωφορείων. Αφού δεχθήκαμε όμως την πρόγκα, είδα με μεγάλη μου έκπληξη έπειτα, ότι από Ελληνάρες που βιάστηκα να μας χαραχτηρίσω, μετατραπήκαμε σε άξιους απογόνους των προγόνων μας. Μεταδώσαμε στους άλλους κάτι, έστω αυτόν τον ελληνικό πολιτισμό που σκάρτος είναι και για αποφυγή: για του λόγου το αληθές, σε λίγο όλα τα αυτοκίνητα ακολούθησαν το παράδειγμά μας και πήγαιναν από την λεωφορειολωρίδα, όπως εμείς πρώτοι διδάξαμε.

Η ουρά για το μουσείο στον Άγιο Μάρκο είναι μεγάλη, όμως η εξυπηρέτηση είναι αντίστοιχα γρήγορη. Όμως δεν θα δούμε ποτέ το μουσείο, γιατί πεινάσαμε. Φύγαμε απ' την ουρά και πήγαμε να αγοράσουμε ένα γρήγορο στο χέρι κι έπειτα μπας και βρούμε καφετέρια να κάτσουμε. Καφέ Φλοριάν. Μέσα στο πέρασμα των αιώνων, το Καφέ Φλοριάν υπήρξε τόπος συνάντησης για την αφρόκρεμα των διανοούμενων του δεκάτου ενάτου αιώνα, από τον Καζανόβα ως τον Λόρδο Βύρωνα, από τον Γκαίτε ως τον Προυστ, από τον Ντίκενς ως τη Γερτρούδη Στάιν. Οι τοίχοι έβγαζαν από μέσα τους τέτοια μαγεία που ούτε ο βενετσιάνικος καφές των δώδεκα ευρώ δεν μπορούσε να χαλάσει. Ο Σταντάλ εδώ πληροφορήθηκε την ήττα του Ναπολέοντα, εμείς απλά την ήττα του λογαριασμού. Σιγά το Βατερλώ.

Έπειτα επιστροφή πίσω. Η μπουρού φώναξε, το μπαρκάρισμα ξεκίνησε. Τριανταπέντε ώρες σαν τους φαντάρους μετρώ, τριαντατέσσερις και μία.

Σε όλο το ταξίδι διαψεύστηκε κι ο μύθος, ότι όπου πας θα συναντήσεις κι έναν Έλληνα. Πρώτον αυτό το λένε όλοι οι λαοί για τους ίδιους τους, τους ευατούς και αν για παράδειγμα τους Γάλλους ή τους Ρουμάνους ή τους Ισπανούς αυτό ισχύει κάπως, για εμάς δεν ισχύει καθόλου, γιατί οι μοναδικοί πατριώτες που συναντήσαμε ήταν μια οικογένεια Έλληνες στη Βενετία και αναμενόμενα σκόρπιοι Έλληνες επιβάτες στο πλοίο του γυρισμού. Οι οποίοι Έλληνες στη Βενετία είχαν πολλή πλάκα, γιατί προσπαθώντας να συνεννοηθούν στα ξένα, αναφώνησαν την πιο αποτυχημένη ατάκα που έχω ξανακούσει. Τους ρωτάει σερβιτόρος δίπλα μας, πόσα άτομα είναι για να τους βολέψει με τις καρέκλες και ο θεός απαντάει “ντεκ”! Ούτε δέκα, ούτε τεν, ούτε ντιέτσι ξέρω 'γω. Ντεκ. Γιατί έτσι.

Επιτέλους μετά από δέκα μέρες, γεμάτες από συμπληρωματικά και υποκατάστατα φαγητών, φάγαμε αληθινό γεύμα. Καλά όχι ότι έχω παράπονο για τις πίτσες και τις μακαρονάδες στην Ιταλία ή την παέγια στο τραπέζι του γάμου, αλλά ήταν πραγματικά καλομαγειρεμένο το φαγητό στο αλακάρτ. Το πληρώσαμε χρυσάφι βέβαια, γιατί δεν κατάλαβα, κλέφτες θα γίνουν οι επιχειρηματίες; Ακόμα είμαστε μακριά. Κροατία, Ανδριατική κι όλο κατεβαίνουμε.

Το καλό με το πλοίο είναι πως έχεις άπειρο χρόνο. Και ρυθμίζεις το πρόγραμμά σου ανάλογα. Αντί για πρωινό έφαγα μεσημεριανό και αντί για μεσημεριανό, ήπια καφέ και διάβασμα. Τώρα, τελειώνω επιτέλους τον Ηλίθιο. Ήρθε και μου 'κανε και λίγη παρέα ένας ομογενής από τη Νυρεμβέργη που είχε πολύ πλάκα με την εξωτερική ομοιότητά του με τον Καραγκούνη. Αλλά ήταν πολύ καλός και αγνός. Αφού με είπε και λόγιο πάνω στη κουβέντα, επειδή διάβαζα βιβλίο και επειδή του 'πα ότι σπουδάζω. Δε με 'χάλασε όμως κι ο λόγιος χαραχτηρισμός. Αφού έφυγε, έκανα μια βόλτα και σήκωνα το εξώφυλλο. Αυθυποβολή θέλετε, αυθυποβολή θα λάβετε. Τέρμα ποζεράς ήμουν.

Λίγες ώρες μένουν για τον κατάπλου. Στην καμπίνα μου, ξεχωρίζω τα δώρα. Φθάνουν για όλους. Εκτός απ' αυτούς που δεν θα πάρουν δηλαδή. Η τελευταία σκέψη που έκανα πριν πατήσουμε τα εθνικά χώματα ή τσιμέντα τελοσπάντων είναι, πως το πλοίο είναι τελικά ωραίο: είναι μεγάλο, λέει ιστορίες και μικραίνει την απόσταση. Φθάσαμε Πάτρα. Με τρεις ώρες ύπνο, κατεβαίνουμε σχεδόν μπουσουλώντας απ' τις σκάλες. Η πρώτη λυπητερή ήρθε στα διόδια. Τρία και δέκα για μισή ώρα κουτσόδρομο. Κάθε δέκα μέτρα να πούμε άκουγες ένα χαραχτηριστικό ντουπ απ' τις λακκούβες.

Ο παλιός δρόμος Πατρών-Κορίνθου στις έξι η ώρα όμως, σε αποζημιώνει κάπως για το τράνταγμα. Ο ήλιος μόλις που ροζίζει πίσω απ' τα σύννεφα και τα βουνά που διαγράφονται σκοτεινά ακόμα στο βάθος. Η θάλασσα είν' ακύμαντη και παντού. Μετά από δέκα μέρες ταξίδι, όλα τα προσέχεις: η Ελλάδα δεν είναι τελικά τόσο άσχημη όσο έμοιαζε στο εξωτερικό. Ευτυχώς.

Φθάνοντας εξήντα λεπτά πριν από την ώρα που πρέπει να είμαι στη δουλειά, δεν έχω και πολλά περιθώρια. Ένας καφές, ένα τόστ και δυο-τρεις τελευταίες γραμμές, αυτές τις γραμμές, ένας λυπηρός επίλογος. Ένας επίλογος που κατακλύζεται από πολλές δεύτερες σκέψεις, ιδέες, εικόνες, γεμάτες στιγμές και άδειες μελαγχολίες που δυστυχώς δεν θα χωρέσουν εδώ. Δεν πειράζει. Τα ταξίδια αναμένονται πολλά από δω και μπρος και οι λευκές σελίδες του γουόρντ, ε, έχετε δει πόσες χιλιάδες λέξεις χωράνε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

  © Free Blogger Templates Autumn Leaves by Ourblogtemplates.com 2008

Back to TOP  

Site Meter