Δευτέρα 24 Αυγούστου 2015

Οι δυο όψεις*


*βλέποντας το Μπιούτιφουλ του Ινιαρίτου και ξαναβλέποντας το Βίκυ, Κριστίνα, Μπαρτσελόνα του Γούντι Άλεν


Αλλά τελικά όχι μόνο βλέποντας, αλλά και διαβάζοντας ένα άρθρο με τ' όνομα "Catalan beauty and the transnational beast: Barcelona on the screen" και πολύ περισσότερο, εφορμώντας και ξαναφέροντας στο νου τη Βαρκελώνη. Με όλες της τις όψεις, με όλες όσες δηλαδή πρόφτασα να δω εγώ τότε, αλλά και με πολλές παραπάνω, με όσες μου ξέφυγαν και μ' όσες απλώς είδαν ή εφηύραν άλλοι, πεσιμιστές και νατουραλιστές, κοσμοπολίτες και πολίτες του κόσμου, τουρίστες ή απλώς επισκέπτες, Αμερικάνοι και Μεξικάνοι, σκηνοθέτες. Με τις όψεις των Γούντι Άλεν και Ινιαρίτου.

Που όσο οι σκηνοθετικές τους ματιές είναι διαφορετικές, τόσο και οι Βαρκελώνες τους είναι τελείως άλλες πόλεις. Πόλεις που δεν συναντιούνται ποτέ (πλούσια και γραφική η Βαρκελώνη του Άλεν, ταξική και υπόγεια αυτή του Ινιαρίτου), πόλεις που παίρνουν χρώμα από διαφορετική συναισθηματική παλέτα (ηλιόλουστη και φωτεινή η μία, μουντή και σκοτεινή η δεύτερη), πόλεις διαφορετικών φαντασιώσεων (αλέγρα και διανοουμενίστικη του ΒΚΜπ, καταθλιπτική και εργατική του Μπιούτιφουλ) και τέλος πόλεις που μπορεί να κατοικούνται με ξένους (περισσότερο στον Άλεν και λιγότερο στον Ινιαρίτου), αλλά με ξένους που φέρουν τελείως διαφορετική όψη. Γιατί άμα στον Άλεν κυριαρχεί ο ξένος ως τουρίστας και ο Αμερικάνος ως αριστοκράτης, ως μέτοικος κι ως μπον βιβέρ, που εδώ ξενίζει αυτή ακριβώς η αίσθηση, η απουσία δηλαδή έστω και της παραμικρής αίσθησης ύπαρξης μιας μακρόθυμης εργατικής τάξης έστω κι ως αντίβαρο, έστω κι ως αποκλειστικός δικαιούχος της δυστυχίας, δεν πειράζει, ας φαινόντουσαν κάπου στο κάδρο, ακόμα κι έτσι, έστω κι ως ατύχημα ή ηθελημένα ως νύξη και μόνο, αυτό μόνο, κι ας πέρναγε την υπόλοιπη κινηματογραφική ώρα ο Άλεν να δείχνει το εγώ του και τους άλλους να εντρυφούν στη γοητεία της μπουρζουαζίας και τις απολαύσεις της, δεν την βρίσκω καθόλου φάουλ αυτή την επιλογή, αρκεί όμως να το έκανε, στην Ιταλία και τη Γαλλία της μόδας, στη Βρετανία της βασίλισσας μπορείς να μη το δείξεις, εντάξει, εδώ όμως πρέπει να το χωρέσεις κάπως. Αλλιώς κινδυνεύεις να κατηγορηθείς ότι ποτέ δεν πήγες στη Βαρκελώνη, ποτέ δεν την επισκέφτηκες, ποτέ δεν έγραψες κάτι γι' αυτήν πραγματικά και στην τελική είναι και καπηλευτικό που την πλασάρεις εκεί στον τίτλο, ας μην πήγαινες ρε, δεν θα σε κατηγορούσε κανείς κι ας γύρναγες τις σκηνές ψηφιακά, σαν τους 300 ξέρω 'γω, γιατί αν πας για γύρισμα και δεν παίρνεις καμία μα καμία μυρωδιά τότε άστο, ας το γύρναγες καλλίτερα στο στούντιο, και φτηνότερο θα ήταν και πιο ειλικρινές, από τελικά να βάζεις τους πρωταγωνιστές σου να βρίσκουν αφορμές για να επισκέπτονται και να φωτογραφίζονται μπροστά σ' ό,τι κάνει θραύση στα τουριστικά σάιτ, σ' ό,τι συμφέρει, σ' ό,τι προβάλλει τη χιπ μεριά της Βαρκελώνης, τη κερδοφόρα, τη γνώριμη στους πολλούς· λίγο Παρκ Γκιουέλ, λίγο Σαγράδα Φαμίλια και λίγο Ραβάλ.

Άμα λίγο πολύ και τελοσπάντων ισχύουν αυτά για τον Άλεν και τη Βαρκελώνη του και τον ξένο του, τότε η άλλη Βαρκελώνη, αυτή του Ινιαρίτου, έρχεται ως αντίστιξη για να χαλάσει τη κινηματογραφική πιάτσα και να δείξει ξέρω 'γω ακριβώς τα ανάποδα, όχι φυσικά τον ξένο του Άλεν, αλλά τον άλλο ξένο, βασικά τον έναν ξένο πάνω στον άλλο, μέσα σε υπόγεια και τρώγλες, κάτω από την προστασία άλλων ξένων, κολασμένοι, δίχως καν ή με άγνωστη προέλευση, μαύροι και σχισομάτηδες, νεκροί ή τελοσπάντων νεκροζώντανοι, γιατί να, σήμερα καμιά δεκαριά θα πεθάνουν από ασφυξία, αύριο άλλοι τόσοι από πνιγμό, αλλά τι σημασία έχει, αφού είναι αναλώσιμοι, τι διαφορά έχουν, αυτοί οι ξένοι, όλοι οι Κινέζοι ίδιοι είναι, όλοι οι μαύροι ίδιοι είναι, Αφρικάνοι και Κινέζοι μαζί, ένα πράγμα, εκπροσωπούν μέσω της μη εκπροσώπησης, μέσω της οριενταλιστικής εκπροσώπησης, τον έναν και αδιαίρετο ξένο που αν καταφέρει να ζήσει μία μέρα παραπάνω, θα είναι σε κάθε περίπτωση σίγουρα περισσότερο μόνιμος -αν και λιγότερο νόμιμος- από τους ξένους του Άλεν, θα είναι όμως περισσότερο μόνιμος γιατί ήρθε να μείνει και όχι να περιηγηθεί και να πετάξει ως το Τολέδο με ιδιωτικό αεροπλάνο φερειπείν, ήρθε να δουλέψει για να επιβιώσει και όχι να ξοδέψει, να καταναλώσει και να επενδύσει σε ρίαλ εστέιτ, μοιράζοντας τον χρόνο του μεταξύ Βαρκελώνης και πλειστόκαινου.

Το ΒΚΜπ είναι γουντιαλενικό ως το κόκκαλο. Συναισθηματικές περιπέτειες μεσοαστών πρωταγωνιστών, υπαρξιακή αναζήτηση και τα ρέστα. Καλοκαίρι στη Βαρκελώνη και εικόνες καρτ ποστάλ. Ο Γούντι Άλεν πριν τα μεσάνυχτα στο Παρίσι λέει στη Βαρκελώνη κάτι που έχει ξαναπεί και κάτι που θα πει ξανά και αργότερα. Μόνο που στην Ευρώπη του νότου μια τέτοια ιστορία δεν είναι αρκετή. Γιατί όσο κανείς και να θέλει να αγνοήσει τη πολυπλοκότητα, την ανισότητα και την ιδιαιτερότητα μιας κοινωνίας, οποιασδήποτε κοινωνίας, γυρίζοντας μια ταινία που δεν αφορά όλα αυτά, και καλά κάνει θα μου πείτε, δικαίωμά του, και αυτό έλειπε να βάζουμε χέρι στους καλλιτέχνες και να κάνουμε όλες τις ταινίες νεορεαλιστικές ξέρω 'γω, έτσι κι αλλιώς ο Γούντι Άλεν, Κεν Λόουτς δεν είναι και ούτε θα 'πρεπε να 'ναι, κι ούτε καν Γουίτ Στίλμαν θα 'πρεπε να 'ναι, δεν ξέρω, που μετά τη Βαρκελώνη του κατάλαβε τι πα' να πει απεργία, τι πάει να πει Ευρώπη, τι πάει να πει Καταλονία ή έστω Ισπανία. Όχι, ο Γούντι Άλεν ακόμα και όταν περνάει στην αποδώ πλευρά του Ατλαντικού, μένει Γούντι Άλεν, παραμένει νευρικός εραστής, δεν παίρνει χαμπάρι. Συνεχίζει να κάνει αυτό που κάνει εδώ και πενήντα χρόνια και ισάριθμες ταινίες: να σκιαγραφεί ανθρώπους που παραπατάνε που δεν ξέρουν τι κάνουν, που είναι στα πρόθυρα νευρικής κρίσης. Ιστορίες προορισμένες να ικανοποιήσουν ένα μεσοαστικό και (αυτοαποκαλούμενο) κουλτουριάρικο κοινό, ιστορίες όμως που δεν θα 'πρεπε να ελκύουν οποιονδήποτε εστέτ, τουλάχιστον όχι για τον λόγο που τελικά ελκύονται, όχι δηλαδή για τη μάταια ζωή, αυτή καθαυτή που προβάλει ο Άλεν, αλλά για κάτι άλλο, για την παρωδία της ματαιότητά της: καλή μουσική, τέχνη, διακοπές, πολυτέλεια, φιλοσόφηση, σκανδαλάκια, απιστίες και κρασί. Ο Γούντι Άλεν εμμονικά σατιρίζει το ίδιο πράγμα από την αρχή της καριέρας του και το αντικείμενο της σάτιράς του, οι πιο πιστοί του θεατές επιμένουν να βρίσκουν αστείο το να γελάνε με τα μούτρα τους. Ω ναι, αυτή πιστεύω η παρανόηση είναι η πιο λαμπρή εξαπάτηση που μας πρόσφερε ποτέ ο Άλεν.

Και οι δυο ταινίες γυρίστηκαν στη Βαρκελώνη κι όχι σε κάποιο στούντιο, οπότε θα μπορούσα ίσως να πω και δυο λόγια για το σκηνογραφικό του πράγματος. Βρίσκω ότι έχει πολύ ενδιαφέρον, όχι τίποτα άλλο. Γιατί άμα ο Γούντι Άλεν σκηνοθέτησε την ιστορία του στα πλούσια και τουριστικά λημέρια του κέντρου και ένα μικρό κομμάτι λίγο παραέξω, στις πλουσιογειτονιές του Βαλβιδρέρα, ο Ινιαρίτου λες και από συμφωνία, κινηματογράφησε ό,τι δεν χώρεσε στην ταινία του Άλεν. Μπανταλόνα και Σάντα Κολόμα ντε Γραμενέτ και ό,τι άλλο, ό,τι χειρότερο, ό,τι θέλουν να αποκρύψουν οι αρχές και ένα μέσο ταξιδιωτικό σάιτ που χαραχτηρίζει συνήθως τέτοιες περιοχές ως δίχως ενδιαφέρον ή επικίνδυνες ή προς αποφυγή για τρίτους λόγους. Μα άμα ο Παπακαλιάτης είναι ο Γούντι Άλεν της Πλάκας, έτσι κι ο Ινιαρίτου είναι περίπου Οικονομίδης. Και η ματιά του Ινιαρίτου είναι τελείως διαφορετική, όπως και οι πρωταγωνιστές του. Φτωχοί κάθε φυλής, μετανάστες, μικροπωλητές, Αφρικανοί δαίμονες, δεισιδαίμονες, εργοδότες-δουλέμποροι, διεφθαρμένοι μπάτσοι, πουτάνες, ναρκομανείς, άνθρωποι του περιθωρίου, όλοι αυτοί, δεν αξίζουν καν να ζουν στο κέντρο. Κατά τύχη η κάμερα του Ινιαρίτου ξεφεύγει για λίγο για να δείξει έναν καβγά στα σοκάκια κάτω απ' το πάρκο Γκιουέλ ή μια καταδίωξη πάνω στη Πασέιζ ντε Γκράσια, κοντά στο εμπορικό κέντρο. Και μέχρι εκεί. Ούτε καν Ραβάλ δηλαδή, ούτε στην πιο κακόφημη περιοχή του κέντρου. Κι αυτή ακόμα, εξαιτίας του εξωραϊσμού και της επαναοικειοποίησης που της έχει επιβληθεί τελευταία, είναι μάλλον αρκετά φωτεινή για τον Ινιαρίτου, που θέλει να μας πεθάνει στον λυγμό, στο έλεος και στο δυσοίωνο.

Αν και οι δυο ταινίες προωθήθηκαν απ' το δήμο της Βαρκελώνης και το αυτόνομο κοινοβούλιο της Καταλονίας και οι δύο στο τέλος κατηγορήθηκαν απ' τους ίδιους τους ντόπιους ότι δεν περιγράφουν όπως θα 'πρεπε τη Βαρκελώνη. Όπως είναι δηλαδή. Στο ΒΚΜπ η εικόνα της Βαρκελώνης δεν είναι καθόλου αντιπροσωπευτική γιατί είναι τόσο γλυκερή π' ούτε σε καρτποστάλ δεν θα 'μπαινε, στο Μπιούτιφουλ δε, είναι πολύ μαύρη για να λειτουργήσει ακόμα κι ως καρβουνόσκονη. Παρόλο αυτά όμως, χάριν στους ξένους θεατές και κριτικούς, για πρώτη φορά μια ταινία του Άλεν αποθεώθηκε τόσο πολύ για τους λάθους λόγους. Οι κριτικοί σαγηνεύτηκαν απ' την ωραία εικόνα και τις χάρμα ερμηνείες, ειδικά από τους Μπαρδέμ και Κρουζ, ξεχνώντας πως δεν είναι αυτή η Βαρκελώνη, όπως κι ότι δεν είναι ο Μπαρδέμ και οι Κρουζ Καταλανοί, αλλά Ισπανοί, σιγά το πράγμα, σιγά τον ελέφαντα, ποτέ στην ταινία δεν εγείρεται ζήτημα μιας οποιαδήποτε ιδιαιτερότητας, θέμα Καταλονίας και αναρωτιέσαι, μα καλά πρέφα δεν πήρε ο Άλεν ότι έχει δικιά της γλώσσα και όλα κι ότι σχεδόν δέκα χρόνια μετά το ΒΚΜπ, μετά την αφήγησή του, η περιοχή στην οποία γύρισε κοτζάμ ταινία, βρίσκεται πια πολύ κοντά στην ανεξαρτησία κι αυτός, αγνόησε ολοκληρωτικά μια τέτοια πληροφορία, μια τέτοια ετερότητα με τρόπο αποικιοκρατικό, με τρόπο τόσο ξεδιάντροπα αυθαίρετο, όχι, η ταινία του Άλεν δεν έχει ελαφρυντικά, υπό αυτή τη σκοπιά μάλιστα είναι τόσο λειψή, τόσο φλύαρη, τόσο προκλητικά κενή και ίσως στο τέλος-τέλος τόσο έξω από τη πραγματικότητα, πραγματικότητα που βασίζεται άλλωστε η κάθε μυθοπλασία, που τελικά το Μπιούτιφουλ του Ινιαρίτου, που είναι το άλλο άκρο του ρεαλισμού, του κοινωνικού προβληματισμού, ναι, το φαταλιστικό, συγκινητικό, πολυεπίπεδο σενάριό του, παρά τις μανιέρες, τις επαναλήψεις και τη δακρύβρεχτη εξιλέωση του τέλους, τελικά η Βαρκελώνη του, παρόλο που παίζει στη διαπασών το δράμα των ξεβρασμένων πτωμάτων και ίσως σεναριακά και να το εκμεταλλεύεται, είναι παρόλο την παρολίγο ακούσια μετατροπή της σε διακωμώδηση, ανακουφιστική λύτρωση.

Τελικά η Βαρκελώνη του Άλεν είναι ένας συνδυασμός αρχιτεκτονικών αξιοθέατων, ηλιόλουστων υπαίθριων αγορών, ακριβών ρουχάδικων, εστιατορίων και μεταμοντέρνων χώρων τέχνης, μια Βαρκελώνη πολύ κοντά σε αυτή που προωθεί το μπούκινγκ και οι τόσες κτηματομεσιτικές, που μάλιστα σε μια απ' αυτές δούλεψα κι εγώ κι ας χωρέσω κι αυτό εδώ, γιατί όχι άλλωστε, την εμπειρία μου, την αυτήκοη μαρτυρία μου για το ποιο είναι το τάργκετ γκρουπ της εταιρείας που ήμουν, και καλά, άνθρωποι ξένοι και πλούσιοι, με ραφιναρισμένο γούστο, γκουρμέ αναζητήσεις, φιλότεχνοι και φιλόκαλοι που τους αρέσει να πίνουν το κρασί τους στο Γκότικο και στο Ελ Μπορν και να ζουν στο Πεδράμπλες και άμα το καλοσκεφτείτε, το τάργκετ γκρουπ της λοβοτομημένης Δανέζας, της αφεντικίνας μου ντε, η φαντασίωσή της και το ίδιο το όραμα της εταιρείας που δούλευα ήταν κατευθείαν παρμένο, αν και κάπως παραμορφωμένο, μέσα απ' τις ταινίες του Άλεν.

Ούτε η ταινία του Άλεν μου άρεσε ούτε (τόσο) του Ινιαρίτου. Αλλά αυτή του Ινιαρίτου με ενόχλησε λιγότερο. Γιατί η Βαρκελώνη του και κατ' επέκταση η ταινία του ήταν αντιπροσωπευτικότερη, αντιπροσώπευε όχι μόνο την ίδια την πόλη, αλλά και το δράμα της Ευρώπης, του νότου, της φτώχειας, των μεταναστών και των προσφύγων, όλων όσων δηλαδή δεν έχουν φωνή και όλων όσων ακόμα κι όταν η κάμερα τους πλησιάζει, είναι για να βάλει πάνω τους τα όρια της κινηματογράφισης, μέχρι που θα δείξει, μέχρι λίγο πριν, από τη βιτρίνα μέχρι τον Πακιστανό, όχι και τον Πακιστανό, προς Θεού δεν χωράνε όλοι σε αυτό εδώ το κάδρο, λες και ξέρω 'γω το Λονδίνο είναι το Πικαντίλι, λες και η Ρώμη είναι τα στενά γύρω απ' το Κολοσσαίο,  λες και το Παρίσι είναι η Μονμάρτη και λες η Βαρκελώνη είναι η Λα Ράμπλας και όχι μια πόλη που παλαντζάρει ανάμεσα στην αναρχία και στον τοπικισμό, ανάμεσα στην ανεξαρτησία και την έως πότε πίστη στον Βασιλιά, ανάμεσα στην Μπάρτσα του φοροφυγά Μέσι και τη στρατιά από παράνομους μετανάστες, ανάμεσα στο μεσογειακό και το γκοτθικό στοιχείο, ανάμεσα στους ξένους, πλούσιους ή φτωχούς, τον Γκαουντί και το μεταμοντέρνο, το καινούργιο και το παλιό, το γλυκερό και το καταθλιπτικό, την όψη του Άλεν και την όψη του Ινιαρίτου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

  © Free Blogger Templates Autumn Leaves by Ourblogtemplates.com 2008

Back to TOP  

Site Meter