(υπόψη, ακολουθεί ξυλωμένο σεντονάκι)
Να λες σιχαίνομαι τους τσακωμούς και τις εντάσεις και να μην μπορείς να μαζέψεις τη ροπή σου για τέτοιου είδους αθλιότητες είναι σα να
Σε μύρισα παντού. Καθιστός στις ηλιόλουστες πλατείες του κέντρου, διασχίζοντας τα νυχτερινά στενάκια της Σινώπης, τρέχοντας να ξεφύγω απ' τα λούμπεν μαγαζιά της πόλης, όρθιος λόγω τιμωρίας στην πυλωτή της πολυκατοικίας, καθαρίζοντας με τον κώλο μου τα σκαλοπάτια της εκκλησίας, κοιτάζοντας τη μπουγάδα της ξανθιάς απέναντι, πατώντας pause σε κάθε καρέ εκείνης της ταινίας, ξεφυλλίζοντας κάθε βιβλίο της ίδιας νομοταξίας, στο πλακόστρωτο πίσω από το υπαίθριο μπαρ,
στο πλακόστρωτο ξαπλωμένος κάτω, ανήμπορος για τo οτιδήποτε, ανίκανος για τo οτιδήποτε, σνομπάροντας ακόμα και προσφορά για δυο φιγούρες από το τανγκό του Al -μετά το '92 δεν είναι σκέτο τανγκό, έχει και κτητικό μπροστά- διατεθειμένος μόνο για μία ακόμη τζούρα από κείνο το άρωμα, με τα μάτια κλειστά, τη μύτη μπουκωμένη και την ηχογράφηση ανοιχτή.
*Ξαφνικά θυμάμαι εκείνες τις δυο συμμαθήτριες που σε κάθε εκδρομή στοιχημάτιζαν για το ποια θα χάσει πρώτη την παρθενιά της. Στα πάρτι φιλιόντουσαν και με κάποιον διαφορετικό απ' την παρέα κι εμείς κοροϊδεύαμε, ειρωνευόμαστε, αλλά κανείς ποτέ δεν είπε όχι, γιατί στο βάθος ξέραμε. Εκείνες ήταν που διάλεγαν.
**Ατέλειωτες συντριβές ξανά και ξανά. Τα χέρια μου ματώνουν και τα γόνατά μου είναι μαυρισμένα. Πάλι καλά που δεν φοράω φούστα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου