Π.Γ. Εικοσάλεπτο. Ότι θα με κάνει ο στρατός να γράφω με το ρολόι στο χέρι ούτε που το φανταζόμουν.
Να με σχωράς κιόλας που ακόμα δεν ξεκίνησα και σε αποπαίρνω ψηλέ, αλλά όσο προσβλητικό κι αν σου ακούγεται, η ζωή μας κινείται στους ίδιους ρυθμούς· άσε με να τελειώσω και νομίζω πως θα συμφωνήσεις.
Τι εννοώ. Ρε φίλε καταρχάς σηκώνεσαι χαράματα χάρις στο ξυπνητήρι σου. Αυτό και μόνο λέει πολλά. Που χτυπά σαν δαιμονισμένο το άτιμο, το υπολογιστικό αυτόματο, που δευτερόλεπτο δεν χάνει, που ποτέ δεν σου χαρίστηκε το γαμημένο. Και το 'χεις και ανάγκη από πάνω το γαμημένο. Ας έπαιρνες αν σου βάσταγε, απ' αυτά τα παλιά τα αναλογικά που καμιά φορά ξεκούρδιζαν και άμα δεν πρόσεχες το προηγούμενο βράδυ πριν πέσεις για ύπνο, φτιαγμένος από ένα ακόμα διφυλλάκι, τότε εκτός από τον μακάριο ύπνο θα κέρδιζες και μια καμπάνα να, τύφλα να 'χουν 15 ή 20 μέρες φυλακή, τύφλα να 'χει ένας μήνας εμπλοκή. Στην δεύτερη περίπτωση το καταπίνεις και υπηρετείς τον παραλογισμό. Στην πρώτη δεν έχει τέτοια πρωτόκολλα. Ούτε στην πρωινή αναφορά θα βγεις, ούτε παραπονούμενος μπορείς, εκεί σιωπηλά, στην ψύχρα θα σου πει ένας μαλάκας που θεσμικά δεν σε εξουσιάζει, "απολύεστε κύριε". Και δεν θα μπορείς να κάνεις και τίποτα. Οξύμωρο. Στην πρώτη η απόλυση είναι κάτι το επαχθές και το αποφευκτέο, στην δεύτερη η απόλυση είναι μια λέξη λυτρωτική.
Μα ας πάρουμε ως δεδομένο πως δεν έχεις κουρδιστό ρολόι κι ότι ακόμα κι αν έχεις ντεμοντέ φίλε μου, που να τα λέμε όλα, δεν στο 'χα, ας υποθέσουμε ότι κουρδισμένο-ξεκουρδισμένο εσύ θα ξυπνήσεις στην ώρα σου. Κι ας το επεκτείνουμε κι ας προχωρήσουμε την υπόθεση κι ας πούμε ότι δεν θα 'σαι φτιαγμένος και τα ρέστα, γιατί τότε το κουρδιστό ρολόι γίνεται κουρδιστό πορτοκάλι και δεν πα να 'ναι από τον ελβετό τζεπέτο φτιαγμένο και ακριβές όσο ο Καντ να 'ναι και μιλιά να 'χει και να σου φωνάξει να ξυπνήσεις, εσύ μάγκα μου δεν ξυπνάς που να γυρίσει η γη ανάποδα, είσαι χαμένος από χέρι. Ας πάρουμε δεδομένο λοιπόν ότι όλα πάνε κατ' ευχήν. Τώρα τι σχήμα λόγου αυτό περιπαικτικό είναι φίλε μου, ευχή και κατάρα να έχεις δουλειά καλοπληρωμένη που να σε σηκώνει απ' τις 5. Έστω. Ξυρίζεσαι κόντρα. Ρε συ σόρι εδώ μου 'ρχεται αναγούλα. Ειλικρινά. Και όλα τα λεφτά να μου 'διναν, δουλειά που να μου επιβάλλει καθημερινό ξούρισμα δεν θα πάρω. Φχαρστώ κύριοι. Σας χαρίζω τα λεφτά σας, δικά σας. Αρκεί να μπορώ -όχι ότι θα το κάνω, αλλά θα 'θελα να 'χω την επιλογή- να μείνω ερημίτης. Ξεπροβλεπέ και 28 μέρες αξύριστος. Να το στρίβω και να το κάνω τζίβες ρε μαλάκα. Κι ας μην έχω λεφτά μήτε να πλυθώ. Μονάχα να το 'χω να το μοστράρω και να το χαϊδεύω όποτε μου κάνει κέφι.
Κι έπειτα, πρωινό λεωφορείο ή καμιά φορά αυτοκίνητο, μπα δεν σε συμφέρει. Πρωινό λεωφορείο. 1 ώρα σχεδόν. Και 1 ώρα η επιστροφή. Δύο. Να παν να γαμηθούνε. Δεν είπα να γίνουμε παραδόπιστοι αλίμονο, ας μην στις πληρώσουν τις ώρες αυτές, αρκεί μονάχα να στις αφαιρέσουν από τη συνολική υπηρεσία. Μα την παναγία προτιμώ να με βάζουν κάθε μέρα γερμανικό παρά να ξέρω ότι χαραμίζω δυο ώρες απ' τη ζωή μες στο χ95. Τέλος πάντων. Φτάνεις. Κάποια στιγμή. Ξυρισμένος. Ξενυχτισμένος. Με τα ίδια ρούχα. Τρως και κάτι τσάμπα πριν πιάσεις πόστο. Πες μου ρε μαλάκα τι διαφέρει αυτό απ' το στρατό! Εγώ να σου πω, μου επιτρέπεις; Άκου τη δικιά μου ρουτίνα. Ξυπνάω το πρωί στις 6 και, και όχι στις 5, 5μιση, δεν ξέρω κι εγώ τι διάολο ώρα δονείται το σαχλοξυπνητήρι σου. Ξυρίζομαι μία φορά ανά 3 ημέρες. Λόγω ερεθισμού στο πρόσωπο. Θα μου πεις καλλίτερα να ξυριζόσουν καθημερινά και να μην είχες σπυράκια. Δεν θα διαφωνήσω. Αλλά εγώ ρε διάολε κάθε 3 μέρες έχω μούσι, που συγκριτικά με τους γύρω μου προσιδιάζει με του Τσε. Πάμε παρακάτω. Παρένθεση, μέχρι στιγμής σε έχω κονιορτοποιήσει στο λέω. Πάμε στο ξενύχτι. Αν έχω έξοδο, κοιμάμαι στις 11μιση, το αργότερο στις 12 άμα τύχει να ανταλλάξω καμιά μαλακία εδώ με τους βαρεμένους. 6 ώρες ύπνος στο νερό. Μου φτάνει. 6 ώρες είναι αρκετές, οι 5 δεν παλεύονται. Κι άμα είσαι έξω και σου λέει ο κάθε κόπανος έλα ρε Γιάννη να βγούμε, να πιούμε καμιά φτηνή μπίρα και να καπνίσουμε ένα τσιγάρο που άμα το στρίβεις, ε θα στριφογυρίσει κιόλας, τότε την γάμησες φίλε. 4ωρο και κάτω. Ρε μαλάκα με 4 ώρες ύπνο δεν προσφέρεις σέρβις στους πελάτες, αλλά εξολοθρεύεις. Κάντο εσύ ουσιαστικό δεν μου 'βγαινε το "εξολοθρέβις" στο μάτι. Και τώρα που το κοιτάω δηλαδή μου έρχεται να ξεράσω.
Πάω στοίχημα ότι το επόμενο το έχεις ήδη μαντέψει. Τα ρούχα. Πες μου σε παρακαλώ, αγαπητέ. Την ίδια χακί παραλλαγή φορώ εγώ κάθε μέρα, την ίδια μαυρόασπρη επίσημη φορεσιά κι εσύ. Πού διαφέρουμε; Ρούχα μαζί που πλύθηκαν κιέχουνε γίνει μπλου. Μπλου, γκόρντον μπλου, μαλάκα αυτό έφαγα χτες εγώ. Και τσάμπα. Ούτε λεφτό δεν έδωσα στους κερατάδες. Κι άσε τα μπρέκφαστ και τα ρέστα. Ο μάγειράς μας ο γκέι βάζει κάτω όλους τους διαπιστευμένους μετρ του μεντιτερανέο. Πολυτέλ και σοφιτέλ, μη χέσω. Έχεις δει μαγειρία στρατού; Έχεις δει τα δικά μας μαγειρία; Άντε που ο κάθε βαθύπλουτος λελές νομίζει ότι έχει πιάσει τη ζωή απ' τα αρχίδια, τρώγοντας από σας. Αρχίδια. Ε. Σ., μαλάκα. Ελληνικό Γαμήσι.
Το μόνο που μάλλον ρε σου δίνω δίκιο είναι ότι ντάξει, όπως και να το κάνουμε εσύ πληρώνεσαι, ενώ εγώ όχι. Μα σε γελάσανε. Και πού νομίζεις ότι πάνε τα λεφτά που σου παρακρατάνε κάθε μήνα ρε; Επιστρέφουν σε μένα που συτίζομαι, στεγάζομαι και γαμάω τουρίστριες τσάμπα. Με τα λεφτά σου. Άρα παλιόφιλε ανακεφαλαιώνω. Ξυπνάω αργότερα από σένα. Ξυρίζομαι κάθε τρεις μέρες. Κοιμάμαι καλλίτερα. Ντυνόμαστε και οι δύο πανομοιότυπα -όχι μεταξύ μας, αλλά ως προς τους συναδέρφους μας. Τρώω τσάμπα, κοιμάμαι τσάμπα και ως επιστέγασμα όλων των προαναφερθέντων, με πληρώνεις. Θες να σου πω και για τη Ρόδο, για τις διακοπές, για το καλοκαίρι εδώ και τη ζωή μου στις εξόδους; Γαμιέστε ρε. Φαντασμένοι. Ανθέλληνες. Ας μου πει ξανά κάποιος ότι ο στρατός είναι ένα ανούσιος θεσμός, που αναπαράγει κομπλεξικά σύνδρομα, χαράζει με μπλάνκο σβάστιγγες μέσα στα ντουλάπια του αυδμ, καταπιέζει και εκφοβίζει μέσω των ποδηγετικών μηχανισμών του αδιαμόρφωτους ακόμα ανθρώπους και στερείται στοιχειώδους λογικής...
Να με σχωράς κιόλας που ακόμα δεν ξεκίνησα και σε αποπαίρνω ψηλέ, αλλά όσο προσβλητικό κι αν σου ακούγεται, η ζωή μας κινείται στους ίδιους ρυθμούς· άσε με να τελειώσω και νομίζω πως θα συμφωνήσεις.
Τι εννοώ. Ρε φίλε καταρχάς σηκώνεσαι χαράματα χάρις στο ξυπνητήρι σου. Αυτό και μόνο λέει πολλά. Που χτυπά σαν δαιμονισμένο το άτιμο, το υπολογιστικό αυτόματο, που δευτερόλεπτο δεν χάνει, που ποτέ δεν σου χαρίστηκε το γαμημένο. Και το 'χεις και ανάγκη από πάνω το γαμημένο. Ας έπαιρνες αν σου βάσταγε, απ' αυτά τα παλιά τα αναλογικά που καμιά φορά ξεκούρδιζαν και άμα δεν πρόσεχες το προηγούμενο βράδυ πριν πέσεις για ύπνο, φτιαγμένος από ένα ακόμα διφυλλάκι, τότε εκτός από τον μακάριο ύπνο θα κέρδιζες και μια καμπάνα να, τύφλα να 'χουν 15 ή 20 μέρες φυλακή, τύφλα να 'χει ένας μήνας εμπλοκή. Στην δεύτερη περίπτωση το καταπίνεις και υπηρετείς τον παραλογισμό. Στην πρώτη δεν έχει τέτοια πρωτόκολλα. Ούτε στην πρωινή αναφορά θα βγεις, ούτε παραπονούμενος μπορείς, εκεί σιωπηλά, στην ψύχρα θα σου πει ένας μαλάκας που θεσμικά δεν σε εξουσιάζει, "απολύεστε κύριε". Και δεν θα μπορείς να κάνεις και τίποτα. Οξύμωρο. Στην πρώτη η απόλυση είναι κάτι το επαχθές και το αποφευκτέο, στην δεύτερη η απόλυση είναι μια λέξη λυτρωτική.
Μα ας πάρουμε ως δεδομένο πως δεν έχεις κουρδιστό ρολόι κι ότι ακόμα κι αν έχεις ντεμοντέ φίλε μου, που να τα λέμε όλα, δεν στο 'χα, ας υποθέσουμε ότι κουρδισμένο-ξεκουρδισμένο εσύ θα ξυπνήσεις στην ώρα σου. Κι ας το επεκτείνουμε κι ας προχωρήσουμε την υπόθεση κι ας πούμε ότι δεν θα 'σαι φτιαγμένος και τα ρέστα, γιατί τότε το κουρδιστό ρολόι γίνεται κουρδιστό πορτοκάλι και δεν πα να 'ναι από τον ελβετό τζεπέτο φτιαγμένο και ακριβές όσο ο Καντ να 'ναι και μιλιά να 'χει και να σου φωνάξει να ξυπνήσεις, εσύ μάγκα μου δεν ξυπνάς που να γυρίσει η γη ανάποδα, είσαι χαμένος από χέρι. Ας πάρουμε δεδομένο λοιπόν ότι όλα πάνε κατ' ευχήν. Τώρα τι σχήμα λόγου αυτό περιπαικτικό είναι φίλε μου, ευχή και κατάρα να έχεις δουλειά καλοπληρωμένη που να σε σηκώνει απ' τις 5. Έστω. Ξυρίζεσαι κόντρα. Ρε συ σόρι εδώ μου 'ρχεται αναγούλα. Ειλικρινά. Και όλα τα λεφτά να μου 'διναν, δουλειά που να μου επιβάλλει καθημερινό ξούρισμα δεν θα πάρω. Φχαρστώ κύριοι. Σας χαρίζω τα λεφτά σας, δικά σας. Αρκεί να μπορώ -όχι ότι θα το κάνω, αλλά θα 'θελα να 'χω την επιλογή- να μείνω ερημίτης. Ξεπροβλεπέ και 28 μέρες αξύριστος. Να το στρίβω και να το κάνω τζίβες ρε μαλάκα. Κι ας μην έχω λεφτά μήτε να πλυθώ. Μονάχα να το 'χω να το μοστράρω και να το χαϊδεύω όποτε μου κάνει κέφι.
Κι έπειτα, πρωινό λεωφορείο ή καμιά φορά αυτοκίνητο, μπα δεν σε συμφέρει. Πρωινό λεωφορείο. 1 ώρα σχεδόν. Και 1 ώρα η επιστροφή. Δύο. Να παν να γαμηθούνε. Δεν είπα να γίνουμε παραδόπιστοι αλίμονο, ας μην στις πληρώσουν τις ώρες αυτές, αρκεί μονάχα να στις αφαιρέσουν από τη συνολική υπηρεσία. Μα την παναγία προτιμώ να με βάζουν κάθε μέρα γερμανικό παρά να ξέρω ότι χαραμίζω δυο ώρες απ' τη ζωή μες στο χ95. Τέλος πάντων. Φτάνεις. Κάποια στιγμή. Ξυρισμένος. Ξενυχτισμένος. Με τα ίδια ρούχα. Τρως και κάτι τσάμπα πριν πιάσεις πόστο. Πες μου ρε μαλάκα τι διαφέρει αυτό απ' το στρατό! Εγώ να σου πω, μου επιτρέπεις; Άκου τη δικιά μου ρουτίνα. Ξυπνάω το πρωί στις 6 και, και όχι στις 5, 5μιση, δεν ξέρω κι εγώ τι διάολο ώρα δονείται το σαχλοξυπνητήρι σου. Ξυρίζομαι μία φορά ανά 3 ημέρες. Λόγω ερεθισμού στο πρόσωπο. Θα μου πεις καλλίτερα να ξυριζόσουν καθημερινά και να μην είχες σπυράκια. Δεν θα διαφωνήσω. Αλλά εγώ ρε διάολε κάθε 3 μέρες έχω μούσι, που συγκριτικά με τους γύρω μου προσιδιάζει με του Τσε. Πάμε παρακάτω. Παρένθεση, μέχρι στιγμής σε έχω κονιορτοποιήσει στο λέω. Πάμε στο ξενύχτι. Αν έχω έξοδο, κοιμάμαι στις 11μιση, το αργότερο στις 12 άμα τύχει να ανταλλάξω καμιά μαλακία εδώ με τους βαρεμένους. 6 ώρες ύπνος στο νερό. Μου φτάνει. 6 ώρες είναι αρκετές, οι 5 δεν παλεύονται. Κι άμα είσαι έξω και σου λέει ο κάθε κόπανος έλα ρε Γιάννη να βγούμε, να πιούμε καμιά φτηνή μπίρα και να καπνίσουμε ένα τσιγάρο που άμα το στρίβεις, ε θα στριφογυρίσει κιόλας, τότε την γάμησες φίλε. 4ωρο και κάτω. Ρε μαλάκα με 4 ώρες ύπνο δεν προσφέρεις σέρβις στους πελάτες, αλλά εξολοθρεύεις. Κάντο εσύ ουσιαστικό δεν μου 'βγαινε το "εξολοθρέβις" στο μάτι. Και τώρα που το κοιτάω δηλαδή μου έρχεται να ξεράσω.
Πάω στοίχημα ότι το επόμενο το έχεις ήδη μαντέψει. Τα ρούχα. Πες μου σε παρακαλώ, αγαπητέ. Την ίδια χακί παραλλαγή φορώ εγώ κάθε μέρα, την ίδια μαυρόασπρη επίσημη φορεσιά κι εσύ. Πού διαφέρουμε; Ρούχα μαζί που πλύθηκαν κιέχουνε γίνει μπλου. Μπλου, γκόρντον μπλου, μαλάκα αυτό έφαγα χτες εγώ. Και τσάμπα. Ούτε λεφτό δεν έδωσα στους κερατάδες. Κι άσε τα μπρέκφαστ και τα ρέστα. Ο μάγειράς μας ο γκέι βάζει κάτω όλους τους διαπιστευμένους μετρ του μεντιτερανέο. Πολυτέλ και σοφιτέλ, μη χέσω. Έχεις δει μαγειρία στρατού; Έχεις δει τα δικά μας μαγειρία; Άντε που ο κάθε βαθύπλουτος λελές νομίζει ότι έχει πιάσει τη ζωή απ' τα αρχίδια, τρώγοντας από σας. Αρχίδια. Ε. Σ., μαλάκα. Ελληνικό Γαμήσι.
Το μόνο που μάλλον ρε σου δίνω δίκιο είναι ότι ντάξει, όπως και να το κάνουμε εσύ πληρώνεσαι, ενώ εγώ όχι. Μα σε γελάσανε. Και πού νομίζεις ότι πάνε τα λεφτά που σου παρακρατάνε κάθε μήνα ρε; Επιστρέφουν σε μένα που συτίζομαι, στεγάζομαι και γαμάω τουρίστριες τσάμπα. Με τα λεφτά σου. Άρα παλιόφιλε ανακεφαλαιώνω. Ξυπνάω αργότερα από σένα. Ξυρίζομαι κάθε τρεις μέρες. Κοιμάμαι καλλίτερα. Ντυνόμαστε και οι δύο πανομοιότυπα -όχι μεταξύ μας, αλλά ως προς τους συναδέρφους μας. Τρώω τσάμπα, κοιμάμαι τσάμπα και ως επιστέγασμα όλων των προαναφερθέντων, με πληρώνεις. Θες να σου πω και για τη Ρόδο, για τις διακοπές, για το καλοκαίρι εδώ και τη ζωή μου στις εξόδους; Γαμιέστε ρε. Φαντασμένοι. Ανθέλληνες. Ας μου πει ξανά κάποιος ότι ο στρατός είναι ένα ανούσιος θεσμός, που αναπαράγει κομπλεξικά σύνδρομα, χαράζει με μπλάνκο σβάστιγγες μέσα στα ντουλάπια του αυδμ, καταπιέζει και εκφοβίζει μέσω των ποδηγετικών μηχανισμών του αδιαμόρφωτους ακόμα ανθρώπους και στερείται στοιχειώδους λογικής...
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου