Πέμπτη 21 Μαΐου 2015

το 1%*


*βλέποντας το Στο σπίτι του Καρανικόλα και ξαναβλέποντας τον Σκοτεινό Ιππότη: η Επιστροφή, του Νόλαν.


Η ιστορία δυο πόλεων

Άμα για να προβιβαστείς σε ένα μάθημα, χρειάζεται να το δώσεις παραπάνω από μία φορά, τότε σίγουρα για μερικά φιλμ επιβάλλεται το ξανακοίταγμα. Όχι για να πιάσεις σόνι και ντε όλα όσα ήθελε να πει ο ποιητής, αλλά για σιγουρευτείς γι' αυτό που είδες. Για τον Σκοτεινό Ιππότη 2, είχα γράψει και πριν δυόμιση χρόνια, όταν το είχα δει στην Αλβανία. Μην περιμένετε όμως, δεν μπαίνω στον κόπο καν να παραθέσω λινκ. Το εδώ σχόλιο, δεν έρχεται να προσθέσει κάτι ή να γεφυρώσει το τότε, αλλά να πει κάτι τελείως διαφορετικό και να σταθεί αυτόνομο. Δεν θα σταθώ δηλαδή, ούτε στο εφετζίδικο κομμάτι, ούτε στο σενάριο που μπάζει, ούτε στις πυρηνικές βόμβες ούτε καν σε κομιλφώ γελοιότητες με φιλιά πριν το τέλος του κόσμου.

Θα κάνω κάτι άλλο όμως, κάτι που δεν συνηθίζω. Θα εξετάσω την ταινία ιδεολογικά. Και δεν είναι άδικο νομίζω, ούτως ή άλλως οι ταινίες του Νόλαν έτσι θέλουν να πλασάρονται, ως σκεπτόμενα μπλοκμπάστερ, ως εισπρακτικές, αλλά και καλλιτεχνικές επιτυχίες. Κι αν τη μισή διάρκεια, η δράση είναι αυτή που κυριαρχεί, στην άλλη μισή τη σκυτάλη παίρνει όντως ο διάλογος. Όμως ευτυχώς που οι ταινίες δεν τρέχουν σε αγώνες, γιατί αυτή εδώ, νομίζω πως ούτε καν θα τερμάτιζε. Κάθε σκηνοθέτης έχει στιγμές που αληπασαδίζουν και υπονομεύουν την φιλμογραφία τους και αυτή η ταινία δυστυχώς, είναι μία από αυτές. Η οποία ασεβεί και μειώνει, όχι μόνο την ιστορία του Νόλαν, αλλά και τη συλλογική ιστορία, η οποία διαστρεβλώνεται επικίνδυνα μέσα στο σκωληκόβρωτο κουφάρι της πλοκής.

Η ουσιαστική κριτική που δέχθηκαν οι Νόλαν που συνέγραψαν το σενάριο, δεν προερχόταν κυρίως από φτασμένους κριτικούς, αλλά πήγαζε από τα κάτω. Όταν προβλήθηκε η ταινία στους κινηματογράφους, μπορεί να γέμισαν οι αίθουσες με κόσμο, όμως κόσμος υπήρχε κι έξω απ' αυτές αν θυμάστε. Στους δρόμους και τις πλατείες του κόσμου, μύριζε ακόμα το δακρυγόνο από το Σύνταγμα, ακουγόταν δυνατά ο απόηχος από την Πλάθα ντε Σολ, φώτιζε αγλαώς η θρυαλλίδα του Μπουαζιζί και όσον αφορά την Αμερική, ούτε που είχε κάτσει η πιπερόσκονη των αστυνομικών έναντι των διαδηλωτών του Occupy. Το σύνθημα όλων των παραπάνω ήταν πάνω-κάτω ίδιο: είμαστε το 1%. Κι αν το σλόγκαν των απανταχού αγανακτισμένων ήτανε κάπως ανακριβές ή αφελές, τότε περισσότερο μπακάληδες δεν ήτανε οι κινηματίες, αλλά ο Νόλαν. Ο οποίος πήρε το τεταμένο κλίμα της ιστορίας και το έβαλε στην ιστορία του, όμως κάπως αντιστραμμένα. Το 99%, οι καταληψίες, οι εξεργεμένοι είναι καταρχήν εγκληματίες, φυλακόβιοι που αναζητούν το χάος. Το 1% όμως, ο Μπρους Γουέιν δηλαδή, είναι πατριώτης που αγαπάει τη Γκόθαμ και θέλει να τη σώσει.

Ο Νόλαν απάντησε ότι το σενάριο ήταν γραμμένο πριν από τις ταραχές πριν ακόμα κι απ' το κραχ και ότι δεν παίρνει θέση εναντίον τους. Μα αν αυτή είναι η αλήθεια, γιατί μου μοιάζει περισσότερο επιβαρυντική αυτή η εκδοχή; Γιατί αν κάνεις μια ταινία πάνω σε ένα φαινόμενο ή ένα κίνημα που ας παραδεχτούμε ότι απέτυχε ρε παιδί μου και κρίνεις τις αδυναμίες του και σχολιάζεις τα αίτια που οδήγησαν στη χρεοκοπία της προσπάθειας, ακόμα κι αν παίρνεις ξεκάθαρα θέση κατά, ακόμα κι αν η κρίση σου είναι η πιο κακόπιστη και η πιο άστοχη, τουλάχιστον όμως παρεμένεις κριτικός και το κοινό σου ξέρει ότι θα διαβάσει την κριτική σου για το κίνημα του Occupy κι όχι κάποιο απόλυτο κατηγορώ έναντι των κινημάτων έτσι γενικά, υπό οποιεσδήποτε συνθήκες και πλαίσιο. Γιατί αν είναι έτσι, αν η κριτική σου γίνεται με ερέθισμα μια γενικότερη στάση αμφιβολίας σου έναντι όλων των κινημάτων και ταραχών κι αν τα παρουσιάζεις με τρόπο όχι μόνο γκροτέσκο, αλλά τόσο παρωχημένο που ούτε στην εποχή της ιστορίας των δυο πόλεων που αποτελεί έμπνευση -τελικά- για τους Νόλαν, δεν θα 'μοιαζε πιστευτό, τότε τα δημοκρατικά σου αντανακλαστικά σίγουρα έχουν κάποιο πρόβλημα.

Γιατί είναι σα να αντιτίθεσαι στη γαλλική επανάσταση, επειδή έκαναν έκτροπα οι Ιακωβίνοι. Είναι σα να υπερασπίζεσαι το 1%, επειδή ο Μπάτμαν έτυχε να 'ναι καλός. Βέβαια πως γίνεται να 'ναι καλός, κάποιος που κάνει πως κόπτεται για τη πόλη του κι αντί να δίνει λεφτά σε ορφανοτροφεία, τα χαλάει σε γκάτζετς που τον βοηθούν να καταπολεμήσει τα ορφανά που στην πορεία γίνονται εγκληματίες, αυτό είναι κάτι που μόνο ο Νόλαν κατάλαβε. Τουλάχιστον ο Άιρονμαν, είναι απενεχοποιημένος, κουλ και ειλικρινής.


Στον δρόμο

Και στο σπίτι του Καρανικόλα, το 1% βλέπουμε. Το 1% των ανθρώπων που έχουν δυνατότητα να μένουν σε ένα τέτοιο σπίτι, αλλά και το 1% των μεταναστών στην Ελλάδα που κατάφεραν να μπουν μες στα σπίτια του 1% και να αντιμετωπιστούν ως ίσα όντα. Στο σπίτι, ξεκινάει η ταινία και δεν ξέρεις ποια είναι η δούλα και ποια η κυρά. Από παντού απουσιάζει ο ρατσισμός και η εκμετάλλευση. Αλλά ακόμα κι αν μας αποσπάει τη ματιά ο Καρανικόλας, ακόμα κι αν είναι άλλο το θέμα που θέλει να θίξει και καλά κάνει, χρησιμοποιώντας μετανάστες και καπιταλιστές ως συνθήκες μόνο κι όχι ως πρωταγωνιστές, εγώ όμως δεν μπορώ να μην κάνω μια μικρή στάση για να σχολιάσω, ότι όσο κι αν δεν αποτελούν μέλη του κάστινγκ, αλλά των σκηνικών, εγώ δεν μπορώ τους αφήσω στο φόντο, καθώς για κάθε μία μετανάστρια οικιακή βοηθό που απολαμβάνει ίσης διαχείρισης μέσα στο σπίτι των κυρίων, υπάρχουν άλλες 99 που παίζουν τους υπάνθρωπους.

Αυτό το σχόλιο που δεν γίνεται όμως, είναι κάτι που δεν χρεώνεται επουδενί ο Καρανικόλας, δηλαδή για την μη διατύπωσή του, γιατί μας το κάνει ξεκάθαρο απ' την αρχή πως εγώ δεν θα ασχοληθώ μ' αυτό, εγώ θέλω να ασχοληθώ με κάτι άλλο, δεν θα καταπιαστώ με τέτοια εγώ, όχι γιατί τα υποτιμώ, αλλά γιατί έτσι, θέλω να πω κάτι άλλο. Και είναι αρκετό αυτό; Ω, αυτό εξαρτάται απ' το αποτέλεσμα.

Η δράση της ταινίας περιορίζεται στους τέσσερις τοίχους μίας μεταμοντέρνου ύφους και εντυπωσιακής αρχιτεκτονικής άποψης βίλας, που βρίσκεται απομονωμένη κάπου στα προάστια της Αθήνας κι έχει θέα τη θάλασσα. Σπιταρόνα απ' τις λίγες. Όμως επειδή ακόμη και οι σπιταρόνες εμφανίζουνε κάπου-κάπου ρωγμές, τα προβλήματα δεν αργούν να ραγίσουν τη στέρεη ζωή των χαραχτήρων μας. Ζόρι περνάει η Νάντια με την υγεία της, ζόρι και τα μεγαλοαστά αφεντικά της. Και μέχρι τα δύο τρίτα της ταινίας, προσπαθούν να τα επιλύσουν εκεί μέσα, δεν πολυβγαίνουμε έξω. Το σπίτι και η εσωστρέφεια των πρωταγωνιστών τα λέει όλα. Η Νάντια απ' τη μία δεν λέει ότι είναι άρρωστη στ' αφεντικά της, στους φίλους της ουσιαστικά, γιατί αυτή είναι η σχέση που φαίνεται πως έχουν και τα αφεντικά της απ' την άλλη, δεν τολμούν να της πουν ότι πρέπει να τη διώξουν, γιατί δεν βγαίνουν οικονομικά. Όσο απομακρυνόμαστε απ' το σπίτι όμως, όσο η κάμερα βγαίνει εκτός, τόσο η δράση παίρνει το δρόμο της. Το ζευγάρι λοιπόν τη διώχνει κι εκείνη παίρνει τους δρόμους.

Γιατί όμως δεν τους πήρε νωρίτερα; Γιατί δεν διεκδίκησε αποζημίωση, γιατί δεν βγήκε απ' τα ρούχα της, γιατί δεν οργίστηκε, γιατί δεν βγήκε στους δρόμους; Γιατί οι Κέρουακ το κάνανε και όχι εμείς; Πώς καταλήξαμε έτσι; Πότε πηδήξαμε την υπαρξιακή αναζήτηση και τα αντιυλιστικά όνειρα και κλειστήκαμε στα σπίτια; Πότε αρχίσαμε να θεωρούμε την απόλυση ως προσωπική αποτυχία, ως ικανό λόγο για να κλειστούμε στον εαυτό μας, να κάνουμε χαρακίρι; Πότε αποφασίσαμε ότι προτιμούμε τον εσωτερικό λυγμό απ' το ξέσπασμα, τον χαμό ή έστω την συζήτηση και την ομαλή αλλαγή;

Το σπίτι παρόλο που μας δείχνει το 1% όπως και ο σκοτεινός ιππότης, λειτουργεί σαν αρνητικό. Δείχνει το σπίτι και υποννοεί τον δρόμο. Δείχνει το δέντρο και σε στέλνει στο δάσος. Προβάλει την περίπτωση και σ' αφήνει να το αναγάγεις στο γενικό. Παίρνει λίγη απ' τη κακή γεύση που ο σκοτεινός ιππότης άφησε. Ειδικά στην τελευταία σκηνή, που η Νάντια το παίρνει ποδαράτο μες στη μέση του πουθενά, ο Καρανικόλας αποδεικνύει την ευφυΐα του και κλείνει το μάτι στον Νόλαν, στρίβοντας θριαμβευτικά διά της μπιτ οδού.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

  © Free Blogger Templates Autumn Leaves by Ourblogtemplates.com 2008

Back to TOP  

Site Meter