Παρασκευή 23 Οκτωβρίου 2015

Ένα ευρώ αφορμή


Ό,τι έχω γυρίσει από το εξωτερικό εντωμεταξύ και πρέπει να 'τανε Παρασκευή ή Σάββατο, μάλλον Σάββατο, εκεί μια βδομάδα μετά το δημοψήφισμα και ο κόσμος ήταν σε αναβρασμό, η ελπίδα σε αποψίλωση και γυρνώντας πίσω κανείς, εγώ δηλαδή, ένιωθα τουλάχιστον μαλάκας που καθόμουνα και έδινα όλο αυτό το διάστημα εξηγήσεις και υπερθεμάτιζα και ζούσα σε διχασμό, μισός έξω, μισός εδώ και πήγαινα σε όποια διαδήλωση έβρισκα μπροστά μου, στις πλατείες της Βαρκελώνης και της Μασσαλίας, της Ρώμης και του Μονπελιέ και δηλαδή αν δεν έβγαιναν και γνωριμίες και οι καλλίτερες αναμνήσεις μέσα απ' όλο αυτό, η απογοήτευση της διαγραφόμενης μεταστροφής θα μου 'φερνε σίγουρα τα κλάματα, αλλά ήταν καλοκαίρι και επιπλέον αλησμόνητο το δεκαπενθήμερό μου με το μπάκπακ, οπότε έλεγα δε γαμιέται, χαλάλι του Τσίπρα, μπορεί να 'ναι πουλημένος και ανυπόληπτος εφεξής, αλλά είναι καλός ντι-τζέι ο πούστης, αυτός βάζει μουσική και εμείς χορεύουμε, μας λέει “jump” και εμείς πηδάμε και κάτι τέτοιες παρανοϊκές και ασύνδετες σκέψεις έκανα καθώς έφτανα στον Κύριο Χου εκείνη τη μέρα, ερχόμενος για να βρω τους άλλους, ερχόμενος για να βρω εσένα και δεν τις διέκοψα επ' ουδενί, αυτές τις σκέψεις εννοώ, αλλά τις συνέχισα και τις ανέπτυξα εκεί, όπου όλο το μαγαζί ήταν ένα δημοψηφιστικό αποκαΐδι, όλα τα μαγαζιά, όλοι οι θαμώνες, όλη η παρέα μου, όλες οι παρέες είχαν στήσει βαθυστόχαστα πηγαδάκια, που άμα σηκωνόσουνα να κάνεις γυροβόλι ανάμεσα στα τραπέζια, η ίδια κουβέντα μεταφερόταν αυτούσια και άλλαζαν μόνο οι ομιλητές της, η θεματική ήτανε μία που μονοπωλούσε, ο διάχυτος προβληματισμός ήταν ένας και εκπεφρασμένος από εκατόν πενήντα διαφορετικούς ανθρώπους εκεί μέσα, από διακόσιες με τρακόσιες συγκεχυμένες αντιλήψεις, από την ίδια και στενή όμως αγωνία.

Είχαμε κάτσει κάπου μέσα, δεν πρέπει να χωρούσαμε κι αλλού και ήταν αποπνικτική η ατμόσφαιρα λόγω εγκλεισμού και ζέστης, και ήταν ανυπόφορο και δύσληπτο το ζήτημα, και ήταν ετερόκλητη η παρέα μας η πολυάριθμη, αποτελούμενη από φοιτητές και ειδικευόμενους της ιατρικής, από Γερμανούς τουρίστες, από καθηγητές Πανεπιστημίου, απλούς εργαζόμενους και άνεργους ταξιδιώτες και όλη η κουβέντα σήκωνε πολλή μπίρα κι ίσως και ποτά με μεγαλύτερη περιεκτικότητα σε αλκοόλη, αλλά η ρευστότητα του οινοπνεύματος πάει μαζί με τη ρευστότητα τη χρηματική, κι εγώ δεν είχα μία, κι έτσι το γέμισμα και το ξαναγέμισμα γινόταν μόνο στα ξηροκάρπια, από μέριμνα δική σου, από θαρραλέα πρωτοβουλία δικιά σου, που έθετε σε αμφισβήτηση και έσπαγε τα κάρπιταλ κοντρόλς και μας παρείχε αστείρευτη ποσότητα καρπών κάθε λογής, από κάσιους και φιστίκια και σταφίδες και αράπικα και Αιγίνης και πιπεράτα και κοκτέιλ και τα άλλα τα πορτοκαλί που αν είναι δυνατόν δεν ξέρω πως τα λένε, που τι ωραία που θα 'τανε να είχαμε για συνάλλαγμα τα ξηροκάρπια, να μην μας απασχολούσαν νομισματικές ενώσεις, ευρώ, γκρέξιτ, δημοψηφίσματα, ας είχαμε για νόμισμα το φιστίκι Αιγίνης ρε παιδί μου και ας ήμασταν στα δημοσιονομικά μας ελλειμματικοί, ε τι;, θα μας διώχναν απ' την Ένωση Κάσιους και Αράπικου, στα αρχίδια μας, εννοώ, ας μας γέμιζες ξηροκάρπια ολοένα και δεν θα μας ένοιαζε, δεν θα με ένοιαζε τίποτα άλλο και ακριβώς τότε, με τη κατάληξη αυτού του τρελού ειρμού ήταν που σε πρωτοπρόσεξα, σιγά μην σε πρόσεχα νωρίτερα, κάνω κάτι ποτέ στην ώρα του;, ή πιο νωρίς ή αργότερα, και έψαχνα τρόπο να αλληλεπιδράσω μαζί σου, αλλά δεν μπορούσα και δεν είναι δίκαιο αυτό, δεν είναι καθόλου δίκαιο, τα διαστρεβλωμένα στιγμιότυπα και οι εξουσιαστικοί ρόλοι, θέλω να πω, που βλέπεις κάποιον στον τομέα του και πετάει και είναι σούπερ και σαγηνευτικός και είναι μία ατόφια απάτη αυτό, γιατί δεν είναι έτσι πάντα στη ζωή του, είναι μόνο μία διάσταση, μία πτυχή του, και αναρωτιέμαι, ποιος φταίει γι' αυτή την παρανόηση, γιατί είναι παιδεμός πάνδημος και ακατανόητος και ακανθώδης και γεμάτος παγίδες, γιατί είναι δύσκολο να πει κανείς που βρίσκεται η απάτη, στο ίδιο το άτομο που τρέφεται και θεριεύει χάρις τον ρόλο του, στον ρόλο καθαυτό της σερβιτόρας, του καθηγητή, της σίνιορ μάνατζερ, του ταμία στο σουπερμάρκετ; Στα μάτια τα δικά μου που σε βλέπουν και σε θαυμάζουν και αφήνονται να παρασυρθούν σε μία λατρευτική σχέση καθ' υπόταξης; Στο μυαλό μου που τα σκέφτεται όλα αυτά; Στις λέξεις αυτές εδώ, που ονομάζουν και συντηρούν και μακροημερεύουν όλη την απάτη; Ή μήπως στις φράσεις που περιφράζουν και ταΐζουν τις λέξεις που ονομάζουν και συντηρούν και μακροημερεύουν όλα αυτά που πρώτα το μυαλό σκέφτεται; Ή τέλος σε κάτι άλλο που βρίσκεται έξω από αυτό το πλέγμα, χωρίς όμως να παύει να το επηρεάζει;

Δεν έχει σημασία. Γιατί σημασία έχει, αν έχει κάτι σημασία, ότι όπως και να 'χει, νομίζω σ' ερωτεύτηκα. Ή τελοσπάντων σε ψευτοερωτεύτηκα. Ξέρεις, έτσι, που και εσύ κερδίζεις σε αυτοπεποίθηση προσθέτοντας έναν ακόμη στην ουρά του κάρου της μαγγανείας και εγώ κρατάω τα μπόσικα και δεν εξευτελίζομαι για τον αναπάντητο ψευδοέρωτά μου. Σε κάθε περίπτωση όμως, εκείνη την ώρα ήταν δύσκολο, πώς να στο δείξω;, ήταν και εκείνη η ευαίσθητη και ατελεύτητη πολιτική κουβέντα στη μέση και δεν ήξερα πως να την αποφύγω για να σε προσεγγίσω, να σου πω μια καγκουριά, κουλ και ταυτόχρονα πνευματώδη, ξέρεις από αυτές που προσπαθούν να μοιάζουν φυσιολογικές μα είναι τόσο κάλπικες, που άμα τύχεις αυτήκοος μάρτυρας σε πιάνει κατάθλιψη και μόνο που την ακούς, πόσο μάλλον να την ακούς και να είσαι και η παραλήπτρια επιπλέον, και παρ' όλ' αυτά θα στην έλεγα, άμα δηλαδή δεν ερχόσουνα να μας γεμίζεις ξανά και ξανά το καταραμένο το μπολ. Ε και τότε μου ήρθε. Άμα ήταν κάπως να σου την μπω, άμα ήταν κάπως να σου εκδηλώσω κάποιο ενδιαφέρον, εκείνη τη στιγμή δεν θα μπορούσα να το κάνω παραμόνο γραπτά. Το λεκτικό βλέπεις, εκείνες τις ημέρες ήταν εν θερμώ και ξεκάθαρα πολιτικό και άμα σου 'λεγα τίποτα, ατάκα κι έτσι, θα ήτανε στα σίγουρα καμιά βλακεία που θα εξατμιζόταν αυθωρεί. Όχι ότι αυτό που σου χούφτωσα στο χέρι φεύγοντας ήταν κάτι εξαιρετικό ή εγκεφαλικό ή ανεπανάληπτο, αλλά το προτιμώ και τελοσπάντων, αυτό μου 'ρθε εκείνη τη στιγμή, αυτό έγραψα, τι να κάνω, να γυρίσω πίσω και να αναδιατυπώσω, αυτά τα πράγματα δε γίνονται.

Δεν θυμάμαι πού βρήκα στιλό και πού χαρτί, πότε φύγαμε, πώς μου χαμογέλασες, τι μου είπες και σχεδόν τίποτα πέρα από τα ήδη διαμειφθέντα, παραμόνο θυμόμουν ότι κάθε λεπτό που πέρναγε εκείνη τη νύχτα και έμενα ξάγρυπνος, το ορμέμφυτο με τραβούσε από το αυτί και μ' έστελνε πίσω, να κάνω όμως τι;, να θερίσω τον καρπό μου;, να ζητήσω κι άλλα ξηροκάρπια;, να κυνηγήσω τη τύχη μου;, να φάω μια απογοήτευση που θα τη θυμόμουν για ολόκληρη τη ζωή μου;, κι έτσι δε γύρισα, αφού είμαι δειλός κι αυτό είναι φως φανάρι και πασιφανές και πάνδηλο, αφού ποτέ δε γυρίζω, ποτέ δε γύρισα λοιπόν, ποτέ δε σε ξαναναζήτησα και πέρασε ο καιρός και μόνο όταν έτυχε και ξανάρθα έπειτα από τόσο πολύ, τόσο πολύ που σ' είχα σχεδόν ξεχάσει -εμφανισιακά, γιατί αλλιώς πώς να σε ξεχάσω;- και σε είδα μπρος μου φάντη μπαστούνι, αλλά και πάλι δεν ήμουν σίγουρος, αλλά ναι ήσουν εσύ, εσύ, και επιπλέον με θυμόσουν, και έπειτα έφυγα για ταξίδι πάλι, για να γυρίσω όμως πολύ πιο σύντομα απ' τη πρώτη φορά, γιατί δεν ξέρω, ίσως και να 'θελα να σε ξαναδώ, αλλά εσύ ήσουν θλιμμένη και μες στα μπλουζ και ατημέλητη, απλή και γι' αυτό ίσως πιο πανέμορφη και φεύγοντας δεν άντεξα, έγινα ξανά γραφικός (εκ του γράφειν), σου έγραψα κάτι πάλι, αλλά ποτέ δεν σ' το 'δωσα, γιατί βγαίνοντας εσύ ήσουν κρεμασμένη πάνω σ' άλλον, ε οπότε κατάπια τη γραφικότητά μου, το σημείωμά μου, την αντάρα που είχα μέσα μου και την ίδια μου τη κομπορρημοσύνη και έφυγα μακριά, αφού τα έχουμε ξαναπεί, είμαι ο πιο δειλός όλων κι αυτό εδώ η πιο τσαπατσούλικη, αντιρομαντική και ανούσια ελεγεία που έχει γραφτεί ποτέ, που βρίσκει μελάνη και αναδίδεται στην άσπρη επιφάνεια του χαρτιού, όχι λόγω θάρρους, αλλά λόγω κακών υπολογισμών και ενός ευρώ αφορμής.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

  © Free Blogger Templates Autumn Leaves by Ourblogtemplates.com 2008

Back to TOP  

Site Meter