Έχω
μόλις τελειώσει
το γράψιμο και προχωράω περίλυπος κάπου
εκεί έξω, νομίζω
κάπου έξω απ'
το αμφιθέατρο άλφα,
που λες κι είχε
κάποια σημασία αυτό ή πως με 'σωζε κάπως,
που ήμουνα και με τη βούλα χαμένος, πέρα
για πέρα χαμένος και αποχαυνωμένος και
ζαβλακωμένος και σε αφασία και σε
παράκρουση και πάνω απ' όλα απογοητευμένος
και ξενερωμένος με τον εαυτό μου, με την
ασχετίλα μου, με την ίδια μου τη ζωή, τη
ζωή γενικά, που είμαι ο πιο αποτυχημένος
όλων, που περπατώ ανάμεσα σε πασπίτες
και νιώθω πιο αποτυχημένος
φαντάσου,
τι ξεφτιλίκι,
αυτά που κορόιδευα κάνω, αυτά που έκραζα
λούζομαι, νιώθω
τέρμα ανεγκέφαλος,
νιώθω ένα
εκατομμύριο φορές ηλίθιος,
για πέταμα
τελείως σου λέω, που αν είναι δυνατόν
δεν μπορώ να περάσω ένα, το τελευταίο
μου μάθημα μετά από τόση
προετοιμασία και μέρες
διάβασμα, που ποιος το ξαναδιαβάζει
τώρα, που ποιος μένει άλλους τέσσερις
μήνες φοιτητής, η
δυσοίωνη προοπτική μου φέρει ταχυπαλμίες,
η έντονη σκέψη καρηβαρία, μου
φαίνεται εφιάλτης, τέσσερις ακόμη
μήνες εφιάλτες,
είμαι πια στα
σίγουρα καθυστερημένος,
με τις στάμπες,
τις επισημότητες
και τα συναφή. Και
η ψυχολογική μου κατάσταση δεν σηκώνει
αναπτέρωση και ο νους μου ψευδαίσθηση
καμία και ο μαρασμός μου είναι τόσο
έντονος και το βλέμμα μου τόσο κενό που
σα να μην υπάρχει, που πώς να υπάρχει,
όταν τίποτα δεν υπάρχει μες
στο κενό, που είναι απλά σκέτο
κενό, μαύρο,
ψυχρό και κενό περιεχομένου.
Και
θα αναρωτιέσαι ίσως, γιατί εγώ τόση ώρα
χρησιμοποιώ πρώτο πρόσωπο ενικού και
η απάντηση είναι δήλη, είναι προφανής,
εγώ είμαι το πρώτο πρόσωπο ενικού και
μαζί, πρωταγωνιστής, αφηγητής και
παντογνώστης και εσύ, και εδώ αυτό ίσως
και να μην το περίμενες, το βήτα ενικό,
η παραλήπτρια αυτού εδώ του αναθήματος
και η ακούσια λυτρώτρια και ανθυπρωταγωνίστριά
μου. Γιατί εκεί που το βλέμμα μου
περιφερόταν στο κενό και μόνο του
μεμψιμοιρούσε, ήρθες εσύ και καινοφάνηκες
και αναδύθηκες από μέσα του, από ένα
κενό που τίποτα δεν υπάρχει και τίποτα
δεν αναδύεται, κανονικά, και όχι
μόνο το αποεκκένωσες, μα με τη παρουσία
σου το γέμισες κιόλας, το μετάλλαξες,
έκανες το κενό, αντικενό, το κατήργησες
εντελώς ντε, κι αυτό κατέρρευσε πομφόλυγα
εις τα κενά εξ ων συνετέθη. Με τα
αντικομμάτια του κενού, έφτιαξες γεμάτο.
Με την αντιύλη, έφτιαξες μπρος στην
έμπλεη πια ματιά μου, ύλη, τη χούσα ύλη
σου. Και με την άγνωστη και τόσο αλγεινή
γεύση της αποτυχίας, μιας τέτοιας
εξεταστικής αποτυχίας, εσύ έφτιαξες
και σουλούπωσες και μου μετέδωσες τελικά
εκείνο το τόσο ενδημικό συναίσθημα που
έχει κανείς, όταν νομίζει ότι έχει
ξαναδεί κάποιον που στη πραγματικότητα
δεν τον έχει ξαναδεί ποτέ του. Γιατί
αυτό νόμιζα, ότι σ' είχα ξαναδεί. Σε
όνειρο, σε άλλη διάσταση, σε μιαν άλλη
ζωή.
Και
δεν μπορούσα με τίποτα να πάρω τα μάτια
μου από πάνω σου και το βλέμμα μου
συνέχιζε να σε ακολουθεί πιασμένο στη
σαγήνη (εκ της προελληνικής σαγήνης
< δίχτυ) και να κράτησε αυτό πόσο,
τρία, τέσσερα, πέντε το πολύ δευτερόλεπτα,
σχετικός όμως είναι ο χρόνος, για να
εκτεθείς άλλωστε αρκεί και μοναχά ένα
δέκατο, κι εγώ όχι μόνο είχα εκτεθεί,
αλλά είχα κωλοεκτεθεί εικοσιτέσσερις
χιλιάδες δέκατα παραπάνω και κει πάνω
που λέω νισάφι με την έκθεση, αρκεί που
τουλάχιστον με είδες, γιατί σίγουρα με
είδες, δεν γινόταν να μην με είδες, αφού
πέρασες τόσο δίπλα μου, σχεδόν ξυστά κι
όμως, άκου να δεις, έμοιαζες τελικά να
μη με πρόσεξες, έμοιαζες να πέρασες
εσκεμμένα σύρριζα και να μην έριξες
ούτε ένα παραμικρό βλέφαρο. Σούπερ, δε
μου 'φτανε η εξεταστική αποτυχία, είχα
τώρα και τον εξευτελισμό της ερωτικής
απογοήτευσης. Της εν είδει ερωτικής
απογοήτευσης. Γιατί εντάξει, ίσως και
να τα παραλέω, αλλά τελοσπάντων δεν
είναι ό,τι και πιο ιδανικό να μη σε
κοιτάει ούτε μια στάλα ο άλλος και εσύ
να κρέμεσαι από πάνω του.
Αλλά
με κοίταξες. Ή κάτι τέτοιο. Ή κάτι
λιγότερο, κάτι υπό. Κι όχι κατάματα
φυσικά, αλλά πλαγίως. Δηλαδή εδώ που τα
λέμε, ακριβώς δεν με κοίταξες, αλλά
παρεμφερώς, με παρεμφεροκοίταξες, με
παρεμφεροπλαγιοκοίταξες, με
υποπαρεμφεροπλαγιοκοίταξες. Να με
συγχωρείς, αλλά δεν ήτανε κοίταγμα
κανονικό αυτό. Και το ακόμα πιο παράξενο
της όλης υπόθεσης δεν ήταν η αντικανονικότητα
του κοιτάγματος, όχι, αλλά η χρονικότητά
του. Θέλω να πω και θα είμαι απόλυτα
ακριβής σε αυτό, άλλωστε για να καταλάβεις
δεν χωρούνε προσεγγίσεις, ότι η συντέλεια
αυτού του κοιτάγματος ήρθε όχι την
ύστατη στιγμή, αλλά πιο μετά, μια στιγμή
μετά την ύστατη στιγμή. Πράγμα που έκανε
το όλο πράγμα, νομίζω, δε νομίζεις,
λίγο απίστευτο, να γυρίζεις και να
προσπαθείς και να με κοιτάς -να με
υποπαρεμφεροπλαγιοκοιτάς- τόσο μετά,
στο άσχετο, κοτζάμ μία τόση στιγμή μετά
τη στιγμή που το οπτικό σου πεδίο με
περιείχε, μετά τη στιγμή που τα δίχτυα
του αμφιβληστροειδούς σου με πιάναν
παραγάδι, για να
καταλάβεις ρε
παιδί μου και δεν
επανέρχομαι, αν υποθέσουμε πως το
ανθρώπινο μάτι βλέπει οριζοντίως μέχρι
πόσο;, εκατόν πενήντα μοίρες;, ε εγώ ήμουν
στις εκατόν πενήντα και μία, σημαδούρα
έξω από τη δράση σου, έξω από σένα, τι
λυπηρό· δεν σ' είχα
γνωρίσει και μ' είχες κιόλας ξεπεράσει.
Μα
ακριβώς επειδή ήταν μόνο σε μοίρες το
ξεπέρασμα, η συνειδητοποίηση αυτή για
μένα ήταν φουλ παρηγορητική κι έτσι εγώ
δεν έκλαιγα πια τη μοίρα μου εκεί πέρα,
γιατί ήταν τόσο κουλή η υπέρβασή σου,
τόσο απροσδόκητη η ξαφνική σου
υπερμετρωπία, που παρόλο που με είχες
ξεπεράσει, η ματιά σου δεν με είχε.
Κατόρθωμα αυτό απ' τα λίγα. Να το χαίρεσαι
και τέτοια. Αλλά εάν ήτανε πέρα για πέρα
παρά φύση και γι' αυτό τέλεια η παρέκβαση
της ματιάς σου, πόσο ανάδρομη πρέπει να
φάνηκε η άτολμη αμιλιά μου μπρος στον
δικό σου άθλο; Που τόσο άθλιος (εκ του
ἄθλιος < ἄεθλον / ἆθλον) ήμουν που
ούτε να σου μιλήσω τόλμησα, ούτε καν να
σου ψιθυρίσω και φυσικά ούτε που να
φωνάξω, αλλά πώς να φωνάξω, αλλά και να
φώναζα, που δεν θα φώναζα αλλά τελοσπάντων,
τελικά θα ήταν εκπρόθεσμο και μάλλον
παραπάνω ντροπιαστικό, ντροπιαστικό
εις διπλούν· μία γιατί θα φώναζα και
δύο, γιατί τελικά παρέμβηκε και πρόλαβε
άλλος και φώναξε και η φωνή μου πάνω και
μετά τη φωνή του θα ήταν ξεκάθαρη
παραφωνία, όπως και εγώ και όλα και
αυτός, που αυτός δεν ήταν κανάς παρείσακτος,
που τον λέω αυτός λες και δεν τον ξέρω,
αλλά φίλος μου, δικός μου φίλος, που
με τέτοιους φίλους τι τους θέλεις τους
εχθρούς·
που μίλησε και μ' έκανε ρεζίλι, που μίλησε
και με βραχυκύκλωσε, που μίλησε και δε
μίλησα και το χειρότερο, που μίλησε και
το άκουσες. Που τ' άκουσες και δε γύρισες.
Που δε γύρισες και δε με κοίταξες. Έστω,
και δε με υποπαρεμφεροπλαγιοκοίταξες.
Εικάζω
τώρα. Εξάλλου μπορεί να είσαι ξέρω
'γω, δυσήκοη. Και να μην το άκουσες. Ή
μπορεί να μη γύρναγες ούτως ή άλλως. Κι
ας το βούλωνε ο άλλος δηλαδή. Μα αν είναι
να διέβαινα το κατώφλι αυτής της θλιβερής
ιστορίας, ανυπόληπτος, ας το πέρναγα
πάραυτα και έτσι, χωρίς κανένα είδους
αναγνώρισης δηλαδή· ούτε οπτικής, ούτε
ηχητικής. Ιδίως όταν η δεύτερη, η ηχητική,
έρχεται μέσω αντιποίησης, μέσω παρήχησης
και η πρώτη, η οπτική, μέσω παραμόρφωσης.
Γιατί -κι εδώ φτάνω σιγά σιγά στον πυρήνα-
δε μ' άκουγες κανονικά σαν αποτέλεσμα,
αλλά σαν αίτιο, σαν το κλειδωμένο μου
πάνω σου βλέμμα, σαν το κλεψίτυπο φερέφωνο
της σιωπής μου, σαν ή μέσω της μη φωνής
μου, σαν ή μέσω της φωνής του Στέφανου·
και γιατί δε με έβλεπες κανονικά, αλλά
με φανταζόσουνα και με χάλκευες. Και
ντάξει πόσο μου την έδωσε αυτό το
τελευταίο, να συμπληρώνεις δηλαδή ό,τι
δεν πρόλαβες να δεις με φάλτσα και
μάλιστα όχι τα δικά μου φάλτσα, αλλά
ξενόφερτα. Αυτά δηλαδή του άλλου, του
Στέφανου, ο οποίος βρήκε απ' όλες, εκείνη
την άτυχη στιγμή να μπουχτίσει από την
αξιοθρήνητή μου αποπληξία, να κατεβάσει
τη φαεινή ιδέα, να εκφραστεί γυμνασιακά.
Να κάνει τη ματιά μου πολιτικά ορθή, να
την ανακαλέσει στη διακριτική τάξη. Να
πει ένα ασυλλόγιστο και μακρόσυρτο στη
κατάληξη “ξεκόλλααα”.
Κοίτα,
δεν κολλώ στη λέξη. Δεν είναι το “ξεκόλλα”
που με πειράζει. Όσο η υπονόμευση. Όχι,
ποτέ δεν θα ξαναπροσπαθήσω να κυριεύσω
κάποια με φίλους δίπλα. Έστω, να “κυριεύσω”
με εισαγωγικά. Είναι ανευόδωτο. Αλλά
δεν φταίει αυτός. Πού να 'ξερε ο άξεστος
απ' έρωτες και κεραυνοπληξίες! Αλλά κι
εγώ που 'μαι υποτίθεται γνώστης, λάκισα.
Μαζεύτηκα. Πρέπει και να κοκκίνισα. Εμ
βέβαια, μόνο να αδολεσχώ ξέρω και να
κοκκινίζω. Όχι να σε κάνω να γυρίσεις,
που ποτέ τελικά δε γύρισες. Γιατί εκεί
που πήγαινες να γυρίσεις, όχι που
πήγαινες, εκεί που γυρνούσες, γιατί
είχες ήδη ξεκινήσει να γυρνάς, η αλλότρια
φωνή λειτούργησε ως φυγόκεντρος και σε
έκανε να μετανιώσεις και να μη γυρίσεις
και να μη με δεις. Μα πρέπει -και κάτι
είν' και αυτό- να με κατάλαβες. Κι ας μη
το έδειξες κι ας συνέχισες ανεμπόδιστη
το γοργό βηματισμό σου κι ας χάθηκες
τελικά στο βάθος του διαδρόμου. Και τι
ατυχία, η ηχώ του “γύρνα πίσω” που
φώναξα μετά, μετά ενώ σε παρατηρούσα να
μη γυρνάς και να χάνεσαι, μπορεί να
χάθηκε μαζί σου και πίσω σου, αλλά δεν
σε πρόλαβε. Πρέπει να φταίει, τι πρέπει
δηλαδή, αυτό είναι, ότι η νοερή ταχύτητα
του ήχου υπολείπεται της πραγματικής
του και τα ρέστα. Ορίστε, βλέπεις πόσο
για γέλια είμαι και πόσο χάνεις το χρόνο
σου διαβάζοντας αυτά εδώ, αν δηλαδή δεν
έχεις σταματήσει ήδη; Δεν κάνω τίποτα,
κάθομαι και γράφω παλαβομάρες έπειτα,
και πιο έπειτα τα γυρνάω. Αντί να γράφω
τουλάχιστον νοσηρότητες, γράφω νοερότητες.
Αντί να τα λογοκρίνω, τα μορφοποιώ
πλάγια. Κι αντί να τολμήσω, καθόμουν
και σου φώναζα στα νοερά, αφού πώς
να τολμήσω, αφού μόνο οι τολμηροί
τολμούν και πέρα απ' αυτούς
τους λίγους, τους διαλεχτούς, όλοι οι
υπόλοιποι είμαστε ανυπεράσπιστοι,
άοπλοι και γιωτάδες μπρος στον
έρωτα. Και δεν ντρέπομαι. Αυτό είναι
που με πονάει περισσότερο, αυτή η αγυρτεία
μου, όχι ότι χάνω τον καιρό μου στον
στρατό. Αλλά ότι βλέπουν εκεί τα χάλια
μας και δεν μας μαθαίνουν τίποτα. Παρά
να ξυπνάμε νωρίς, να ξυριζόμαστε πρωί
βράδυ, να ξεπαστρεύουμε τις τουαλέτες,
να ξεσκονίζουμε τις πευκοβελόνες, να
ξεσκουριάζουμε γενικώς, και να μένουμε
εσαεί αξεσκόλιστοι στον έρωτα.
Δεν
τα μπορώ τα όλα αυτά. Κυρίως γιατί δεν
τα ξέρω καθόλου. Για όλα αυτά λοιπόν τα
ρευστά, τα οπτικά, τα ηχητικά, τα
δυσδιάκριτα, τα διασταυρωμένα, είναι
δύσκολο, είναι πολύ δύσκολο να είναι
κανείς σίγουρος. Να κάτσω στα αβγά μου;
Ή να τρέξω να σε βρω; Κι αν το κάνω και
τελικά δεν σου αρέσω; Κι άμα σου αρέσω;
Πού θα σε βρω για να το εξακριβώσω; Πού
είσαι; Ξαφνικά τρώω φλασιά και παίρνω
σβάρνα τους διαδρόμους. Διάολε, κινάω
να σε βρω. Σκουπίζω όλο το αναθεματισμένο
και πολυδαίδαλο οικοδόμημα, απ' το Χημείο
στο υπόγειο ως το Δέλτα Οικονομικό στον
τρίτο και από τη Δεριγνύ, μέχρι την
Αντωνιάδου. Μέχρι, όχι και την, στην
Αντωνιάδου δεν πήγα, χάσιμο χρόνου θα
'ταν να σ' αναζητούσα πάλι πίσω, αφού από
κει αρχικά ερχόσουν, ωραία, κι αν όμως,
κι αν ξαναγύρισες, κι άμα ξέχασες κάτι
και ξαναγύρισες κι άμα όσο εγώ σε έψαχνα
μάταια στη Δεριγνύ, εσύ τριγύρναγες
στην Αντωνιάδου, λες όντως να πήγες, λες
τελευταία στιγμή να άλλαξες κατεύθυνση,
να έκανες την τέλεια λοξοδρόμηση, η
τέλεια προσποιήτρια, εσύ, η τέλεια
εξουσιάστρια της ανακυβίστησης;
Ανασυγκροτήθηκα. Τι άλλο να 'κανα; Με
ρέμβη, κανείς δε βρήκε ποτέ τίποτα.
Κατέβηκα πάλι κάτω και έβαλα τον Στέφανο
τιμωρητικά να φυλάει μπάστακας την
κεντρική έξοδο για παν ενδεχόμενο.
Κίνησα προς την δεξιά, όπως μπαίνεις
πτέρυγα. Γαμώτο, είχα αργήσει. Ήσουν
πλέον άφαντη. Ή μήπως ήσουν γενικά
άφαντη; Περίεργες σκέψεις άρχισαν να
παρεισδύουν στο μυαλό μου. Μήπως δεν
ήσουν αληθινή, αλλά αποκύημα του σαλεμένου
εδώ και καιρό νου μου; Αλλά όχι. Δεν
τσιμπήθηκα, δεν ήταν όνειρο. Δεν ήμουν
άπιστος. Ούτε και πιστός σου όμως, αλλά
ούτε και επινοητής σου, ούτε και τίποτα.
Απλά υπήρχες. Και η ύπαρξή σου αυτή ήταν
ανεξάρτητη από τη θεοποίηση για την
οποία εγώ ευθύνομαι ή στην τελική, από
οτιδήποτε εγώ πίστευα ή ποντάριζα ή
λάτρευα. Η ύπαρξή σου ήταν αυθύπαρκτη
και δεν βασιζόταν στη μεταφυσική, αλλά
στον χρόνο -ή καλλίτερα στο παρελθόν.
Γι' αυτό ακριβώς κι εγώ ήθελα να σε βρω
και όχι να σε ψαύσω. Γιατί ήμουν σίγουρος
ότι σε είχα ξαναβρεί. Ότι σε είχα ξαναδεί.
Σε
ανέσυρα που λες απ' τη λησμοσύνη. Ναι,
εσύ ήσουν. Πριν μισό χρόνο περίπου. Ήταν
το τελευταίο τάνγκο μου με μακριά μαλλιά,
η τελευταία μιλόνγκα πριν μπω φαντάρος.
Σε εποφθαλμιούσα ολόκληρη την βραδιά.
Δεν τόλμησα στην αρχή. Συνοδευόμουν.
Ύστερα όμως δε με ένοιαζε. Σε ζήτησα.
Δέχτηκες. Δεν χόρεψα απλώς μαζί σου·
έκανα αίρεση. Κι επειδή την κάναμε μαζί,
ήτανε συναίρεση. Χορεύαμε και συναιρούμασταν
κάτω από το σεληνόφως και το φως του
Λυκαβηττού και το σκηνικό θύμιζε
μυσταγωγία. Περίφημη ιδέα του διοργανωτή
τότε να μην ανοίξει τους προβολείς. Ή
να τους χαλάσει δεν ξέρω. Δεν έχει
σημασία, δεν είχαν σημασία, έτσι κι
αλλιώς, πέντε-δέκα νοματαίοι ήμασταν,
είχαμε άπλα, βλέπαμε πού πατούσαμε. Πού
πετούσαμε. Γιατί απ' τη πλευρά μου αυτό
δεν ήτανε χορός, αλλά πέταγμα, χοροπέταγμα.
Και τελείωνε το χοροπέταγμα και σου
ζήταγα ένα ακόμα. Κι ένα ακόμα. Και εσύ
τα δέχτηκες όλα. Μάλλον δεν θα υπήρχαν
τριγύρω άλλοι καβαλιέροι-χερουβείμ,
αλλιώς δεν εξηγείται τέτοια προτίμηση
απ' τη μεριά σου. Ναι, έτσι μάλιστα το
πράγμα είν' ολοφάνερο, ήτανε στείρα η
εποχή. Αρχές Μαΐου ποιος πάει για τάνγκο.
Αλλά αν δεν ήτανε έτσι και υπήρχανε και
άλλοι να διαλέξεις και 'γω τώρα δεν τους
θυμάμαι, άλλωστε πού να τους θυμάμαι,
λέω αν ρε παιδί μου, ντάξει τώρα, τι 'ναι
αυτό, αν δεν μπορούμε να λέμε ούτε εάν
και να κάνουμε υποθέσεις και να συντάσσουμε
τις φρεναπάτες μας με καθ' υπόταξη, τότε
να μη γράφουμε καθόλου κιόλας ξέρω 'γω
και να περιμένουμε την υπαγόρευση και
τον παρατακτικό να πέσουν εκεί που
χοροπετάμε ωσάν πλάκες απ' τον ουρανό.
Αν είπα, αν μία στο εκατομμύριο δεν ήταν
έτσι και τελικά χορεύαμε λόγω χημείας
κι όχι λόγω λειψανδρίας ή υψοφοβίας και
ακόμη χειρότερα και εδώ φοβάμαι πως
τερματίζω τον υποθετικό λόγο, αλλά τώρα
που ίπταμαι και αεροβατώ ποιος με πιάνει,
αν μισή στο τρισεκατομμύριο εσύ με
ήθελες και λίγο αποπάνω, τότε είμαι ο
πιο βλάκας και ο πιο μικρόνοος του κόσμου
που δεν το κατάλαβα, που δεν σε αναζήτησα
τότε, που δεν σου ζήτησα μέιλ, κινητό,
κάτι, κάτι χειροπιαστό, που δεν πήρα
τίποτα εκτός μοναχά μίας θλιβερής
υπόσχεσης για το μέλλον, για έναν ακόμη
χορό, μα πώς την πάτησα έτσι, αυτή δεν
φτάνει, το γεγονός πως πιανόμαστε στον
χορό, δεν κάνει και την υπόσχεσή του
χειροπιαστή...
Αλλά
κάτσε. Μου 'ρθε! Εσύ δεν είσαι που φοιτείς
στην ασοεέ; Κι εγώ αυτός που κατά τα
φαινόμενα μόλις κόπηκα; Η ειμαρμένη με
θέλει! Αν το 'ξερα πριν, όχι στεναχωρημένος
δεν θα 'μουνα, όχι μόνο πτυχίο δεν θα
'θελα να πάρω, αλλά θα ήξερα ότι εφεξής
η μόνη ρεαλιστική λύση είναι το
αυτοσαμποτάρισμα, η συνεχής αποτυχία,
το ατελεύτητο κόψιμο, μέχρι να πάρεις
εσύ πτυχίο, να πάρουμε μαζί, εσύ στην
ώρα σου ή όχι δεν ξέρω, κι εγώ, άμα πάει
μακριά αυτή η βαλίτσα, χαλάλι, ας γίνω
ο πρώτος φοιτητής στην ιστορία που
διεγράφη όχι λόγω επιμήκυνσης των
σπουδών εις τον αιώνα τον άπαντα, μα εις
το διηνεκές του έρωτα. Ποιος είπε ότι
τα οικονομικά δεν είναι ρομαντικά;
Μοναχά προσπάθησε να τα δεις με άλλο
μάτι.
Εσύ
είσαι. Τη Δευτέρα, μία μέρα ή μάλλον ένα
βράδυ πριν τον απόπλου, θα σε περιμένω
εκεί. Ελπίζω να είσαι, ελπίζω να σε δω,
ελπίζω αφού δεν κατάφερα να σε βρω μες
στην ασοεέ, να σε βρω τουλάχιστον εκεί
έξω, ελπίζω να βρω το κατάλληλο τάιμινγκ
και να σε ζητήσω για χορό, ελπίζω να μην
έχει πολύ κόσμο, ελπίζω να μην έχει πολύ
αέρα ή άμα έχει πολύ αέρα αυτό να μην
μας πτοήσει αλλά να κάνει τη πτήση μας
στροβιλιστή, ελπίζω να χορέψουμε μέχρι
πρωίας και όπως τότε, κι ας μην πηδηχτούμε
ποτέ, κι ας μην πηδήξω ξανά ποτέ, μοναχά
έλα να αναβιώσουμε εκείνο το πάθος, που
ταξίδεψα σε όλα τα πλάτη και μήκη της
Ευρώπης, πηδήχτηκα με κάθε φυλή, τρύπησα
το ασώματό μου είναι από παντού και
ρούφηξα κάθε ικανοποίηση σαν το πιο
τελειωμένο πρεζάκι απ' όλους τους πόρους
του σώματός μου, όμως -τ' ομολογώ-
αντίστοιχό του δεν βρήκα πουθενά. Μονάχα
έναν και αδευτέρωτο χορό ρε, πριν
αποκαλοκαιριάσει για τα καλά και σε
χάσω για πάντα μες στου χειμώνα τη λήθη.
πρωτογραμμένο
στις 19.9.14
(αναδιατυπωμένο
και μονοεκτυπωμένο στις 21.10.15)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου