Δεν ξέρω αν με συγκίνησε η πεθαμένη της ομορφιά ή μάλλον και καλλίτερα, η ομορφιά της πεθαμένης, που δηλαδή αυτό δεν ισχύει, ούτε το ένα ούτε το άλλο, γιατί πεθαμένη εγώ ποτέ δεν την είδα την Ντιλέκ, αφού η φωτογραφία αυτή και όσες άλλες στο διαδίκτυο την απεικονίζουν μόνο ζωντανή, θερμή και χαρούμενη, το ακριβώς αντίθετο αυτού που είναι τώρα, δολοφονημένη και ψυχρή και αντίθετο για το χαρούμενη δεν βάζω, γιατί ποιος ξέρει άραγε σίγουρα πως νιώθει η μεταστάσα; Αλλά τελοσπάντων αυτό που δεν αλλάζει είναι ότι τουλάχιστον αυτή θα μείνει πάντα όμορφη ή τουλάχιστον για όσο ακόμα έχει μορφή, αφού και να γίνει εκταφή και να την κρίνει ξέρω 'γω κανάς νεκρόφιλος με προσδοκίες, άσχημη, όταν θα έχει αρχίσει να αποσυντίθεται, είναι τελείως μαλάκας γιατί αυτό δεν στέκει, γιατί σχήμα θα έχει η Ντιλέκ, αν και όχι το αρχικό, επομένως ά-σχημη ποτέ δεν θα 'ναι και τελοσπάντων νεκρολογώντας και υπεκφεύγοντας δεν βγάζει κάπου όλο αυτό, όπως και το άλλο, που είναι το φλέγον και το πιο ουσιώδες, αν δηλαδή με συγκίνησε η ομορφιά της ή υπόθεσή της γενικά, άνευ δηλαδή οποιουδήποτε έμφυλου ή εύμορφου πλεονεκτήματος, και ίσως το πρώτο είναι και δεν νιώθω τύψεις, αν και θα 'πρεπε, που συγκινούμαι από την σκοτωμένη αντικειμενική ομορφιά της, που ίσως υπό άλλο κόντεξτ, ένα πιο ζωντανό και πιο τηλεοπτικό κόντεξτ για παράδειγμα, αν έβλεπα τυχαία τη φωτογραφία της και ήξερα ότι είναι Τουρκάλα και δε διάβαζα πέντε αράδες παρακάτω να καταλάβω περί τίνος πρόκειται, τότε θα την περνούσα στα σίγουρα για τίποτα πρωταγωνίστρια σε κάποια σαπουνόπερα, γιατί τόσο εφάμιλλη είναι η κρυστάλλινή της ομορφιά και η λάμψη της, και το κλέος που γίνεται μεγαλύτερο τώρα πια υστεροφημικά, αλλά τι να το κάνεις, τι να το κάνεις το γαμωκλέος ρε Ντιλέκ που σε βρίσκει μετά θάνατον και η συγκίνηση μεθ' είδησης ή κατ' εικόνας, κι ας πιάνει σε μένα, που ενδιαφέρομαι για την αμφίσημη είδηση και συγκινούμαι με την αισθητικά καθαρή εικόνα, με την εικόνα που χαμογελάει. Και όχι για παράδειγμα με άλλες που κλαίνε, με εικόνες ταλαιπωρημένων και βουρκωμένων προσφύγων, που ντάξει συγκινητικό δε λέω, αλλά χωρίς λούστρο οι μαυριδεροί, πούναι σκέτο μακάβριο, πού παν' έτσι;
Τι να κάνουμε ούτε είμαστε όλοι Σαρλί, ούτε όλοι μοιάζουν στην Ντιλέκ. Στην τέλεια χαμογελαστή και πάνω απ' όλα λευκή και φωτογενή Ντιλέκ, που αξίζει τα πάντα, και δάκρυα και κλαυθμούς και μινύρισμα και αρθράκια σαν τούτο και διαδηλώσεις έξω από τούρκικες πρεσβείες και ταξική οργή και επανάσταση έναντι του σουλτάνου και αιματοκύλισμα απ' άκρη σ' άκρη της Τουρκίας και στάχτη και μπούρμπερη και τα πάντα και ό,τι περνάει απ' το χέρι μας, γιατί για χάρη της αξίζει κανείς να δοκιμάσει να φονεύσει και τον δράκο, να παίξει με τη φωτιά και να κατέβει ως τον άδη για να τη σώσει, να πουλήσει τη ψυχή του στο διάβολο για να την φέρει πίσω, μόνο τότε μπορεί να πει όποιος πως τα 'χει καλά με τη συνείδησή του, που πλέον δεν θα 'χει βέβαια, αφού θα την έχει πουλήσει εννοώ, ούτε ψυχή ούτε συνείδηση, αλλά δεν πειράζει, αφού μόνο τότε, αλλά και ίσως ούτε τότε, γιατί για πάρτη της τίποτα δεν φτάνει, τίποτα δεν είναι αρκετό, αν δεν την επαναφέρεις απ' τους νεκρούς, αν δεν την αναστήσεις, αν δεν φέρεις ένα γλυκό τέλος, τότε τράβα σώσε κανά λαθρομετανάστη, τι κάνεις εδώ, εδώ δεν είμαστε για να το παίζουμε ρεαλιστές, δεν παλεύουμε για τη δικαιοσύνη, σε μια κακή φάρσα μόνο συμμετέχουμε όλοι, ζώντες και τεθνεώτες, σε μια παντελιδιακή φάρσα, αφού σύμφωνα με τα λεγόμενα της μάνα της Ντιλέκ οι αστυνομικοί μπήκαν στο σπίτι με τις γαλότσες τους, η κόρη μου τους είπε να βάλουν καλύμματα στις γαλότσες για να μη λερώσουν το σπίτι, άκουσα έναν πυροβολισμό και ύστερα την είδα πεσμένη στο πάτωμα. Τόσο απλά. Ένα συμπίλημα αυταρχισμού και συντηρητισμού απλά σαρώνει τα πάντα. Και δημιουργεί ανεργία και πολέμους, δυστυχία και εν ψυχρώ δολοφονίες, θανάτωση λευκών πριγκιπισσών και πνιγμό ορδών από μαυριδερούς υποανθρώπους, τέλειες δικαιολογίες βασανισμών και φονικά παραληρήματα όπως της τουρκικής αστυνομίας. Που ίσως και να έχει και ένα δίκιο στο κάτω-κάτω, αφού πού πας κοπελιά εδώ είναι Τουρκία και όχι Ελλάδα, κες κεσέ Παντελίδης, τι είναι αυτοί οι στίχοι, τι αυτές οι προσταγές, σκούπισε τα πόδια σου και πέρασε, δεν κατάλαβες, το παίζεις και νοικοκυρά τώρα, όποτε γουστάρεις θα επικαλείσαι τα πατροπαράδοτα προτερήματα, πώς την είδες, νοικοκυροσύνη και καλλοσύνη (εκ του κάλλους), όχι μαντάμ, και δεν θα σκουπίσουμε τα πόδια μας πριν μπούμε και θα καθαρίσουμε άμα γουστάρουμε τις γαλότσες μας απ' τις λάσπες πάνω στο χαλί σου και θα ποδοπατήσουμε και θα βρομίσουμε και το σαλόνι σου και την έκπαγλη ομορφιά σου και με λίγα λόγια θα σε σκοτώσουμε και να πα' να γαμηθείς και συ και ο Παντελίδης σου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου