Πέμπτη, 10 Νοεμβρίου 2016

Ουκ επιθυμήσεις την εγγονή -και όχι τη κόρη- του σωτήρα σου*

*βλέποντας τα Μανταρίνια του Ζάζα Ουρουσάντζε στη νεοσύστατη Κινηματογραφική Λέσχη Αιγίου και τελικά γράφοντας και για όλα αυτά.



Ο Ίβο (Λεμπίτ Ούλφσακ) πάνω στο τζάκι του έχει μια κορνίζα με τη φωτογραφία της εγγονής του. Ο Άχμεντ (Γκιόργκι Νακασίτζε) στην πρώτη γνωριμία του με τον Ίβο, πριν το μακελειό, όντας εύρωστος και έχοντας σώας τα φρένας θα την περάσει για κόρη του Ίβο. Θα μπορούσε. Δεν λες δηλαδή ότι το κάνει για κολακεία. Επ' ουδενί. Είναι αδρός και θερμοκέφαλος, αλλά ντόμπρος και διαυγής. Εμφανισιακά βγαίνει εξάλλου, η εικονιζόμενη άνετα θα μπορούσε να είναι και κόρη του Ίβο. Αλλά τελοσπάντων δεν είναι. Είναι κόρη της κόρης του. Ωραία πάμε παρακάτω. Και πάμε, και να σου που δεν πρόκειται για παράλογο παραρμήνευμα του Άχμεντ, αφού και ο Νίκα (Μίσα Μέσκι) την πατάει, ο οποίος χωρίς να είναι συνεννοημένος με τον Άχμεντ, και μάλλον εξαιτίας αυτού, που δεν είναι συνεννοημένος δηλαδή, αλλιώς σιγά μην συμφωνούσε, μόνο και μόνο απ' αντίδραση θα πήγαινε κόντρα, έρχεται είκοσι κινηματογραφικά λεπτά αργότερα, έπειτα απ' τον τραυματισμό του, και όντας τραυματίας και λιγάκι ζαλισμένος, συνηγορεί πάραυτα, κάνει ακριβώς την ίδια ερώτηση: "Ίβο είναι κόρη σου αυτή στη φωτογραφία;" Και ο Ίβο αντί να το πάρει ως κομπλιμέντο ή έστω ως εξισορρόπηση των ως τότε διαμειφθέντων (δηλαδή των προσφωνήσεων "γέρο" και "ηλικιωμένε" που δίναν και παίρναν αλλά και της έκων άκων ευλαβικής στάσης που κρατούσαν οι προαναφερθέντες), δεν βαυκαλίζεται και δεν συναινεί, τους κόβει τον αέρα αντ' αυτού, μια και καλή, και τους βάζει στη θέση τους· και οι δύο λαμβάνουν την οργίλη απόκριση του Ίβο, που είναι και φαίνεται παππούς και όχι πατέρας (κι ας είναι και πατέρας, αφού το ένα για να συμβεί είναι προϋπόθεση του άλλου) και λαμβάνουν ακόμη και τον αποστομωτικό περιορισμό για οποιαδήποτε έστω και κατά φαντασία (αφού με φυσική παρουσία είναι αδύνατον) ανάμειξη με την εγγονή του, τη φωτογραφία και κατ' επέκταση με το παρελθόν του.

Και είναι αυτή η αφοπλιστική ταύτιση των δυο άσπονδων εχθρών σε ένα και μόνο πράγμα, σε μία εύλογη υπόθεση (ότι η κοπέλα στη φωτογραφία είναι κόρη του Ίβο) που γεννά με τη σειρά της άλλες υποθέσεις, λιγότερο εύλογες και πιο παρακινδυνευμένες. Γιατί μπορεί η ομογνωμία των δυο τους να μη σημαίνει τίποτα, μπορεί να είναι τελείως συμπτωματική και μονάχα σημειολογική ή αντιθέτως απόλυτα ηθελημένη και λειτουργική, αφού η απότομη απάντηση του γέρου μας δίνει να καταλάβουμε ότι κάτι τον τσιγκλάει, κάτι τον βασανίζει, κάποιον λάκκο έχει η φάβα, κάτι τον τρώει αν όχι αναφορικά με την κόρη που τελικά είναι εγγονή του, τουλάχιστον σε σχέση με την οικογένεια και το παρελθόν του, ή μπορεί πάλι, κι ας συμβαίνει δηλαδή και λειτουργεί τελικά το δεύτερο, μπορεί να λειτουργούσε ανεξάρτητα, ασύνδετα, έτσι κι αλλιώς, και να μην είχε δηλαδή κανέναν λάκκο η φάβα του σκηνοθέτη, μπορεί να είναι όλα αυτά αποκυήματα του μυαλού μου, του μυαλού ενός θεατή, το μυαλό οποιοδήποτε θεατή που αγκιστρώνεται και σκαλώνει στα πιο επουσιώδη πράγματα, και μάλιστα όχι τότε (κατά τη θέαση δηλαδή) αλλά μετά, για να δικαιολογήσει, και να προοικονομήσει εκ των υστέρων (τι αντιφατικό!) το ασυνείδητα ήδη παγιωμένο συμπέρασμα, την ήδη διαμορφωμένη άποψη, βασισμένος σε παρωνυχίδες που μπορεί τον δημιουργό να τον απασχόλησαν πέντε κλάσματα του δευτερολέπτου ή πέντε κλάσματα του καθόλου, ενώ τον θεατή εξαρτάται, από πέντε λεπτά, έως πέντε ώρες, έως ξέρω 'γω, έως τετρακόσιες πενήντα πέντε λέξεις.

***

Ο πόλεμος της Αμπχαζίας πέρα από δυσκολοπρόφερτος για το ελληνικό κοινό είναι σίγουρα και παντελώς άσημος. Περιφερειακός και δεύτερης διαλογής. Ελάσσονας. Αν υπήρχε φεστιβάλ πολέμων, αυτή η αιματηρή φιέστα σίγουρα θα είχε μικρή προβολή και τα έργα της θα έκοβαν λίγα εισιτήρια. Όπως όμως σε κάθε φεστιβάλ, όπως σε κάθε τι διαγωνιστικό βασικά, ανεξάρτητα απ' την ακτινοβολία του χάπενιγνκ, οι συμμετέχοντες είναι συμμετέχοντες και η ενασχόλησή τους παθιασμένη. Μπορεί η κατανάλωση να 'ναι, κανονικά, κυρίως εσωτερική, όμως αυτό δεν περιορίζει ούτε τον ανεξέλεγκτο πληθωρισμό ούτε τις αναπάντεχες εξαγωγές. Και κάπως έτσι φαίνεται, τούτο το μπι γουόρ, έκανε την έκπληξη και κατάφερε και μπήκε στις προθήκες του πρώτου διαγωνιστικού τμήματος, των Όσκαρ και μέσω αυτού και στις οθόνες μας και στη συλλογική μας κινηματογραφική συνείδηση. Και κατ' επέκταση και στην συλλογική μας ιστορική συνείδηση. Παρόλο που τότε σαν είδηση ούτε την παγκοσμιότητα του πολέμου του Κόλπου είχε, ούτε την πολιτική διαφάνεια του γιουγκοσλαβικού. Γεωργιανοί έναντι Αμπχαζιανών, με το ΝΑΤΟ να υποστηρίζει τους πρώτους και τους Ρώσους τους δεύτερους, αλλά ποιοι είναι αυτοί, Γεωργιανοί και Τσετσένοι και Αμπχαζιανοί και Εσθονοί και κάτι τρέχει στα γύφτικα. Δεν θα μπορούσε να 'ναι και αλλιώς ίσως. Η κλιμάκωση δεν μπορεί άλλωστε να φέρνει την ίδια ένταση ανεξαρτήτως πολιτικοοικονομικών συσχετισμών. Τότε η Ρωσία του Γιέλτσιν έτρεχε το περίφημο πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων (ή μήπως αποκρατικοποιήσεων;), έκανε το σωστό, ε μια μικρή αποκλίνουσα ανάμειξη, δεν μπορούσε να αντιμετωπιστεί απ' τη Δύση με την ίδια οξύτητα, όπως για παράδειγμα με την απόσχιση της Κριμαίας, παρόλο που η πρώτη μη σφοδρότητα έλαβε χώρα έναντι ενός αιματηρού πολέμου (Αμπχαζία), ενώ η δεύτερη υστερική αντίδραση έναντι μιας αναίμακτης προσάρτησης (Κριμαία).

Η χώρα ανήκει στην Αμπχαζία, στη Γεωργία, στη Ρωσία, στην Εσθονία. Σε όποιον τελοσπάντων προλάβει να βάλει σύνορα και να την περιφράξει. Σε όποιον έχει το ιστορικό δίκιο, το δίκιο της ισχύς, του αίματος ή του χρήματος. Ωραία, και οι μανταρινιές σε ποιον ανήκουν; Σε κάποια φάση της ταινίας, και ενώ ο Μάργκους (Έλμο Νούγκανεν) που βοηθάει τον Ίβο στην συγκομιδή των μανταρινιών (βασικά ο Μάρκους τα μαζεύει, ο Ίβο κατασκευάζει τα ξύλινα τελάρα), κι ενώ εν τω μεταξύ η απόφαση να γυρίσει πίσω στην Εσθονία μετά το σόδιασμα είναι ειλημμένη, λέει στον Ίβο ότι δεν τον πειράζει τόσο που θα χάσει λεφτά (αν τα χάσει, αν δεν βρει εργατικά χέρια εγκαίρως), όσο ότι θα πάει μια τέτοια σοδειά χαμένη. Η μανταρινιά και η γη κατ' επέκταση ανήκει σ' αυτόν που δεν την περιχαρακώνει, σε αυτόν που την καλλιεργεί, σε αυτόν που βάζει λίπασμα και δεν γίνεται ο ίδιος, σε αυτόν που στεναχωριέται όχι για τα λεφτά, αλλά για τους καρπούς που θα πάνε χαμένοι, για τις άκαρπες προσπάθειές του, για τη ματαιότητα εν γένει. Η ταινία δεν είναι απολίτικη προφανώς, όμως ούτε και αντιπολεμική (με τη κλασική μορφή), αλλά αντιματαιωτική. Όταν έχεις ζήσει τον πόλεμο στον τόπο σου και βλέπεις πόσο μάταιος είναι, όχι βολονταριστικά ή σαν θεωρητική ιδέα, αλλά πρακτικά, βιωματικά, όταν χάνεις σοδειές μανταρινιών επειδή δεν υπάρχουν χέρια, επειδή υπάρχουν κομμένα χέρια, επειδή υπάρχουν χέρια που κρατάνε όπλα και θερίζουν όχι τα σπαρτά, αλλά τα απέναντι στρατά, τότε καταλαβαίνεις τι είναι αντιπολεμικός και τι αντιματαιωτικός, ακόμα και στις περιπτώσεις που όντως στον πόλεμο, αμυντικό ή επιθετικό, υπάρχει νόημα και δίκιο και ιδανικό.

Ελάτε να παίξουμε. Εσύ θα είσαι ο Γεωργιανός και εσύ ο Τσετσένος. Θα τραυματιστείτε και θα σας περιθάλψω. Θα αναγκαστείτε να συγκατοικήσετε. Μην ανησυχείτε, δεν υπάρχουν κανόνες ούτε για το καπάκι της τουαλέτας, ούτε για τις δουλειές του σπιτιού, εγώ θα είμαι και μπάτλερ και καθαρίστρια και ιατρός και θεραπαινίδα σας. Μόνος απαράβατος όρος, πως κατά τη παραμονή σας εδώ μέσα, ισχύει εκεχειρία. Μόλις αναρρώσετε και βγείτε από 'δω έξω, και γυρίσετε στον πόλεμο, και είστε όχι δυο συγκάτοικοι, αλλά πάλι δυο εχθροί, τότε ναι, βγάλτε τα μάτια σας και τινάχτε τα μυαλά σας. Αλλά όχι εδώ μέσα. Ο πόλεμος ως συνθήκη, η παύση πυρών ως συνθήκη, η ειρήνη ως συνθήκη; Μήπως τότε και η συμφιλίωση που καλλιεργείται ανάμεσα στους άφιλους δεν είναι προϊόν τεχνάσματος ή τελοσπάντων διεργασίας; Κι αυτό είναι φυσικά θεμιτό, αλλά μήπως είναι ταυτόχρονα και αντεστραμμένη ψύχωση; Γιατί επιλέγουμε πολέμους, γιατί τους διαλέγαμε απαρχής; Μήπως τελικά η ειρήνη παρόλο που είναι ωφελιμιστική, δεν είναι καθόλου φυσική, είναι τεχνητή και αφύσικη, μήπως πρέπει να το αποδεχτούμε, μήπως πρέπει από 'δω και στο εξής να υπακούμε πιο απενοχοποιημένα στο ορμέμφυτο που μας λέει σκοτωθείτε, βρείτε πρώτα τους λόγους και τις αφορμές, αλλά σκοτωθείτε, ο πόλεμος είναι παιχνίδι, η ζωή είναι πολεμοχαρές παιχνίδι, το έχετε πάρει πολύ στα σοβαρά, γείρτε και λίγο, κοιτάχτε το και λίγο λοξά, λίγο ετερόδοξα, λίγο περισσότερο μισαλλόδοξα. Όλη η απεικόνιση του πολέμου απ' τον Ουρουσάντζε κινηματογραφείται σαφώς με στιβαρή ματιά, αλλά κατά κάποιο τρόπο, πολλές από τις σκηνές του έχουν κάτι το παιγνιώδες, κάτι το αφελές, κάτι τι υπονομευτικό: οι εχθροί που ανταλλάζουν αντί για βλήματα, δηλητηριώδη βλέμματα, και προκλητικές ατάκες, ο τρόπος που κορυφώνεται η τελευταία συμπλοκή, η υποδόρια παιδική (σαν κρυφτοκυνηγητό) σκηνή όπου αρχικά διασταυρώνονται και αλληλοσκοτώνονται, όλα αυτά συνηγορούν στην εντύπωση ότι τα παιδία παίζει, ένα παιχνίδι προφανώς με συγκεκριμένους κανόνες, και ο Ίβο ως ενήλικας, απ' τη στιγμή που τα μαντρώνει, επεμβαίνει και τους επηρεάζει τη συμπεριφορά, τους καταλαγιάζει τις εξάρσεις, και αποδομεί και την ίδια την έννοια και την συνθήκη του παιχνιδιού αυτού, την έννοια και την συνθήκη του πολέμου. Υπό άλλες συνθήκες λοιπόν θα τον αποκαλούσαμε παιχνιδοχαλαστή, εδώ απλώς μπορούμε να τον πούμε ειρηνοποιό.



Τραγική φιγούρα σε όλη την ταινία, απογυμνωμένη από οποιαδήποτε άλλη ευδιάθετη ή εναλλακτικά καλοπροαίρετη ερμηνεία, ο Μάργκους, ένα άτυχο, άμαχο θύμα του παρανοϊκού αυτού πολέμου της Αμπχαζίας, όπου πρώτα διαλύεται ο φράχτης του, έπειτα βομβαρδίζεται το σπίτι του, στη συνέχεια χάνει την όποια ελπίδα ότι θα βρεθούν χέρια για να μαζευτεί η σοδειά του, και τέλος και λίγο πριν φύγει για την Εσθονία, χάνει και την ίδια του τη ζωή. Και είναι αυτή η σπαραχτική απώλεια που σε κάνει να σκέφτεσαι και το άλλο (και τώρα αυτή η ύστατη σκέψη είναι κυριολεκτικά εκπρόθεσμη και ίσως και παράταιρη και αναιρετική) πως απ' την άλλη, κι ο Μάργκους ίσως να φταίει, δεν φταίει;, γιατί δεν γυρνούσε στη πατρίδα του μια ώρα αρχύτερα;, πριν μαζευτούν τα μανταρίνια, ποιος του είπε εξαρχής να μαζεύει μανταρίνια;, ενώ γύρω του μαινότανε πόλεμος, αυτό ήταν αυτοκτονικό, κι ο Ίβο ντάξει, πες είχε λόγο, αλλά ο Μάργκους;, όχι, μήπως πρέπει να αρχίσουμε να αναρωτιόμαστε πλέον ίσως και αυτό, αν οι παράπλευρες απώλειες έχουν ευθύνη που έγιναν τελικά απώλειες;, και ντάξει πιο πολύ για πειραματισμό, για να δω μέχρι που μπορεί να φτάσει ο ειρμός της σκέψης, το έκανα, προφανώς και ήτανε σαρκαστικό αυτό το ακροτελευταίο νήμα, αλλά και πάλι, αν μπορεί ακόμα και αυτή η αντιδραστική και ακραία σκέψη να γεννηθεί σε κάποιον, αυτό σημαίνει και αποδεικνύει πόσο καλή ταινία είναι τα Μανταρίνια, πόσο πολυεπίπεδη και πόσο απλόχερα σου κοινοκτημονεί τα πολλαπλά και εύφορα στρώματα της για να σκάψεις και να σκεφτείς και να βρεις και να καλλιεργήσεις και να σοδιάσεις, το τελοσπάντων ό,τι.



υ.γ. Καλή αρχή και καλές προβολές! (εδώ, το πρόγραμμα)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

  © Free Blogger Templates Autumn Leaves by Ourblogtemplates.com 2008

Back to TOP  

Site Meter